[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ένας φτωχός δάσκαλος από τη Χίο, μια αρχοντοπούλα του Πέραν, κι ένας έρωτας που οι λίρες και τα οικόσημα προσπάθησαν να πνίξουν. Αλλά η αγάπη δεν πεθαίνει τόσο εύκολα. Ο Αιμίλιος πάτησε στην αποβάθρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ένας φτωχός δάσκαλος από τη Χίο, μια αρχοντοπούλα του Πέραν, κι ένας έρωτας που οι λίρες και τα οικόσημα προσπάθησαν να πνίξουν.

Αλλά η αγάπη δεν πεθαίνει τόσο εύκολα. Ο Αιμίλιος πάτησε στην αποβάθρα του Γαλατά με μια βαλίτσα από μουσαμά και δέκα λίρες στην τσέπη.

Είκοσι τριών χρονών, φτωχός, δάσκαλος.

Ήρθε στην Πόλη για να διδάξει ελληνικούς στίχους στα φτωχόπαιδα των Ταταύλων, σε εκείνα τα υπόγεια δωμάτια που μύριζαν μούχλα και ξενύχτι.

Δεν περίμενε τίποτε άλλο από μια γωνιά να κοιμηθεί. Το Πέραν όμως ήταν αλλιώτικο.

Ήταν για τα φώτα που δεν έσβηναν ποτέ, για τις άμαξες με τ’ ασημένια λουριά, για τα μεταξωτά φουστάνια και τις βιτρίνες της Μεγάλης Οδού.

Εκεί την είδε πρώτη φορά.

Έξω από το Petit Champs, με φθινοπωρινή βροχή.

Εκείνη κατέβαινε από την άμαξα των Ιβράκηδων — δύο ασημένιες καρδιές πάνω στην πόρτα. Ερμιόνη.

Δεκαεννιά χρονών.

Μπλε βελούδο, ομπρέλα από μετάξι, και μάτια βαθιά σαν τον Βόσπορο τη νύχτα.

Δεν έπρεπε να την κοιτάξει.

Το ήξερε.

Κι όμως, την κοίταξε.

Η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια.

Ο πατέρας της, ο μεγαλέμπορος Κωνσταντίνος Ιβράκης, ζήτησε δάσκαλο για τη μικρότερη κόρη του.

Κανείς δεν δεχόταν τον μικρό μισθό.

Μόνο εκείνος.

Μπήκε στο αρχοντικό με τα μάρμαρα και τους πολυελαίους, και στη σκάλα τη βρήκε πάλι. «Εσείς είστε ο νέος δάσκαλος;» «Ναι, δεσποινίς.» «Διαβάζετε ποίηση, κύριε Αιμίλιε;» Διάβαζε. Παλαμά, Σολωμό, Βαλαωρίτη.

Εκείνη διάβαζε Μπωντλαίρ στα γαλλικά.

Συναντιόνταν στη βιβλιοθήκη.

Πρώτα μιλούσαν για βιβλία.

Μετά για όνειρα.

Μετά σταμάτησαν να μιλάνε.

Γιατί οι λέξεις έγιναν περιττές.

Μα η Ερμιόνη ήταν αρραβωνιασμένη.

Με τον Δημήτριο Καραθεοδωρή, γόνο τραπεζιτών, σπουδαγμένο στο Παρίσι.

Γάμος την άνοιξη. «Για το καλό της οικογένειας», έλεγε ο πατέρας.

Κι όμως, εκείνη αγαπούσε τον φτωχό δάσκαλο.

Εκείνον με τα τρύπια παπούτσια που της έγραφε στίχους σε χαρτιά από τετράδια μαθητών.

Ένα βράδυ με χιόνι τού είπε: «Θα φύγω μαζί σου, Αιμίλιε. Στη Χίο.

Να γίνω δασκάλα κι εγώ.

Δεν με νοιάζει το Πέραν.

Να ξυπνάω δίπλα σου.» Δεν πρόλαβαν.

Κάποιος τους είδε από το παράθυρο της κουζίνας.

Κάποιος μίλησε. Το Πέραν είναι μικρό όταν πρόκειται για σκάνδαλα. Ο Ιβράκης έμαθε τα πάντα.

Έδιωξε τον Αιμίλιο σαν αδέσποτο.

Κλείδωσε την Ερμιόνη στο δωμάτιό της. «Ντροπή! Θα παντρευτείς τον Καραθεοδωρή!» Μα ο Καραθεοδωρής διέλυσε τον αρραβώνα μπροστά σε μάρτυρες. «Δεν παίρνω μεταχειρισμένα πράγματα», είπε.

Η ρετσινιά έμεινε πάνω στην οικογένεια. Η Ερμιόνη αρρώστησε.

Πυρετός, μελαγχολία.

Ο γιατρός είπε «νευρική κατάπτωση». Ο πατέρας είπε «ξεροκεφαλιά». Την έστειλε στο σπίτι της θείας στη Χάλκη.

Να συνέλθει.

Να ξεχάσει.

Δεν ξέχασε.

Ένα πρωί, η υπηρέτρια τη βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

Δίπλα της, ένα άδειο μπουκαλάκι που είχε γραφή «λάβδανο». Κι ένα γράμμα, σφραγισμένο, με το όνομα του Αιμίλιου.

Το γράμμα έγραφε: «Αιμίλιέ μου, ο πατέρας λέει πως καλύτερα να πέθαινα παρά να τον ατιμάσω.

Ίσως έχει δίκιο.

Χωρίς εσένα δεν θέλω να ζω. Με συγχωρείς.» Ο Αιμίλιος δεν έλαβε ποτέ το γράμμα.

Μα έμαθε τα νέα. Η Πόλη είχε ήδη αρχίσει να ψιθυρίζει.

Εκείνος έκλεισε την πόρτα του μικρού δωματίου στα Ταταύλα.

Άνοιξε ένα τετράδιο μαυρισμένο στις άκρες.

Και άρχισε να γράφει… «1 Μαρτίου 1923.

Δεν αντέχω. Η Πόλη είναι άδεια χωρίς αυτήν. Το Πέραν είναι μαύρο.

Θα την ακολουθήσω.

Δεν είναι αυτοκτονία.

Είναι συνάντηση.

Ερμιόνη μου, έρχομαι.» Έκλεισε το τετράδιο.

Το άφησε στο προσκεφάλι.

Κι έπειτα… 👇 Για να μάθεις τι απέγινε ο Αιμίλιος, αν η αγάπη τους νίκησε τον θάνατο και τι βλέπουν οι γριές του Πέραν τα ξημερώματα, πάτα τον σύνδεσμο στα σχόλια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences