[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μου φαίνεται περίεργο, ίσως και αστείο, να μου ζητούν να υπογράψω στο βιβλίο του Ηρωδείου όπου ερχόμουνα από μικρό παιδάκι, έζησα τόσα καλλιτεχνικά γεγονότα, αργότερα έπαιξα σε αυτό τρεις φορές...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μου φαίνεται περίεργο, ίσως και αστείο, να μου ζητούν να υπογράψω στο βιβλίο του Ηρωδείου όπου ερχόμουνα από μικρό παιδάκι, έζησα τόσα καλλιτεχνικά γεγονότα, αργότερα έπαιξα σε αυτό τρεις φορές Αριστοφάνη και σήμερα πατώ ως σκηνοθέτης του Αμφιτρύωνα.

Είναι μια αρκετά μεγάλη πορεία και ελπίζω να διατηρήσει την αξία της, να μην υποτιμηθεί.

Ιδίως οι νεότεροι να ζήσουν κάποιες εμπειρίες άξιες λόγου. Λευτέρης Βογιατζής 20 Σεπτεμβρίου 2012» Στέκομαι μπροστά σε αυτή τη σελίδα περισσότερο απ’ όσο αντέχει κανείς μια «αφιέρωση». Δεν την προσπερνάς.

Σε κρατά.

Σαν να έχει μέσα της κάτι που δεν θέλει να ειπωθεί γρήγορα.

Δεν βλέπω απλώς λέξεις.

Βλέπω το χέρι του.

Τη μικρή καθυστέρηση πριν γράψει, τη σχεδόν αμήχανη είσοδο στη φράση, εκείνο το χαμηλό χαμόγελο που πάντα προλάβαινε τη σοβαρότητα για να μην τη μετατρέψει σε βάρος αφόρητο.

Υπογράφει σχεδόν για να περάσει.

Και αρχίζει από εκεί που δεν περιμένεις: από το παιδί.

Ως κάτι που δεν έπαψε ποτέ να είναι ενεργό μέσα του.

Το παιδάκι που ερχόταν στο Ηρώδειο δεν εξαφανίστηκε μέσα στον σκηνοθέτη. Έμεινε.

Και νομίζω πως αυτό το παιδί ήταν το πιο απαιτητικό κομμάτι του.

Γιατί δεν συγχωρεί.

Δεν ικανοποιείται εύκολα.

Δεν συμβιβάζεται με το περίπου.

Βλέπει και είτε ανοίγεται είτε κλείνει.

Όλη του η διαδρομή, όπως τη νιώθω μέσα σε αυτές τις λίγες γραμμές, μοιάζει με μια διαρκή προσπάθεια να σταθεί αντάξιος αυτού του πρώτου βλέμματος… εκείνου που δεν ήξερε ακόμη τι είναι θέατρο, αλλά ένιωθε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.

Όταν γράφει ότι «έζησε τόσα καλλιτεχνικά γεγονότα», δεν αναγνωρίζω έναν άνθρωπο που καταγράφει επιτεύγματα.

Βλέπω εκείνον που έχει περάσει μέσα από πράγματα που δεν τον άφησαν ίδιο.

Δεν λέει «έκανα». Λέει «έζησα». Δηλαδή εκτέθηκε.

Και αυτή η έκθεση δεν έγινε ποτέ άνεση.

Έγινε βάρος, ευθύνη, τρόπος να μην αφήνεται να ξεκουραστεί μέσα στην επιτυχία. Ο Βογιατζής δεν έμοιαζε ποτέ με καλλιτέχνη που κατοικεί το έργο του με σιγουριά.

Πάντα έμοιαζε να το πλησιάζει σαν κάτι που μπορεί να τον διαψεύσει ανά πάσα στιγμή.

Οι τρεις φορές στον Αριστοφάνη — τόσο απλά γραμμένες — ανοίγουν ένα ολόκληρο το σώμα του ηθοποιού μέσα στη γλώσσα.

Είναι επιμονή στο δύσκολο.

Στην επανάληψη εκείνου που δεν τελειώνει ποτέ. Ο Αριστοφάνης δεν είναι εύκολος τόπος.

Είναι γέλιο που κόβει, λόγος που εκθέτει, ρυθμός που δεν συγχωρεί το ψέμα.

Και το να επιστρέφεις εκεί τρεις φορές σημαίνει ότι δεν θεωρείς ποτέ ότι το κατέκτησες.

Σημαίνει ότι το αφήνεις να σε ξαναδουλέψει.

Και μετά, αυτή η λέξη: «πατώ». Σήμερα πατώ ως σκηνοθέτης του Αμφιτρύωνα.

Δεν λέει φτάνω.

Δεν λέει παρουσιάζω.

Δεν λέει ολοκληρώνω.

Λέει πατώ.

Και γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν η τελευταία του φορά εκεί, αυτό το «πατώ» αποκτά κάτι που δεν μπορώ να αγνοήσω.

Σαν να αφήνει ένα ίχνος που δεν θα επαναληφθεί.

Όχι δραματικά, όχι με πρόθεση.

Αλλά όπως συμβαίνουν όλα τα σημαντικά: ήσυχα. Ο Αμφιτρύων στέκεται δίπλα του χωρίς να χρειάζεται εξήγηση.

Τον θυμάμαι μέσα σε αυτό το έργο όπου το πρόσωπο διπλασιάζεται, όπου κανείς δεν είναι απολύτως αυτός που φαίνεται, όπου η ταυτότητα μετακινείται.

Και τον βλέπω να στέκεται εκεί, στο τέλος της διαδρομής του, ως πολλαπλός.

Το παιδί που ήταν, ο ηθοποιός που δοκιμάστηκε, ο σκηνοθέτης που απαιτούσε, ο άνθρωπος που κουραζόταν, που αρρώσταινε, που όμως πατούσε ακόμη.

Όλοι μαζί.

Καμία καθαρή ταυτότητα.

Μόνο μια σύνθετη παρουσία που δεν χρειάζεται να λυθεί.

Και ύστερα αυτή η φράση: «να μην υποτιμηθεί». Δεν μπορώ να την περάσω γρήγορα.

Είναι αγωνία.

Και δεν αφορά τον ίδιο.

Δεν τον ενδιέφερε ποτέ να διασωθεί ως όνομα.

Αφορά αυτό που έζησε.

Αυτό που συνέβη σε αυτόν τον χώρο.

Τον κίνδυνο να συνεχίσει το θέατρο να υπάρχει, αλλά να αδειάσει από βάρος.

Να γίνει εύκολο.

Να γίνει συνήθεια.

Να γίνει κάτι που καταναλώνεται χωρίς να αφήνει ίχνος.

Εκεί, νομίζω, βρίσκεται όλη η αυστηρότητά του.

Όχι απέναντι στους άλλους.

Απέναντι στην υποτίμηση της εμπειρίας.

Και μετά η τελευταία φράση: «εμπειρίες άξιες λόγου». Μένω σε αυτή τη λέξη: άξιες.

Όχι πολλές.

Όχι εντυπωσιακές. Άξιες.

Δηλαδή ικανές να αντέξουν τον λόγο χωρίς να μικρύνουν.

Να μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτές και να μην προδώσεις αυτό που συνέβη.

Να έχουν μέσα τους κάτι που επιμένει, που επιστρέφει, που δεν εξαντλείται στη στιγμή.

Αυτό ζητά για τους νεότερους.

Όχι να μάθουν, όχι να πετύχουν, όχι να φανούν.

Να ζήσουν κάτι που να αξίζει να ειπωθεί.

Κρατώ αυτή τη σελίδα μέσα στο ημερολόγιο του και νιώθω ότι δεν ανήκει στο παρελθόν.

Μας κοιτά.

Σαν να μας ρωτά: αυτό που βλέπεις σήμερα, αυτό που γράφεις, αυτό που αντέχεις, έχει ακόμη αυτή την αξία; Ή έχει ήδη αρχίσει να υποτιμάται; Και τότε η υπογραφή του δεν είναι πια μια ήσυχη χειρονομία.

Είναι μια απαίτηση που δεν κλείνει. Ένα ίχνος που δεν σε αφήνει να περάσεις αδιάφορα. Adieu Λευτέρη!

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences