[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ακριβό Χόμπι – Ελένη, πάλι; Πόσο πια; Νομίζω δουλεύω μόνο για τη γάτα σου! Η γάτα, που η Ελένη προσπαθούσε να βάλει στο κλουβί μεταφοράς, ξέφυγε τελικά από τα χέρια της, έπεσε με ένα «μπαμ» στο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ακριβό Χόμπι – Ελένη, πάλι; Πόσο πια; Νομίζω δουλεύω μόνο για τη γάτα σου! Η γάτα, που η Ελένη προσπαθούσε να βάλει στο κλουβί μεταφοράς, ξέφυγε τελικά από τα χέρια της, έπεσε με ένα «μπαμ» στο πάτωμα και κρύφτηκε σε μια γωνιά της εισόδου κλαψουρίζοντας με βαθειά, θλιμμένη φωνή.

Από το βλέμμα της, ο Μπαζιλής, όπως τον έλεγε χαϊδευτικά η Ελένη, σίγουρα ήθελε να πουλήσει «ακριβά» τη ζωή του, που ο Ντίνος θεωρούσε εντελώς άχρηστη.

Είναι πολλά τα χρόνια που ο Μπαζιλής μένει με την Ελένη – πάνω από δέκα.

Πόσο χρονών πραγματικά ήταν, δεν ήξερε.

Τον είχε φέρει στο σπίτι από το δρόμο, όχι γατάκι, αλλά ήδη μεγάλο, αν και νέο, όπως είχαν πει στη μητέρα της στο κτηνιατρείο.

Εκεί είχε τρέξει η Κατερίνα, η μαμά της Ελένης, σφιχτά αγκαλιάζοντας μια γάτα τυλιγμένη σε μια παλιά κουβέρτα. – Σώστε τον! – Πού το βρήκατε αυτό το τέρας; – η κοπέλα στη ρεσεψιόν δεν έκρυψε τον αποτροπιασμό της. – Είναι καθαρόαιμος αλανιάρης! – Και λοιπόν; Δικός μας είναι.

Βλέπετε πως υποφέρει; Σας νοιάζει τι γάτα είναι, τα λεφτά μας είναι λιγότερο καλά από εκείνων με τις «ράτσες»; Η Κατερίνα εκείνη τη μέρα ήταν τόσο νευριασμένη που η ρεσεψιονίστ δεν τόλμησε να της φέρει αντιρρήσεις – και καλά έκανε. Η Κατερίνα Δημητριάδη ήταν πεισματώδης, και όχι άδικα: μεγάλωσε μόνη της ένα παιδί χωρίς καμία βοήθεια, φρόντιζε και τους δυο ηλικιωμένους γονείς της, και όλα αυτά με το μισθό της νηπιαγωγού.

Δυνατή θα γινόσουν και εσύ! Η Κατερίνα ήξερε να προστατεύει τον εαυτό της, όμως ήταν πανάγαθη.

Υπεραγαπούσε παιδιά και γάτες, και κάποιες φορές ακόμα και σκυλιά – αν και τα φοβόταν από μικρή.

Δεν χαριζόταν σε κανέναν – ούτε στις γειτόνισσες, ούτε στους γονείς των παιδιών που πρόσεχε, ούτε σε αγνώστους που νόμιζαν ότι η μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα ήταν εύκολο θύμα.

Το μαγικό; Δεν φώναζε· πάντα έβρισκε το σωστό επιχείρημα, και αντί να κλιμακώνει τα καβγαδάκια, τους οδηγούσε σε συζητήσεις, στις οποίες οι άλλοι τελικά της μιλούσαν για τον εαυτό τους· και σχεδόν πάντα, της ζητούσαν συγγνώμη.

Δεν ήξερε πώς το κατάφερνε – ίσως επειδή ήταν καλή ακροάτρια, τους άκουγε πραγματικά.

Όμως αυτό το χάρισμα λες και δούλευε μόνο στους ξένους – όχι στους δικούς της.

Ο άντρας της έφυγε μια βδομάδα μετά το γάμο τους.

Η μαμά της αστειευόταν λέγοντας ότι και πολύ άντεξε μαζί της.

Πονούσε αλλά η Κατερίνα έβρισκε δίκιο: με τέτοιον άνθρωπο, τίποτα δεν στεριώνει.

Ο άντρας της, φεύγοντας, της πέταξε: «Εσύ γυναίκα; Όπως εγώ μπαλαρίνα!» Η Κατερίνα στεναχωρέθηκε, αλλά λίγους μήνες μετά έμαθε ότι ήταν έγκυος και βρήκε παρηγοριά – τουλάχιστον ήταν γυναίκα, μάνα.

Η γέννηση της κόρης της ήταν γιορτή γι’ αυτήν.

Η μαμά της, η κυρά Παναγιώτα, δεν χάρηκε: – Τι το θες, Κατερίνα; Βάρος είναι! Νέα είσαι και όμορφη, έχεις μέλλον.

Μόλις γεννήσεις, θα τρως μόνο μακαρόνια.

Και θα καταδικάσεις και το παιδί σου στη φτώχεια! Πανάκριβη υπόθεση τα παιδιά, Κατερίνα! Τώρα δεν το βλέπεις, αλλά αργότερα θα το καταλάβεις! – Μαμά, έτσι δεν μεγαλώσαμε και εμείς; – Έτσι! Και τι βγήκε; Αυτό πείραξε την Κατερίνα, αλλά κάτι μέσα της αντιστάθηκε αυτή τη φορά.

Η ιδέα να μην κρατήσει το παιδί την έπνιγε.

Δεν ήταν μόνο το μωρό που κουβαλούσε, αλλά η αίσθηση ότι όλα όσα της έλεγαν ήταν ψέμα: μπορεί να γίνει μητέρα, της αξίζει να είναι μητέρα.

Το τέλος στις αμφιταλαντεύσεις της το έβαλε η γιαγιά της, η κυρα-Μαργαρίτα, που ήρθε ξαφνικά στην Αθήνα, με το καλό της μαντήλι και της είπε: – Γέννα το παιδί, Κατερίνα! Θα σε βοηθήσω εγώ! – Γιαγιά, ο παππούς μόνος στο χωριό πώς θα τα βγάλει πέρα; – Είναι γερός ακόμα! Θα αντέξει! Κι αν δεν μπορεί, τον φέρνουμε εδώ.

Ένα καθαρό μαντήλι με κεντήματα έπεσε στο τραπέζι. – Θυμάσαι; Άνοιξέ το! Ποτέ δεν είχε δει τόσα ευρώ μαζεμένα. – Ο παππούς πούλησε το σπίτι στο χωριό επειδή φτιάχνουν δρόμο απ’ τα εκεί.

Τα καταφέραμε, και για μικρό σπίτι στην Αθήνα φτάνουν, λέει.

Τα υπόλοιπα, δικά σου να τα βγάλεις πέρα. – Γιαγιά, δεν μπορώ… – Όλα μπορείς, Κατερινάκι! Μη φέρνεις αντίρρηση.

Αυτά τα χρήματα ήταν ο τελευταίος σπινθήρας στη φωτιά που άναψε ανάμεσα στην Κατερίνα και τη μάνα της. – Όταν σου ζήτησα λεφτά, μάνα, τί μου είπες; Τίποτα δεν έχεις! Τώρα ήρθες με το «πιάτο με τη γαλάζια φασαία»; Η γιαγιά τότε έκλεισε την εγγονή έξω από το σαλόνι και μίλησε με τη δική της κόρη.

Όμως η μαμά της Κατερίνας δεν άλλαξε άποψη: γιατί να πάνε όλα τόσο καλά στην Κατερίνα, αφού κι εκείνη δεν ευτύχησε; Η Κατερίνα δεν μπόρεσε να το καταλάβει.

Δεν είχε κάνει τίποτα λάθος.

Σωστά είπε η γιαγιά: όταν οι δύο τραβούν το κάρο, δε φταίει μόνο ο ένας αν σταματήσει.

Αγόρασαν τελικά ένα διαμέρισμα.

Τετραγωνικό το σπίτι, παλιό αλλά μεγάλο, ζητούσε ανακαίνιση.

Η γιαγιά, μάστορας του παζαριού, ξεζούμισε τον μεσίτη και κατάφερε και έκπτωση και καλό διαμέρισμα. – Βλέπεις, Ελένη μου, τόσα χρόνια στο παζάρι κάτι μαθαίνεις.

Μεγαλώνεις τη σοδειά, αλλά αν δεν ξέρεις να τη πουλήσεις, τίποτα! Η γιαγιά επίβλεψε την ανακαίνιση και όταν, επιτέλους, έβαλαν την κούνια στο νέο δωμάτιο της Ελένης, η Κατερίνα δάκρυσε. – Μη χαζεύεις, χαρά είναι – της είπε η γιαγιά. Η Ελένη γεννήθηκε λίγο νωρίτερα, αλλά γρήγορα έβαλε βάρος και ήτανε γερή κι ευαίσθητη.

Άλλωστε, πώς αλλιώς; Η Κατερίνα, έχοντας πάρει το μάθημά της, ορκίστηκε να μη φερθεί στη δική της κόρη όπως η μάνα της σε εκείνη. – Η γιαγιά έγινε η αγαπημένη σας, ε; Αγόρασε το σπίτι, σε βοηθά με το μωρό, κι εγώ τί είμαι; Ούτε στην πόρτα δε με αφήνετε να δω την εγγονή! – Μαμά, έλα όποτε θες, μόνο μη φωνάζεις, φοβάται η Ελένη. – Τί να φοβηθεί; Που φωνάζω; – Μαμά, δεν μιλάς... ουρλιάζεις... Η μαμά της Κατερίνας δεν την άκουγε.

Ο πιο αγαπημένος άνθρωπος της ζωής της δεν ήθελε να την ακούσει καν. – Θα δεις, όταν η κόρη σου σου φερθεί έτσι! – Δε θα φερθεί… – ξεστόμισε ήρεμα, αποφασιστικά. – Θα φερθεί! – είπε η μητέρα της. – Όλα στο ανακάτεμα του παιδιού είναι· εγώ σε κακόμαθα κι εσύ τώρα δε με θες! – Ευχαριστώ, μαμά, για το μάθημα.

Τώρα ξέρω πώς να μην κάνω τα δικά σου λάθη. Η Κατερίνα είχε πεισμώσει να γίνει καλύτερη μητέρα.

Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις. Η Ελένη είχε χαρακτήρα – ήξερε τι ήθελε από μικρή, και κατάφερνε πάντα να το εκμαιεύσει με γλύκα. – Μαμά, μπορώ να φάω ένα γλυκάκι; – Μετά το φαγητό! – Ούτε ένα; – Ούτε. – Εντάξει, αλλά μετά το φαγητό δύο; Θα φάω όλο το φαγητό μου! Και μετά, πειθαρχημένη, έπαιρνε τις δύο καραμέλες.

Έτσι κτίστηκε ο χαρακτήρας της Ελένης.

Δεν τσακωνόταν ποτέ – μέχρι και τη γιαγιά της κατάφερνε να μαλακώσει: – Γιαγιάκα, μη φωνάζεις, είναι άσχημο και δεν σε πάει! Έλα να σου χαϊδέψω το μετωπάκι, να φύγουν οι ρυτίδες. – Γιατί; – σαστίζε η γιαγιά. Η Ελένη της χάιδευε το πρόσωπο και η γιαγιά μαλάκωνε σαν ζάχαρη στη λιακάδα.

Η οικογένεια προσαρμόστηκε. Η Κατερίνα δούλευε, ως συνήθως, η γιαγιά κι ο παππούς – που πούλησε πια το χωράφι και ήρθε Αθήνα – φυλούσαν την εγγονή.

Τα δύσκολα ήρθαν όταν αρρώστησε η γιαγιά.

Οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδα, αλλά η Κατερίνα το καταλάβαινε από μόνη της. – Γιαγιάκα, να πάμε σε νοσοκομείο στην Γερμανία; – Τι να κάνω, Κατερίνα μου; Η ζωή τελειώνει κάποτε, ο φόβος ο δικός μου είναι να σας αφήσω μόνους.

Και τον παππού, πολύ στεναχωριέται τελευταία.

Προσέξτε τον! Ήταν τότε που η Ελένη έφερε σπίτι μια γάτα.

Η μέρα που ήρθε ο Μπαζιλής στο σπίτι ήταν η μέρα που η μητέρα της πήγε να χάσει το παιδί της. Η Ελένη πήρε τον δρόμο για το σπίτι και χάθηκε.

Ο παππούς, που είχε βγει να τη βρει, της έχασε μόλις για δυο λεπτά.

Τα πάντα αναστατώθηκαν.

Η γειτονιά έψαχνε το παιδί. Η Κατερίνα, καλούνταν με πανικό από τη δουλειά, ο παππούς και η γιαγιά. Η Ελένη γύρισε μόνη εκείνη τη στιγμή που η Κατερίνα ήταν έτοιμη να πάρει την αστυνομία, κλαμμένη και κρατώντας στην αγκαλιά της μια μισοπεθαμένη γάτα. – Είσαι καλά; Πονάς; – Όχι εγώ, μαμά! Αυτή πονάει! Και η Κατερίνα έτρεξε στο κτηνιατρείο· ο δρόμος κοντά, αλλά όσο κρατούσε αυτή η διαδρομή, ήξερε πως η γάτα πλέον είναι μέλος της οικογένειας.

Ευτυχώς, οι σκύλοι που την είχαν τραυματίσει δεν πρόλαβαν να τη σκοτώσουν.

Λίγα τσιμπήματα, λίγο ταλαιπωρία, μα θα επιζούσε.

Οι γιατροί, καμώνοντας τα μαγικά τους, της την παρέδωσαν: – Φροντίστε την.

Κι εμβόλια όταν συνέλθει.

Κάνει και για διαβατήριο! Η Κατερίνα πήγε να λιποθυμήσει όταν είδε το λογαριασμό – τόσα ευρώ για μια αδέσποτη γάτα! – Μ’ αυτά αγοράζεις δυο σιαμέζες! – μουρμούρισε αλλά πλήρωσε.

Στο σπίτι, αναθεώρησε τον προϋπολογισμό της με τα λεφτά που της έμειναν.

Ως το τέλος του μήνα δεν της έφταναν.

Έπρεπε να αγοράσει φάρμακα και για τη γιαγιά και για τη γάτα, και να βρει λεφτά και για το δώρο της Ελένης, που είχε γενέθλια σε λίγες μέρες. – Μαμά, να ζητήσω κάτι; Μη μου πάρεις φέτος δώρο.

Ας μείνει ο Μπαζιλής.

Αυτός να είναι το δώρο μου! Η Κατερίνα αγκάλιασε τη μικρή της και κοίταξε τη γάτα που επέμενε να μένει δίπλα της, αγνοώντας το χαρτόκουτο που της ετοίμασε.

Θέλει κι ερώτημα; Έμεινε ο Μπαζιλής.

Το παράξενο; Η γάτα προσαρμόστηκε, έγινε σωστή οικογένεια.

Αγάπησε ιδιαίτερα τους μεγάλους.

Από τον παππού δεν ξεκολλούσε.

Και κάπως... άρχισε να αλλάζει και την τύχη τους. Η Κατερίνα πλήρωνε, πάντα με το ζόρι, τα έξοδα.

Κάποια στιγμή όμως, κούραση.

Αποφάσισε και παραιτήθηκε από τον παιδικό σταθμό.

Μέσα στον φόβο της, βρήκε δουλειά νταντά σε μια οικογένεια καλών ανθρώπων – και στη συνέχεια, από προτίμηση φίλης σε φίλη, πάντα έπιανε δουλειά, κάθε φορά με καλύτερο μισθό.

Και τα βράδια χάιδευε το αφτί του Μπαζιλή: – Μπαζιλή, σ’ ευχαριστώ.

Αν δεν ήσουν εσύ... Ο Μπαζιλής απαντούσε με νιαουρίσματα και έβλεπε πάντα προς την Ελένη, που του είχε αδυναμία.

Της κράταγε συντροφιά στα διαβάσματά της, στα κλάματά της έξω από την πόρτα της άρρωστης γιαγιάς, και στη σιωπηλή θλίψη της όταν έφυγε ο παππούς.

Και όταν η Κατερίνα, ύστερα από χρόνια, γνώρισε τον εκλεκτό της καρδιάς της, ο καινούριος πατέρας της Ελένης βρήκε μαζί της μια ευτυχία που ποτέ δεν περίμενε.

Η μαμά της Κατερίνας, πια κυρία, κυκλοφορούσε περήφανα στη γειτονιά με τον γαμπρό που την πήγαινε με το αυτοκίνητο στο εξοχικό, φρουρώμενη από τα φυντανάκια της. Η Ελένη, κοπέλα πια στο πανεπιστήμιο, προτίμησε να μείνει στο παλιό τους σπίτι – το σπίτι όπου μεγάλωσε.

Σε αυτό έφερε και τον αγαπημένο της. – Τι σπίτι είναι αυτό, Ελένη; Ολόκληρο παλάτι! – Σιγά! – Και ποιος είναι αυτός; Ένα θυμωμένο, τριχωτό κουβάρι βγήκε από την κρεβατοκάμαρα της Ελένης και όρμησε στον Ντίνο, που έβαλε τις φωνές προσπαθώντας να αποφύγει τα άγρια νύχια του Μπαζιλή. – Πάρε το από πάνω μου! Η Ελένη, φυσικά, έβαλε τον Μπαζιλή σε τάξη, όμως η θερμοκρασία ανάμεσα σε γάτα και αγόρι παρέμεινε ψυχρή. Ο Ντίνος έβρισκε κάθε αφορμή να κοντράρει τη γάτα, φροντίζοντας πάντα η Ελένη να μη βλέπει.

Πέρασε ένας χρόνος, η Ελένη και ο Ντίνος παντρεύτηκαν.

Μα κάτι χάλασε. Ο Ντίνος της έκανε παρατηρήσεις που θα είχαν κάνει έξαλλη κάθε μάνα. – Αυτό έχεις για μαγειρική; Αυτό δεν λέγεται καν σούπα! Γυναίκα είσαι εσύ; Κι όμως, η Ελένη ήξερε να μαγειρεύει καλά – από δέκα χρονών.

Όμως ο πραγματικός καβγάς ξέσπασε με τον Μπαζιλή.

Όταν η Ελένη πλήρωσε τον λογαριασμό του γιατρού της γάτας, ο Ντίνος εξανέστη: – Για πόνο στην κοιλιά τόσα λεφτά; Ελένη, είσαι τρελή; Εγώ τόσα δεν ξοδεύω για μένα! – Ο Μπαζιλής είναι οικογένεια! – Τίνος οικογένεια; Όχι δικής μου! Άμα ξαναδείς τέτοιο ποσό, πετάω τον Μπαζιλή έξω! Πρωί πρωί, η Ελένη πήρε είδηση ότι είναι έγκυος, μα κράτησε σιγή.

Όταν όμως ο Μπαζιλής αρρώστησε ξανά, ο Ντίνος, ο γυμνασμένος και σχολαστικός με την υγεία του, ξέσπασε. – Τέλος! Αρκετά με το ζώο αυτό! – Μαζί με μένα θα φύγεις! – φώναξε η Ελένη, εκτός εαυτού. – Μαζί λοιπόν! Δεν ανέχομαι να ξοδεύω για ένα άχρηστο γατί! Κάτι ράγισε.

Και η Ελένη, χθες πρόθυμη να παλέψει για το γάμο της, ξαφνικά κατάλαβε τι ακριβώς ήθελε πλέον.

Τίποτα δεν του είπε.

Πήρε από το μπουφάν του τα κλειδιά, τα έσφιξε, και όταν τον είδε, μίλησε αποφασιστικά: – Περιμένω παιδί.

Δεν πρέπει να ταράζομαι.

Η γάτα το καταλαβαίνει, εσύ όχι. Φύγε.

Όταν ηρεμήσεις, μιλάμε.

Μα δεν θα μείνω παραπάνω.

Αν διώχνεις από τη ζωή σου όποιον σε δυσκολεύει, τι θα … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences