Από την εξάρτηση στη στρατηγική αυτονομία Η τέλεια καταιγίδα Δημήτρης Τσέκερης Αντιμετωπίζουμε τη μεγαλύτερη απειλή ενεργειακής ασφάλειας στην ιστορία. Αυτό ανέφερε ο επικεφαλής του Διεθνούς...
Από την εξάρτηση στη στρατηγική αυτονομία Η τέλεια καταιγίδα Δημήτρης Τσέκερης Αντιμετωπίζουμε τη μεγαλύτερη απειλή ενεργειακής ασφάλειας στην ιστορία.
Αυτό ανέφερε ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, για το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ ως αποτέλεσμα του πολέμου ΗΠΑ/Ισραήλ εναντίον του Ιράν, που τείνει να λάβει χαρακτήρα παγκόσμιας κρίσης, επηρεάζοντας τις τιμές φυσικού αερίου, πετρελαίου και του καυσίμου των αεροσκαφών (με συνακόλουθες ακυρώσεις χιλιάδων πτήσεων), με σαφείς επιπτώσεις για χώρες όπως η Ελλάδα ενόψει καλοκαιριού, υπενθυμίζοντας πόσο ευάλωτη παραμένει η οικονομία των ορυκτών καυσίμων στις γεωπολιτικές εξαρτήσεις και κρίσεις.
Η κρίση αυτή φυσικά δεν αφήνει ανεπηρέαστη ούτε την Ελλάδα αλλά ούτε και την Ευρώπη. Η Ευρώπη (για άλλη μια φορά) πέφτει στον λάκκο που μόνη της άνοιξε, δηλαδή της συνέχισης της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα διαφορετικής προέλευσης, αντικαθιστώντας το ρωσικό αέριο με αμερικανικό LNG. Ο Επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, τονίζει πως η ταχεία απανθρακοποίηση είναι ο μόνος δρόμος για την ανάκτηση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Για να πρέπει να ανακτηθεί, μάλλον κάπου χάθηκε. Η Ελλάδα, αν και καλύπτει πλέον πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής της από ΑΠΕ, παραμένει παγιδευμένη σε ένα (φαινομενικά) παράδοξο: οι καταναλωτές πληρώνουν πολύ υψηλές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος αναλογικά με το επίπεδο των μισθών, καθώς η εγχώρια αγορά παραμένει προσκολλημένη στο ακριβό φυσικό αέριο που είναι ο βασικός υπεύθυνος για την ακρίβεια – ένα καύσιμο που η κυβέρνηση επιμένει να επεκτείνει τη χρήση του αντί να προωθεί την απεξάρτηση και μάλιστα με ταχείς ρυθμούς, μένοντας μετεξεταστέα από την πρόσφατη κρίση του 2022.
Το παράδειγμα της Ισπανίας είναι αποκαλυπτικό: μέσω επιθετικών επενδύσεων σε καθαρή ενέργεια και αποθήκευση, περιόρισε την επίδραση του αερίου και πέτυχε σταθερότητα τιμών παρά την κρίση. Στην Ελλάδα, η εμμονή στο αέριο (με το νέο ΕΣΕΚ να προβλέπει αύξηση της ισχύος του έως το 2030) ναρκοθετεί το μέλλον, με σοβαρό πλέον ρίσκο για «λιμνάζοντα κεφάλαια» (stranded assets), υποδομές που θα πληρώσουμε –και πληρώνουμε– ακριβά αλλά θα αχρηστευτούν πριν αποσβεστούν.
Αυτές οι εξελίξεις συμβαίνουν τη στιγμή που η έλευση του φαινομένου Ελ Νίνιο προμηνύει θερμοκρασίες-ρεκόρ (αν και είναι ακόμα πρώιμες οι ενδείξεις), υπενθυμίζοντας ότι η κλιματική κρίση είναι εδώ και επιταχύνεται με ρυθμούς που ξεπερνούν ακόμη και τα πιο δυσοίωνα επιστημονικά σενάρια.
Παγκόσμιες τάσεις στην ηλεκτροπαραγωγή Η διεθνής πραγματικότητα επιβεβαιώνει πως η μετάβαση δεν είναι πλέον μια θεωρητική επιδίωξη αλλά η νέα κανονικότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση «Global Electricity Review 2026» της Ember, το 2025 οι ανανεώσιμες πηγές έγιναν η κυρίαρχη δύναμη παγκοσμίως (33,8%), ξεπερνώντας τον άνθρακα.
Η ηλιακή ενέργεια καλύπτει το 75% της νέας ζήτησης, ενώ η ιστορική μείωση της παραγωγής από ορυκτά καύσιμα σε Κίνα και Ινδία σηματοδοτεί την πιθανότατα δομικής αποσύνδεσης της ανάπτυξης από τους ρύπους.
Σήμερα, οι ΑΠΕ, ο εξηλεκτρισμός και οι μπαταρίες δεν οδηγούνται πια μόνο από την πολιτική βούληση, αλλά από την ίδια την οικονομική πραγματικότητα.
Το παγκόσμιο σύστημα αναδιατάσσεται γύρω από τις ΑΠΕ ως τη μοναδική ανταγωνιστική και ασφαλή λύση, αφήνοντας εκτεθειμένες όσες χώρες και οικονομίες επιμένουν να επενδύουν σε ξεπερασμένες υποδομές.
Βιομηχανική ανασυγκρότηση και δίκαιη μετάβαση Η μετάβαση είναι η μεγάλη ευκαιρία για έναν νέο πράσινο βιομηχανικό μετασχηματισμό και ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.
Έργα αιχμής, όπως οι πλωτές ανεμογεννήτριες, μπορούν να δημιουργήσουν χιλιάδες ποιοτικές θέσεις εργασίας, δίνοντας νέα πνοή στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και την περιφέρεια.
Η δίκαιη μετάβαση είναι η εξασφάλιση ότι ο εργαζόμενος θα έχει ρόλο στην πρώτη γραμμή της νέας οικονομίας.
Αντίθετα, σήμερα πετάμε πράσινη ενέργεια λόγω έλλειψης δικτύων και μπαταριών, ενώ υπονομεύεται συνεχώς η ενεργειακή δημοκρατία και η συμμετοχή πολιτών, αγροτών και τοπικής αυτοδιοίκησης στη μετάβαση, κρατώντας το δίκτυο κλειστό για τις ενεργειακές κοινότητες και τους πολίτες, προς όφελος μιας ολιγοπωλιακής ελίτ. Η ΔΕΗ, από μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας, σταθερότητας και συγκράτησης των τιμών προς όφελος του καταναλωτή, έχει μετασχηματιστεί σε πηγή ανασφάλειας για τους πολλούς και παραγωγής υπερκερδών για λίγους.
Εξηλεκτρισμός με ΑΠΕ σημαίνει ενεργειακή ασφάλεια και χαμηλές τιμές Η χάραξη ενεργειακής πολιτικής δεν είναι απλώς μια τεχνοκρατική άσκηση, αν και απαιτείται τεχνοκρατική επάρκεια· είναι η κορυφαία πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης της εποχής μας. Η Ελλάδα στερείται ενός «Εθνικού Σχεδίου Εξηλεκτρισμού» που θα συνδέει την καθαρή παραγωγή με τις μεταφορές, τα κτίρια και τη βιομηχανία.
Όσο οι επιδοτήσεις σπαταλώνται για τη συγκράτηση των τιμών του αερίου αντί για υποδομές με το βλέμμα στο μέλλον, δεν θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τη μέγγενη της ακρίβειας και της ευαλωτότητας απέναντι σε κάθε λογής κρίσεις.
Όσο η ενεργειακή πολιτική και η ενεργειακή μετάβαση υπαγορεύονται από το συμφέρον λίγων, θα υπονομεύεται στα μάτια των πολιτών η αναγκαιότητα και η αποτελεσματικότητά της.
Όσο η κυβέρνηση συνεχίζει αυτή την ανερμάτιστη πολιτική, πότε με εξορύξεις, πότε με πυρηνικά, πότε με ΑΠΕ χωρίς χωροταξικό σχέδιο, πότε με καθυστερήσεις στο άνοιγμα μακροχρόνιων διμερών συμβολαίων –αλλά πάντα με υψηλές τιμές– η μία κρίση θα διαδέχεται την άλλη.
Η στρατηγική αυτονομία της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά και κάθε χώρας πλέον που βλέπει τις επιπτώσεις της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα, περνά μέσα από τον εξηλεκτρισμό και ταυτόχρονο μετασχηματισμό της ζήτησης (π.χ. όχι μόνο ηλεκτρικά αυτοκίνητα αλλά παράλληλη ενίσχυση και εκσυγχρονισμό των δημόσιων μεταφορών), τις ΑΠΕ, την αποθήκευση ενέργειας, την ευελιξία, τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής υπό δημόσιο έλεγχο, και φυσικά την εξοικονόμηση ενέργειας.
Φυσικά αυτή η μετάβαση απαιτεί κεφάλαια και επενδύσεις, όμως είναι δεδομένο πως το κόστος της αδράνειας είναι πολλαπλάσιο. Ο χρόνος των μεταβατικών ψευδαισθήσεων τελείωσε.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους