[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Από Αντώνης Ανδρουλιδάκης Ένα εξαιρετικό κείμενο. ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΙΣΟΣ Διαβάζοντας τα σχόλια κάτω από διάφορες αναρτήσεις σχετικά με το Global Sumud Flotilla δεν ένιωσα απλώς διαφωνία. Ένιωσα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Από Αντώνης Ανδρουλιδάκης Ένα εξαιρετικό κείμενο. ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΙΣΟΣ Διαβάζοντας τα σχόλια κάτω από διάφορες αναρτήσεις σχετικά με το Global Sumud Flotilla δεν ένιωσα απλώς διαφωνία.

Ένιωσα φόβο.

Όχι για το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά για τον τρόπο που αυτό εκφράζεται: με απαξίωση, ειρωνεία, χλευασμό και, συχνά, με πλήρη απουσία ενσυναίσθησης.

Με μια σκληρότητα που δεν στοχεύει σε επιχειρήματα, αλλά σε ανθρώπους.

Κι έμεινα να αναρωτιέμαι, αν όλοι αυτοί δεν είναι πληρωμένα διαδικυκτιακά τρολ, με ποιους συνυπάρχουμε μέσα σ' αυτή την κοινωνία; Ίσως, όμως, το πιο ουσιαστικό ερώτημα να είναι άλλο: τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν ο πόνος δεν μετατρέπεται σε κατανόηση, αλλά σε σκληρότητα απέναντι στον πόνο του άλλου; Η εύκολη απάντηση θα ήταν να μιλήσουμε για «τοξικότητα των social media», για «χαμηλό επίπεδο» ή για «έλλειψη παιδείας». Όλα αυτά έχουν μια δόση αλήθειας.

Αλλά δεν αρκούν.

Αυτό που βλέπουμε είναι κάτι βαθύτερο: η έκφραση ενός μη επεξεργασμένου συλλογικού τραύματος.

Η ελληνική κοινωνία κουβαλά μια βαριά ιστορική εμπειρία: πολέμους, εκτοπισμούς, Κατοχή, Εμφύλιο, Κυπριακό, οικονομική κρίση.

Εμπειρίες απώλειας, ταπείνωσης, αβεβαιότητας.

Αυτά τα γεγονότα δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν.

Εγγράφονται στη συλλογική μνήμη και επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σήμερα.

Όπως έχει δείξει ο Maurice Halbwachs, η μνήμη είναι κοινωνική.

Δεν θυμόμαστε απλώς ως άτομα, αλλά ως μέλη μιας κοινότητας που μεταφέρει αφηγήσεις, φόβους και προσδοκίες.

Όταν αυτές οι αφηγήσεις οργανώνονται γύρω από την αδικία και την εγκατάλειψη, τότε ο «άλλος» εύκολα γίνεται ύποπτος, απειλή ή εχθρός.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επαφή με τον πόνο του άλλου δεν οδηγεί πάντα σε συμπόνια.

Μπορεί να ενεργοποιήσει έναν μηχανισμό που η κοινωνική ψυχολογία ονομάζει ανταγωνισμό θυμάτων: «Γιατί να νοιαστώ για αυτούς, όταν κανείς δεν νοιάστηκε για εμάς;» Η συμπόνια μετατρέπεται σε απαξίωση.

Και η απαξίωση, πολύ γρήγορα, σε μίσος.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Η εμπειρία της ταπείνωσης -ιδίως την περίοδο της οικονομικής κρίσης- άφησε ένα βαθύ αποτύπωμα.

Όταν μια κοινωνία νιώθει ότι έχασε τον έλεγχο, ότι εξευτελίστηκε ή αγνοήθηκε, μπορεί να αναζητήσει μια μορφή αποκατάστασης όχι μέσα από την αυτογνωσία, αλλά μέσα από την υποτίμηση κάποιου άλλου.

Η απανθρωποποίηση -οι λέξεις «σκουπίδια», «παράσιτα», «απόβλητα»- δεν είναι απλώς ύβρεις.

Είναι ψυχικοί μηχανισμοί.

Επιτρέπουν στον άνθρωπο να εκτονώσει θυμό χωρίς ενοχή.

Να απομακρύνει το άγχος, μειώνοντας τον άλλον σε κάτι λιγότερο από άνθρωπο.

Όπως επισημαίνει ο Jeffrey C. Alexander, το τραύμα δεν είναι μόνο αυτό που συνέβη, αλλά το πώς νοηματοδοτείται.

Και όταν αυτή η νοηματοδότηση αποτυγχάνει, το τραύμα δεν γίνεται γνώση.

Γίνεται αντίδραση.

Σε αυτή τη συνθήκη προστίθεται και ο κυνισμός. «Όλοι πληρώνονται.» «Όλα είναι θέατρο.» «Κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά.» Δεν είναι απλώς φράσεις.

Είναι άμυνες.

Μια κοινωνία που έχει απογοητευτεί βαθιά δυσκολεύεται να πιστέψει στην αυθεντικότητα.

Ο κυνισμός προστατεύει από την απογοήτευση, αλλά ταυτόχρονα σκοτώνει την ενσυναίσθηση.

Και τότε, ο άλλος δεν είναι απλώς κάποιος με διαφορετική άποψη.

Είναι κάποιος που αξίζει να γελοιοποιηθεί.

Όμως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η ύπαρξη θυμού.

Είναι η απόλαυση της ταπείνωσης του αδύναμου Άλλου.

Το γέλιο μπροστά στον πόνο.

Η ειρωνεία μπροστά στην ευαλωτότητα.

Η επιθυμία να «τελειώσει η δουλειά». Εκεί δεν έχουμε απλώς διαφωνία.

Έχουμε σοβαρή ρωγμή στον κοινωνικό δεσμό.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.

Αυτό που βλέπουμε δεν είναι «μερικοί κακοί άνθρωποι στο διαδίκτυο». Είναι μάλλον ένα κομμάτι της κοινωνίας που δυσκολεύεται να διαχειριστεί τον πόνο του χωρίς να τον μετατρέψει σε μίσος και επιθετικότητα.

Κάτι, λοιπόν, πρέπει να κάνουμε με το συλλογικό μας τραύμα.

Όχι να το αρνηθούμε.

Όχι να το ξεχάσουμε.

Αλλά να το κατανοήσουμε.

Να του δώσουμε λόγο, χώρο και νόημα, πριν συνεχίσει να εκφράζεται μέσα από τη σιωπηλή βία της καθημερινότητάς μας.

Γιατί όσο το αφήνουμε αδιερεύνητο, τόσο θα επιστρέφει.

Όχι ως μνήμη που μας διδάσκει, αλλά ως αντίδραση που μας σκληραίνει.

Και τότε, ο πόνος που δεν επεξεργαστήκαμε, θα γίνεται δυσανεξία προς τον πόνο του άλλου.

Αυτό δεν είναι μόνο ψυχολογικό ζήτημα.

Είναι βαθιά πολιτικό.

Η επεξεργασία του συλλογικού τραύματος δεν είναι πολυτέλεια.

Είναι όρος κοινωνικής συνοχής.

Όρος δημοκρατίας.

Όρος συλλογικής επιβίωσης.

Γιατί μια κοινωνία που δεν κατανοεί τον εαυτό της, κινδυνεύει να στραφεί εναντίον του ίδιου της του εαυτού.

Αν θέλουμε να αντέξουμε ως κοινότητα, πρέπει να στραφούμε προς τα μέσα με ειλικρίνεια και ευθύνη.

Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν κουβαλάμε τραύματα.Αλλά αν θα επιλέξουμε να τα μετασχηματίσουμε σε κατανόηση ή να τα αφήσουμε να γίνουν μίσος.

Και αν δεν το κάνουμε, ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός.

Είναι να συνεχίσουμε να διαβρώνουμε τον κοινωνικό ιστό, μέχρι τη στιγμή που η σύγκρουση δεν θα είναι πια λόγια, αλλά πράξη.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences