[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πρώτα χρόνια προσφυγιάς στη Δραπετσώνα 1922-1926 Να η Δραπετσώνα του ’23. Χώμα και τσίγκοι. Ούτε δέντρο, ούτε ίσκιος. Μόνο θάλασσα από τη μια, εργοστάσια από την άλλη. Και στη μέση, εμείς. Οι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πρώτα χρόνια προσφυγιάς στη Δραπετσώνα 1922-1926 Να η Δραπετσώνα του ’23. Χώμα και τσίγκοι.

Ούτε δέντρο, ούτε ίσκιος.

Μόνο θάλασσα από τη μια, εργοστάσια από την άλλη.

Και στη μέση, εμείς.

Οι ξυπόλητοι της Ανατολής.

Η μάνα ξεφόρτωνε τα μπαούλα στην παράγκα.

Τρία μέτρα επί τρία.

Λαμαρίνα για σκεπή, τσουβάλια για πόρτα.

Μέσα χώρεσε το εικονοστάσι, τη μηχανή του ραψίματος, και εμάς τα τέσσερα παιδιά. «Σπίτι είναι όπου ανάβεις καντήλι, Μαρίκα», έλεγε.

Και άναψε.

Ο πατέρας έπιασε δουλειά στο Λιπασμάτων. 5 δραχμές μεροκάματο.

Γύριζε μαύρος από το θειάφι, έβηχε όλη νύχτα.

Αλλά κάθε Σάββατο έφερνε μισή οκά ψωμί και μια χούφτα ελιές. «Δόξα σοι ο Θεός», σταύρωνε η μάνα.

Και μοιράζαμε.

Εμείς τα παιδιά ξυπόλητα στις λάσπες.

Το χειμώνα πλημμύριζε η παράγκα.

Το καλοκαίρι καιγόμασταν στον τσίγκο.

Αλλά είχαμε θάλασσα.

Κατεβαίναμε στα Καρβουνιάρικα, μαζεύαμε πετροκάραβα.

Η μάνα τα έβραζε, κάναμε ψαρόσουπα χωρίς ψάρι. «Φαντασία να έχεις, παιδί μου.

Η φτώχεια θέλει φαντασία». Το σχολείο; Μια παράγκα με τρύπια σανίδια.

Ο δάσκαλος, πρόσφυγας κι αυτός από το Αϊβαλί.

Μας μάθαινε γράμματα με κάρβουνο στον τοίχο. «Μην ξεχάσετε από πού ήρθατε», μας έλεγε. «Αλλά να αγαπήσετε κι εδώ.

Αυτή είναι η πατρίδα σας τώρα». Τα βράδια στη γειτονιά άναβαν φωτιές.

Οι γυναίκες έπλεκαν και μοιρολογούσαν. Τη Σμύρνη, την Πόλη, το Αϊβαλί.

Οι άντρες έπιναν κρασί νερωμένο και έπαιζαν ταμπουρά.

Εμείς τα παιδιά χορεύαμε γύρω-γύρω, ξυπόλητα, με κοιλιές άδειες αλλά μάτια γεμάτα.

Μια μέρα ήρθε ο χωροφύλακας. «Παράνομα χτίζετε», είπε.

Η μάνα βγήκε μπροστά, με το μαντήλι μαύρο, τα χέρια στη μέση. «Παράνομη η ζωή μας, αφέντη; Πού να πάμε; Στη θάλασσα;» Δεν ξαναήρθε.

Το ’26 έπεσε χολέρα.

Πέθανε ο μικρός ο Γιωργάκης.

Τον θάψαμε στα Λιπάσματα, χωρίς παπά.

Η μάνα δεν έκλαψε.

Μόνο έσφιξε τη βελόνα και τέλειωσε το σάβανο. «Η γυναίκα κρατάει το σπίτι όρθιο», μου ψιθύρισε. «Ακόμα κι όταν πέφτει». Ότι σπίτι δεν είναι οι τοίχοι.

Είναι τα χέρια που ζυμώνουν με τίποτα.

Ότι πατρίδα δεν είναι το χώμα που γεννήθηκες.

Είναι το χώμα που σε δέχτηκε, κι ας ήταν λάσπη.

Ότι πρόσφυγας δεν είναι αυτός που έχασε.

Είναι αυτός που ξανάρχισε.

Με τσίγκο, με καντήλι, με βελόνα.

Να η Δραπετσώνα.

Δεν είχε συκιά να κρυφτούμε.

Δεν είχε πηγάδι να πιούμε.

Είχε μόνο θάλασσα και τσίγκο.

Αλλά κρατήσαμε το σπίτι όρθιο.

Γιατί έτσι μας είπε η μάνα. Γιατί έτσι κάνουν οι γυναίκες. Δημοσίευση στη σελίδα Ομφαλός της γης ΙΙ. Πηγη: Η παλιά Αθήνα

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences