[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι τσιγγάνες Χωριό στη Μάνη, 1961 Ήρθαν με τον Αύγουστο, όταν η ζέστη έκανε τα τζιτζίκια να σκάνε. Τρεις γυναίκες, πέντε παιδιά, δύο γαϊδούρια φορτωμένα καλάθια, ντέφια και μπόγους. Η σκόνη του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι τσιγγάνες Χωριό στη Μάνη, 1961 Ήρθαν με τον Αύγουστο, όταν η ζέστη έκανε τα τζιτζίκια να σκάνε.

Τρεις γυναίκες, πέντε παιδιά, δύο γαϊδούρια φορτωμένα καλάθια, ντέφια και μπόγους.

Η σκόνη του δρόμου είχε ασπρίσει τις κόκκινες φούστες τους.

Τα χρυσά φλουριά στον λαιμό τους χτυπούσαν σε κάθε βήμα — ήχος που το χωριό είχε χρόνια να ακούσει.

Η θεια-Λενιώ τις είδε πρώτη.

Άπλωνε τη μπουγάδα.

Σταμάτησε, σκούπισε τα χέρια στην ποδιά, και έκανε τον σταυρό της. «Ήρθαν οι γύφτισσες» φώναξε στο σοκάκι.

Η μεγαλύτερη, η Σαμπρίνα, ήταν κοντά στα 50. Μάτια κάρβουνο, πρόσωπο χαραγμένο απ’ τον ήλιο.

Το μαντήλι της δεμένο πίσω, να αφήνει τα μαύρα μαλλιά να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους.

Όχι σαν τις χωριανές που τα έκρυβαν. «Καλημέρα, κυρά» είπε. «Έχουμε καλάθια γερά.

Και λέω τη μοίρα.

Δέκα δραχμές.» Τα παιδιά του χωριού έτρεξαν ξυπόλητα.

Οι άντρες βγήκαν στα καφενεία καχύποπτοι.

Οι γριές ψιθύρισαν «να προσέχουμε τις κότες». Μα η αυλή γέμισε.

Γιατί η περιέργεια ήταν πιο δυνατή απ’ τον φόβο.

Η μάνα σου, η Μαργιώ, ήταν 30 χρονών τότε.

Σε κρατούσε απ’ το χέρι — εσύ 5 χρονών, με γόνατα γεμάτα μελανιές.

Δεν μίλησε στις γύφτισσες.

Κοίταζε μόνο. Η Σαμπρίνα τη ζύγωσε. «Πάρε ένα καλάθι, κούκλα.

Θα σου βαστάξει χρόνια.» Η Μαργιώ έβγαλε το πορτοφόλι.

Πλήρωσε δέκα δραχμές χωρίς παζάρι. «Να σου πω τη μοίρα;» ρώτησε η Σαμπρίνα. «Δεν πιστεύω» απάντησε η Μαργιώ. «Δεν χρειάζεται» είπε η γύφτισσα. «Η μοίρα πιστεύει σε σένα.» Δεν άπλωσε χέρι η μάνα σου.

Πήρε το καλάθι και γύρισε σπίτι.

Το έβαλε δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας.

Έμεινε εκεί 20 χρόνια.

Μέχρι που έφυγε εκείνη.

Το βράδυ, στο αλώνι κάτω απ’ το γεφύρι, άναψαν φωτιά. Η Σαμπρίνα χτύπησε το ντέφι — ρυθμό που έκανε τα πόδια να τρώνε.

Η μικρή, η Αϊσέ, 16 χρονών δεν ήταν, πετάχτηκε στη μέση.

Χόρεψε ξυπόλητη στο χώμα.

Οι φούστες της άνοιγαν σαν παπαρούνα.

Τα φλουριά της χτυπούσαν.

Τα μεσοφόρια της ανέμιζαν.

Τα χέρια της ζωγράφιζαν τον αέρα.

Κανείς απ’ το χωριό δεν χόρεψε μαζί της.

Μόνο κοιτούσαν.

Οι άντρες με το τσιγάρο στο χέρι, οι γυναίκες με τα χέρια σταυρωμένα.

Μα τα πόδια τους χτυπούσαν τον ρυθμό στο χώμα, αθέλητα.

Εσύ αποκοιμήθηκες στα γόνατα της μάνας σου, που καθόταν στην πέτρα και δεν μίλαγε.

Μόνο όταν η Αϊσέ έκανε μια στροφή και τα μαλλιά της πέταξαν, η Μαργιώ ψιθύρισε: «Σαν πουλί είναι.» Τα χαράματα έφυγαν.

Όπως ήρθαν. Αθόρυβα.

Δεν πήραν κότα, δεν ζήτησαν ψωμί, δεν άφησαν κατάρα.

Στο αλώνι, εκεί που χόρεψε η Αϊσέ, έμειναν μόνο τα ίχνη απ’ τα γυμνά της πόδια στο χώμα και την άνοιξη, φύτρωσαν τρεις παπαρούνες ακριβώς εκεί.

Κόκκινες, κατακκόκινες.

Η θεια-Λενιώ είπε: «Πάλι καλά που δεν μας μάτιαξαν.» Ο πατέρας σου είπε: «Καλάθια πουλάνε, δεν τρώνε ανθρώπους.» Η μάνα σου δεν είπε τίποτα.

Σήμερα το χωριό έχει ρημάξει.

Τα σπίτια χαλάσματα, οι νέοι έφυγαν.

Εσύ γύρισες 70 χρονών, με άσπρα μαλλιά.

Στο αλώνι, ακόμα φυτρώνουν παπαρούνες.

Μόνες τους.

Κάθεσαι στην ίδια πέτρα που καθόταν η μάνα σου.

Το καλάθι της Σαμπρίνας σαπισμένο πια, μα το έχεις ακόμα στο πατρικό.

Κλείνεις τα μάτια.

Και για μια στιγμή, ακούς ντέφι. Μακρινό.

Βλέπεις την Αϊσέ να χορεύει στο χώμα, και τη Σαμπρίνα να σου κλείνει το μάτι. «Αχ, ρε μάνα» λες.

Γιατί κατάλαβες.

Η μοίρα που δεν άκουσες τότε, ήταν αυτή: Θα γερνούσες, θα γύρναγες, και θα θυμόσουν.

Και οι γύφτισσες; Πήραν τον δρόμο τους.

Μα άφησαν πίσω τρεις παπαρούνες, έναν ρυθμό στο χώμα, και μια ιστορία που το χωριό λέει ακόμα κάθε Αύγουστο. «Ήρθαν, χόρεψαν, κι έφυγαν. Κι εμείς μείναμε να μετράμε τα χρόνια με τις παπαρούνες.»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences