ΤΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΑΓΑΠΗΣ…» Τρώμε στην ταβέρνα του Βυρίνη, στο Παγκράτι. Δική του ιδέα. «Ο πατέρας μου» μού λέει «δεν πολυσύχναζε σε ταβέρνες. Άντε να καθόταν μετά τη δουλειά σε ένα...
ΤΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΑΓΑΠΗΣ…» Τρώμε στην ταβέρνα του Βυρίνη, στο Παγκράτι.
Δική του ιδέα. «Ο πατέρας μου» μού λέει «δεν πολυσύχναζε σε ταβέρνες.
Άντε να καθόταν μετά τη δουλειά σε ένα ουζερί στη Σανταρόζα και να τσιμπούσαν με την παρέα του μεζέδες με οδοντογλυφίδες.
Ανήκε σε μια γενιά μαθημένη να μετράει τα λεφτά της.
Ή θα έτρωγες έξω ή θα πήγαινες ένα θέατρο, θα αγόραζες ένα βιβλίο.
Δεν το ένιωθαν στέρηση αλλά επιλογή… Εμείς, ως ενήλικες, για δεκαετίες πριν από τη χρεοκοπία του 2010, του δώσαμε και κατάλαβε.
Καταναλώναμε τα πάντα λες και παίρναμε εκδίκηση για χάρη των γονιών μας.
Των παιδιών της Κατοχής…» «Τελείως διαφορετική ζωή» του λέω. «Οι γονείς μας όμως είναι πάντοτε μέσα μας, παρόντες.
Για αυτό έγραψα το “Δεκατρία”. Ως μια χειρονομία αγάπης προς εκείνους.
Ιδίως προς τον πατέρα μου, που έμεινε για πάντα σαρανταοχτώ χρονών…» «Αληθινή ιστορία» χαρακτηρίζει ο Χρήστος Χωμενίδης το καινούργιο του βιβλίο.
Ξεκινάει πριν από τη γέννησή του, το 1966, και φτάνει μέχρι το 1979 - anus horibilis για τον ίδιον, τρομερό έτος, αφού τότε πέθανε ο πατέρας του Αλέξανδρος.
Ξεκινάει από τις ρίζες του, από τα πιο κοντινά του πρόσωπα, πολύ σύντομα όμως το “Δεκατρία” ανοίγει σαν βεντάλια.
Μας δείχνει γειτονιές, περιβάλλοντα, συνήθειες και ήθη.
Ερωτικές ίντριγκες, πολιτικές συγκρούσεις, ψυχικές ακροβασίες. Την Ελλάδα της Χούντας και της πρώιμης Μεταπολίτευσης; Ένα πολύ χαρακτηριστικό κομμάτι της.
Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. - Έτσι συνέβησαν τα γεγονότα ή έτσι τα θυμάσαι εσύ; Τι αξιοπιστία έχει για τον αναγνώστη ένα τόσο άγουρο -σαν το δικό σου- βλέμμα; - Ό,τι αφηγούμαι στο «Δεκατρία» έχει συμβεί.
Προφανώς γράφω από τη δική μου οπτική γωνία.
Η «κάμερα» μου είναι στο ύψος των ματιών μου και όσο παίρνω μπόι, ανεβαίνει.
Αντιστάθηκα ωστόσο στον πειρασμό, να αναμείξω τη μνήμη με τη μυθοπλασία όπως έκανα στη «Νίκη», πόσω δε μάλλον στο «Σοφό Παιδί». Εδώ το στοίχημα είναι η ακρίβεια, η οποία προϋποθέτει τόλμη.
Κουράγιο να εκτεθείς και να εκθέσεις.
Μεταφέρω όσο το δυνατόν ακατέργαστα τα γεγονότα στον αναγνώστη.
Την ατμόσφαιρα. - Ο οικογενειακός περίγυρος σου ήταν άνθρωποι ταγμένοι στην Αριστερά.
Ο ένας παππούς σου, συνιδρυτής του ΕΑΜ, απαγχονίστηκε από τους ταγματασφαλίτες στην Πάτρα.
Ο άλλος, βουλευτής, υπαρχηγός για ένα διάστημα του ΚΚΕ, διεγράφη από τον Ζαχαριάδη… - Μιλάς για την προπροηγούμενη από εμένα γενιά.
Οι γονείς μου ήταν τα παιδιά εκείνων των ανθρώπων.
Που πλήρωσαν χωρίς να το έχουν επιλέξει.
Βεβαίως η Ιστορία, οι πολιτικές καταστάσεις έμπαιναν μες στο σπίτι μας ορμητικά από τις πόρτες κι από τα παράθυρα.
Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, μας πήρε και μας σήκωσε.
Συλλήψεις, φυλακές, εξορίες.
Η μάνα μου απολύθηκε από τη δουλειά της.
Ο πατέρας μου, δικηγόρος εργατικών σωματείων, με τον συνδικαλισμό ουσιαστικά εκτός νόμου, βάραγε μύγες.
Μετακομίσαμε σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στην οδό Δροσοπούλου.
Το δώρο μου τα Χριστούγεννα του 1971 ήταν ένα μπαλόνι και μια σοκολάτα.
Πώς απάντησαν στον ζόφο οι δικοί μου; Με τον πολιτισμό. Άκουγαν Ρόλινγκ Στόουνς, Νίνο Ρότα και Σαββόπουλο.
Διάβαζαν, έβλεπαν σινεμά.
Είχαν φτιάξει ένα καταφύγιο, μια κιβωτό, με μουσικές και με εικόνες.
Εκεί μέσα αντιλήφθηκα τον εαυτό μου. - Γράφεις σε ένα σημείο: «Ο Αλέξανδρος είχε δει την Ιστορία να σμπαραλιάζει σχεδόν τη ζωή του.
Να του καταργεί κάθε αίσθηση ασφάλειας.
Μπορεί να μην έχασε την ορμή του, μπορεί να έκανε το χιούμορ ασπίδα του... Τρόμαξε όμως για πάντα». Υπάρχουν αρκετά σημεία όπου ο πατέρας σου εκπροσωπεί πολλούς «Αλέξανδρους». - Προφανώς.
Οι γονείς μου δεν ήταν περιθωριακοί.
Έμοιαζαν με πολλούς άλλους ανθρώπους στην Ελλάδα, που ενώ απεχθάνονταν τη δικτατορία, δεν στρατεύτηκαν δυναμικά στην αντίσταση.
Βρίσκω πολύ χαρακτηριστική στο «Δεκατρία» τη σκηνή που ο Αλέξανδρος μπαίνει στο πλοίο για να επισκεφτεί τον συνεταίρο του τον Κώστα στις φυλακές Αιγίνης.
Πλέει ανάμεσα σε δύο κόσμους δίχως να ανήκει -ούτε να θέλει να ανήκει- σε κανέναν τους.
Τον φωταγωγημένο Πειραιά του χουντικού δήμαρχου Σκυλίτση τον αποστρέφεται.
Μα και οι πολιτικοί κρατούμενοι του φαίνονται κάπως ιδρυματοποιημένοι.
Κάπως αποκομμένοι από την αληθινή ζωή.
Η ζωή εν πολλοίς άλλαζε ερήμην τους. - Όταν έγραφες το «Δεκατρία», είχες κατά νου τις ταυτίσεις που μπορεί να προκαλέσει σε διαφορετικούς αναγνώστες. - Μακάρι να συμβεί.
Θα χαρώ πάρα πολύ.
Δεν γράφω όμως κατά παραγγελίαν των αναγνωστών.
Σημασία έχει τι νοιώθω ανάγκη να διηγηθώ εγώ. - Με τον πατέρα σου αισθανόσουν ότι είχες ανοιχτούς λογαριασμούς, που έπρεπε να τους διαχειριστείς συγγραφικά; - Τον αγαπώ πάρα πολύ – και ο ενεστώτας χρόνος δεν είναι τυχαίος.
Καθώς πέθανε τόσο νέος, δεν πρόφτασα να τον απομυθοποιήσω.
Να τον κάνω στην εφηβεία μου κομμάτια και θρύψαλλα κι έπειτα, ωριμάζοντας, να του δώσω στο σύμπαν μου τη θέση που θα του άρμοζε.
Για μένα έμεινε ένας πολύ ωραίος, πολύ πνευματώδης τύπος.
Ένα λαμπρό μετέωρο.
Νομίζω ότι η ζωή μου όλη είναι μια αναφορά στον Αλέξανδρο.
Να συνεχίσω, λαχταρούσα, από εκεί που σταμάτησε.
Να δω και να χαρώ όσα δεν χάρηκε… Ξέρεις ότι οι γονείς μου ποτέ δεν ταξίδεψαν στο εξωτερικό; Δεν τους το επέτρεπε η αναγκεμένη καθημερινότητα.
Εγώ λοιπόν, για πολλά χρόνια, ήμουν με μια βαλίτσα στο χέρι.
Από την άλλη, τον μιμήθηκα σε πολλά.
Όπως και εκείνος, έτσι κι εγώ δεν έχω αυτοκίνητο ούτε καν ξέρω να οδηγώ.
Έχω κληρονομήσει επίσης τη συνήθειά του να ράβει κοστούμια. - Ξεχωριστό κεφάλαιο στο «Δεκατρία» είναι η είσοδος του Αλέξανδρου στο νοσοκομείο με μη αντιμετωπίσιμο καρκίνο.
Πώς το χειρίστηκες αυτό; - Ως το συγκλονιστικότερο γεγονός της μέχρι τότε ζωής μου, το οποίο μάλιστα όσο συνέβαινε δεν ομολογούνταν ρητά.
Δεν έλεγαν τότε στους καρκινοπαθείς, πόσω δε μάλλον στα μικρά παιδιά τους, από τι πάσχουν. Ο Αλέξανδρος κατά βάθος, πιστεύω, ήξερε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες.
Ο δικός του πατέρας, ο Χρήστος Χωμενίδης, είχε αξιωθεί έναν ηρωικό -σχεδόν τελετουργικό- θάνατο για την πατρίδα.
Ο ίδιος θα έσβηνε σε ένα κρεββάτι; Όχι! Αποφάσισε να προσδώσει στη δική του έξοδο από τη ζωή έναν διονυσιακό χαρακτήρα.
Όσο τον βάσταγαν τα πόδια του, γλεντούσε.
Έκανε κάθε βράδυ πάρτυ.
Έφτασε στο χείλος του τάφου του χορεύοντας.
Συγκινημένος έγραφα εκείνες τις σελίδες.
Τον σκεφτόμουν όταν έμενε, κατά την αρρώστια, μόνος με τον εαυτό του. Φοβόταν; Έκλαιγε; Μονάχα μια στιγμή, για ελάχιστα δευτερόλεπτα, ράγισε μπροστά μου.
Ξεροκατάπιε αμέσως ύστερα και είπε ένα καλαμπούρι. - Ήλεγξες, διπλοτσέκαρες, τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτεις στο «Δεκατρία»; Τα περισσότερα τα θυμόμουν -πίστεψέ το- με μεγάλη ακρίβεια.
Θυμόμουν ότι σπίτι μου είχαν σοκαριστεί όταν, στις εκλογές του 1974, ο Μίκης Θεοδωράκης απέτυχε να βγει βουλευτής.
Από ποιόν είχε χάσει στη Β’ Πειραιώς; Νόμιζα από τον Νίκανδρο Κεπέση.
Έψαξα και βρήκα ότι ήταν από τον Δημήτρη Γόντικα.
Το «Δεκατρία» εντούτοις στέκεται και εμβαθύνει στις στιγμές που η γενική Ιστορία γίνεται προσωπική.
Το βράδυ, για παράδειγμα, της 23ης Ιουλίου 1974, η Χούντα είχε καταρρεύσει, «Ε-Ε-΄Ερχεται!» ακουγόταν για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Κλεισμένος εγώ στο διαμερισματάκι στην Κυψέλη, ήθελα κάπως να συμμετάσχω στα φοβερά γεγονότα.
Έκοψα τις σελίδες ενός μπλοκ, έγραψα με μαρκαδόρο το πρώτο σύνθημα που μου ήρθε στο μυαλό και τις πέταξα από το μπαλκόνι.
Τι είχα γράψει; ΕΟΚΑ Β! Χωρίς βεβαίως να έχω ιδέα τι σήμαινε αυτό. - Είχες προαποφασίσει ότι ο Αλέξανδρος Χωμενίδης θα ήταν ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου ή προέκυψε σταδιακά; - Νομίζω ότι μένοντας τόσο στον Αλέξανδρο, αδικούμε τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου.
Παρελαύνουν από τις σελίδες του δεκάδες άνθρωποι, περισσότερο ή λιγότεροι κοντινοί μου.
Γυναίκες του κόσμου και του ημίκοσμου, βιοπαλαιστές, φτωχοδιάβολοι. «Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε» έλεγε η μάνα μου.
Και είχε δίκιο. Στην Ελλάδα τότε δεν είχαν υψωθεί τείχη που να χωρίζουν τις κοινωνικές τάξεις, τις κατηγορίες πληθυσμού.
Για αυτό και η κινητικότητα ήταν πολύ πιο εύκολη. - Διψούσαν να ζήσουν όλοι εκείνοι… - Ω ναι! Αναζητούσαν παντού τη χαρά.
Ήταν σκληραγωγημένοι από όσα είχαν περάσει και απεχθάνονταν τη θυματοποίηση.
Πόσο δε μάλλον την αυτοθυματοποίηση.
Κάποιες εκ των υστέρων, ιδεολογικά φορτισμένες, αναπαραστάσεις εκείνης της εποχής, μιλούν για μια κοινωνία αυστηρή, πατριαρχική, σχεδόν ανηδονική.
Ουδέν ψευδέστερον! Η Αθήνα τουλάχιστον σπαρταρούσε. Κόχλαζε.
Τα έδινε όλα στη δουλειά, στον αγώνα, στη γιορτή, στο κρεββάτι.
Ο αέρας μύριζε έμπνευση, έρωτα, σεξ! - Τα ήθη δεν ήταν αυστηρότερα; - Τα «χρηστά ήθη» ήταν μια λεπτή κρούστα.
Από κάτω γινόταν το «έλα να δεις». Το έπαιρνες χαμπάρι και ως παιδί ακόμα.
Στο «Δεκατρία», το διηγούμαι αναλυτικά.
Αυτό που παράλληλα ίσχυε ήταν ότι δεν έβαζαν κανένα σχεδόν κόφτη στις φιλοδοξίες, στα όνειρά τους. «Θα γίνω εργολάβος και θα σηκώσω μια δική μου πολυκατοικία!» έλεγε ο οικοδόμος. «Θα σε στείλω στο Χάρβαρντ!» μου έταζε ο πατέρας μου, όποτε έφερνα καλούς βαθμούς.
Ιδίως μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η οποία συνέβη εβδομάδες πριν πεθάνει, πλημμύρισε από αισιοδοξία. «Σου παραδίδω μια πατρίδα ασύγκριτα καλύτερη από εκείνη που παρέλαβα!» μου είπε.
Και απέδωσε, αν και παιδί της Αριστεράς, την οφειλόμενη τιμή στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Στέκομαι στη λέξη «πατρίδα». Δεν περιορίζονταν οι άνθρωποι τότε στο σπίτι ή στο πορτοφόλι τους.
Είχαν συνείδηση ότι η προσωπική ευμάρεια περνάει μέσα από τη συλλογική πρόοδο.
Εκτός πιά και αν ήσουν δωσίλογος! - Από το «Δεκατρία» περνάει επίσης η σχέση σου με τη λαϊκή κουλτούρα.
Η αναφορά, για παράδειγμα, στην «οδύνη» που έκρυβαν πάντα για σένα τα «Καβουράκια» του Τσιτσάνη… - Ισχύει! Εάν ο ένας πυλώνας μου ως συγγραφέα είναι η παγκόσμια λογοτεχνία -διδάσκομαι ακόμα εντατικά από τον Θερβάντες, τον Μπαλζάκ, τον Τολστόι, διάβασα πρόσφατα ένα μυθιστόρημα που με συγκλόνισε, το «Μόνος στο Βερολίνο» του Χανς Φάλαντα- ο άλλος πυλώνας είναι το λαϊκό μας τραγούδι. Τον Τσιτσάνη τον βάζω στο ίδιο ύψος με τον Καβάφη.
Κανένας άλλος δεν αποτύπωσε με τόση ακρίβεια και διεισδυτικότητα τον έρωτα.
Κι αυτό που τόσο εύστοχα λέει ο Μάνος Χατζιδάκις: το ανικανοποίητο, την τάση φυγής. - Θα μπορούσε το «Δεκατρία» να έχει συνέχεια; Να αφηγηθείς τα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα σου; - Το «Δεκατρία» με άρπαξε από τα μούτρα.
Σαν να με ανάγκασε το ίδιο να το γράψω, δουλεύοντας επί μήνες δωδεκάωρα.
Διέκοψα, ξεκινώντας το, το μελλοντολογικό μυθιστόρημα «Ελισσαίος» που είχα στα σκαριά.
Καιρός να το ξαναπιάσω.
Να μεταφερθώ από το 1979 στο 2120.
Έπειτα θέλω να γράψω τη συνέχεια της «Πανδώρας», που πολύ την αγάπησα κι εγώ και οι αναγνώστες κι ας έκανε κάποιους να νοιώσουν «άβολα», κατά τη λέξη του συρμού.
Σε είκοσι χρόνια, αν ζω, ίσως να γράψω τη συνέχεια του «Δεκατρία»… Εκείνο για το οποίο τώρα αδημονώ είναι το Κίεβο.
Η «Νίκη» μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα ουκρανικά.
Θα παρουσιαστεί στα τέλη Μαϊου στο μεγαλύτερο φεστιβάλ βιβλίου της Ουκρανίας.
Οι πρώτοι εκεί αναγνώστες της λένε πόσες ομοιότητες ανακαλύπτουν ανάμεσα στις τραγωδίες και στις ελπίδες των δύο λαών. Αντιλαμβάνεσθε τη συγκίνησή μου.-
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους