[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σήμερα στα Βιβλιο - φιλικά της Αυγής για το μυθιστόρημα «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα» του Πέτερ Χάντκε, εκδ. Εστία. Η μπαλάντα του ανείπωτου Ο Νομπελίστας (2019) Πέτερ Χάντκε, παρόλο που από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σήμερα στα Βιβλιο - φιλικά της Αυγής για το μυθιστόρημα «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα» του Πέτερ Χάντκε, εκδ. Εστία.

Η μπαλάντα του ανείπωτου Ο Νομπελίστας (2019) Πέτερ Χάντκε, παρόλο που από πολλούς θεωρείται αμφιλεγόμενος – κυρίως λόγω της υποστήριξης του στον Μιλόσεβιτς, προέδρου της Γιουγκοσλαβίας, που κατηγορούνταν και καταδικάστηκε εντέλει για εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας –, παραμένει μέχρι και σήμερα ένας από τους σημαντικότερους και τους πιο δημοφιλείς Αυστριακούς πεζογράφους της γενιάς του.

Άλλωστε οι ενστάσεις προς το πρόσωπό του ανήκουν στο εξωλογοτεχνικό πεδίο.

Τη λογοτεχνική του δεινότητα δύσκολα μπορεί να την αμφισβητήσει κανείς. «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία, σε ακόμη μία εξαιρετική μετάφραση του Σπύρου Μοσκόβου, έρχεται να επιβεβαιώσει πως ο Χάντκε, διανύοντας την ένατη δεκαετία της ζωής του, παραμένει ο ίδιος: απρόσμενος, ακατάτακτος, ρηξικέλευθος, ανατρεπτικός.

Ακριβώς εκείνος ο οποίος προκάλεσε πολύ νωρίς σκάνδαλο με το θεατρικό «Βρίζοντας το κοινό» του μακρινού 1966 αλλά και, λίγο πολύ, με όλα όσα ακολούθησαν.

Ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα είδη του γραπτού λόγου: θέατρο, ποίηση, μυθιστόρημα, μετάφραση, δοκίμιο.

Πάντα με θαυμαστά αποτελέσματα. «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα» είναι ένα έργο μικρό σε έκταση αλλά με πολύ πυκνά νοήματα, με σχοινοτενείς προτάσεις που υπακούν σε έναν εσωτερικό αφηγηματικό ρυθμό, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα τα οποία λειτουργούν σαν συστήματα αποφυγής της τελεσίδικης σκέψης, της τελεσίδικης είδησης: το υποκείμενο της αφήγησης μέσα από τα ελικοειδή μονοπάτια της σκέψης του αναβάλει.

Χρειάζεται χρόνο για να επεξεργαστεί και να μεταφέρει τη θλιβερή είδηση του θανάτου τού κατά πολύ μικρότερου αδελφού που χάθηκε σε κάποια άγνωστη μάχη, κάποιου άγνωστου πολέμου.

Χρειάζεται χρόνο για να επεξεργαστεί και να μεταδώσει την ιδέα του θανάτου.

Η πλοκή είναι απλή και προσχηματική. Ο Γκρέγκορ – πρόσωπο που έχει εμφανιστεί και σε παλιότερα έργα του Χάντκε, ένας είδος alter ego προφανώς - επιστρέφει στη γενέτειρά του από μια άλλη ήπειρο που δεν κατονομάζεται, στην οποία έχει καταφύγει και εκτελεί τις απροσδιόριστες μυστικές αποστολές του.

Ο γενέθλιος τόπος είναι ίδιος και συνάμα διαφορετικός.

Η οικογένειά του, πλήρης χωρίς αυτόν, με τα δικά της μοτίβα, τις δικές της επαναλήψεις, τις δικές της ισορροπίες, περιμένει από κείνον ένα νέο, μια είδηση για τον μικρότερο αδελφό. Ο Γκρέγκορ έχει μόνο την είδηση του θανάτου του.

Η οικογένεια παραμένει σιωπηλή.

Οι ερωτήσεις απαγορεύονται στο σπιτικό τους. «Από την άλλη όμως υπήρχε ένας οικογενειακός νόμος, άγραφος, από καταβολής κόσμου, από τότε που υπήρχε το σόι, ότι δεν επιτρεπόταν ερωτήσεις. ¨Καμιά ερώτηση στο σπιτικό μας!¨». Μια αναμονή βυθισμένη στη σιωπή.

Μια εξομολόγηση που αναβάλλεται διαρκώς.

Ένας μόνος άνθρωπος.

Η πεμπτουσία της μοναχικής ύπαρξης.

Και εκεί αρχίζει η περιπλάνηση.

Στους δρόμους του γενέθλιου τόπου; Στην ανάγκη της γλώσσας να αρθρώσει λόγο, να βρει την κατάλληλη λέξη; Στα σκοτάδια της συνείδησης που καλούνται να αναμετρηθούν με τον κόσμο; Στα σκοτάδια της ψυχής που προσπαθεί να «βιώσει» το άλγος της φθοράς και του επικείμενου τέλους; Οι ερωτήσεις ξεπροβάλουν πάντα στο τέλος της παραγράφου: ένας μύχιος εσωτερικός μονόλογος.

Η φωνή σε τρίτο πρόσωπο μετατοπίζεται.

Ο αφηγητής κοιτά κατάματα τον αναγνώστη και του θέτει ερωτήματα.

Οι αναμνήσεις συμπλέκονται με την πραγματικότητα σ’ αυτή την αφήγηση/ μελωδία όπου το μυστηριώδες και το μυστηριακό συγχέονται με το καθημερινό, όπου η μνήμη λειτουργεί ως παραίσθηση και ο παροντικός χρόνος περικλείει όλους του προηγούμενους και όλους του κατοπινούς.

Στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου υπάρχει μια αποκαλυπτική σκηνή.

Από το αναλλοίωτο κατά τα άλλα υπνοδωμάτιο του Γκρέγκορ λείπει μόνο ένα αντικείμενο: ο παλιός καθρέφτης. «Μια μέρα όμως, ποιος ξέρει γιατί, έπεσε απ’ τον τοίχο κι έσπασε.

Και ο ξενιτεμένος, κάθε φορά που γύριζε κι έμπαινε στο υπνοδωμάτιο του, περνώντας μπροστά από το πρώην σημείο του καθρέφτη που δεν αναγνωριζόταν πια με τίποτα, γύριζε προς τα κει το κεφάλι νομίζοντας πως καθρεφτίζεται στον άδειο τοίχο». Αντανακλαστικά ο Γκρέγκορ βλέπει τα πράγματα όπως θα περίμενε να είναι, όπως τα θυμάται, όπως ήταν παλιά.

Βλέπει αυτό που υπήρξαν, αυτό που εκείνος υπήρξε, βλέπει αυτό που φαντάζεται, το πρόσωπο ή την αντανάκλαση ενός προσώπου μέσα στον χρόνο, μια παρελθούσα αντανάκλαση όπως αυτή τοποθετείται και προβάλλεται στο σήμερα.

Στον αφηγηματικό κόσμο του Χάντκε τα όρια μεταξύ του έξω κόσμου και της συνείδησης μετατοπίζονται διαρκώς.

Ο εξωτερικός κόσμος επηρεάζεται, ταυτίζεται, ενσωματώνεται στην εσωτερική ζωή και, εντέλει, τη διαμορφώνει.

Είναι ένα και το αυτό, ένα αξεδιάλυτο κουβάρι.

Η πλοκή, φυσικά, δεν έχει κανένα νόημα.

Μόνο η ατμόσφαιρα.

Μια ατμόσφαιρα αμφιβολίας, ρευστότητας, νόστου.

Μια ατμόσφαιρα επικείμενης απειλής: ο εαυτός – πάντα ο εαυτός – διεκδικεί τη θέση του στον περίπλοκο κόσμο.

Συγγραφείς σαν τον Χάντκε αποδεικνύουν πως ποτέ δεν είναι αργά – ούτε νωρίς – να δοθούν απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν διατυπώθηκαν ποτέ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences