Όσο ζεις, ποτέ δεν είναι αργά. Μια ιστορία — Λοιπόν, μαμά, όπως είπαμε, αύριο θα περάσω να σε πάρω και θα σε πάω. Είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει εκεί, — είπε ο Βασίλης, καθώς ντυνόταν βιαστικά και...
Όσο ζεις, ποτέ δεν είναι αργά. Μια ιστορία — Λοιπόν, μαμά, όπως είπαμε, αύριο θα περάσω να σε πάρω και θα σε πάω.
Είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει εκεί, — είπε ο Βασίλης, καθώς ντυνόταν βιαστικά και τράβηξε την πόρτα πίσω του. Η Αντιγόνη Παπακωνσταντίνου κάθισε κουρασμένη στον καναπέ.
Μετά από πολλές συζητήσεις, τελικά δέχτηκε να πάει.
Οι γειτόνισσες έλεγαν με θαυμασμό: — Αχ, βρε Βασιλάκη τι φροντίδα δείχνει! Πάλι σε στέλνει για διακοπές, ε, μα Αντιγόνη; Μέσα της όμως, η Αντιγόνη είχε αμφιβολίες.
Εντάξει, θα ξεκαθαρίσει όλα αύριο.
Το πρωί, ο Βασίλης ήρθε νωρίς.
Κατέβασε γρήγορα τις βαλίτσες της μάνας, την έβαλε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν. — Τυχερή είναι, — συζητούσαν οι γειτόνισσες στο παγκάκι — όλο ο Βασιλάκης της φέρνει βοηθό στο σπίτι, όλο διακοπές τη στέλνει, όχι σαν εμάς που ζούμε απλά.
Το γηροκομείο ήταν έξω από την Αθήνα. — Μαμά, είναι σχεδόν πέντε αστέρια, — είπε ο Βασίλης με ένα παρακλητικό βλέμμα.
Όταν έφτασαν και βγήκαν έξω, η Αντιγόνη είδε στα παγκάκια μόνο ηλικιωμένους.
Οι αμφιβολίες της επιβεβαιώθηκαν.
Δεν το έδειξε, χρόνια συνήθεια να κρατάει το πρόσωπο της.
Αντάλλαξε βλέμμα με τον γιο της, που αμέσως απέφυγε το βλέμμα της — κατάλαβε πως εκείνη είχε πιάσει το νόημα. — Μαμά, εδώ έχει γιατρούς, ωραία δραστηριότητες, παρέα, να δοκιμάσεις, έστω για τρεις βδομάδες κι αν είναι..., — ο Βασίλης τραύλιζε, χωρίς να την κοιτάζει. — Πήγαινε, Βασίλη μου.
Και μην με λες “μανούλα”, όπως παλιά μαμά, έτσι; — είπε εκείνη.
Έγνεψε ανακουφισμένος, της έδωσε ένα φιλί και έφυγε. Η Αντιγόνη είχε να διαλέξει – μονόκλινο ή με συγκάτοικο.
Προτίμησε με άλλη κυρία, να μη μείνει μόνη με τις σκέψεις. — Χαίρετε, αγαπητή, — είπε μια στιλάτη γυναίκα από τον καναπέ — επιτέλους έχω παρέα, είμαι η Μαριάννα Λογοθέτη. Συστήθηκαν.
Το δωμάτιο όντως πέντε αστέρων, ο Βασίλης είχε φροντίσει.
Κοινό σαλόνι και δύο υπνοδωμάτια με μπάνιο. Η Μαριάννα, πλούσια κι ελεύθερη 91 ετών: — Εγώ, γλυκιά μου, κουράστηκα, θέλω φροντίδα.
Το τριάρι μου στο Κολωνάκι το νοικιάζω κι εδώ ζω άνετα.
Μου φροντίζουν, γιατροί, ωραίες δραστηριότητες, δεν ασχολούμαι με τίποτα.
Το σπίτι το άφησα στον ανιψιό μου, στην καλή εποχή με πάει στη Χαλκιδική.
Εσείς γιατί είστε εδώ; Φαίνεστε νέα ακόμα. Η Αντιγόνη χαμογέλασε κουρασμένα.
Το είχε ανάγκη όμως να μοιραστεί. — Όχι ακριβώς με τη θέλησή μου.
Ο γιος μου με τη γυναίκα του ζουν μόνοι τους.
Δεν ταιριάξαμε.
Κι εγώ είχα μεγάλο διαμέρισμα.
Μόλις μπόρεσαν οικονομικά, πήραν το δικό τους και φύγανε.
Ίσως καλό ήταν.
Με τη Νικολέτα, τη νύφη, δε βολευτήκαμε.
Ε, στην αρχή μόνη μου καλά ήμουν, — σιώπησε… — αλλά η υγεία δεν άντεξε. — Αα, κατάλαβα, — είπε η Μαριάννα χτενίζοντας τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη — σήμερα έχει χορό, θα έρθετε; — Όχι, ευχαριστώ, απόψε θέλω να ξεκουραστώ, — αποχαιρέτησε η Αντιγόνη και πήγε στο δωμάτιό της.
Όλα σωστά.
Η εγγονή της, η Ειρήνη, σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη.
Μόλις τελείωνε, θα γυρνούσε, να φτιάξει τη ζωή της.
Δικό της λάθος.
Με τη Νικολέτα δεν ταίριαξαν γιατί εκείνη όλο συμβούλευε και δεν την άφηνε να κάνει κουμάντο. Ο Βασίλης τότε τραβούσε ζόρι, κι εκείνη απαιτούσε να διαλέξει εκείνη, τη μάνα του. Ανόητο.
Όταν φύγανε, στην αρχή περνούσε καλά, φαινόταν να καλυτερεύουν και οι σχέσεις. Ο Βασίλης με τη γυναίκα και την Ειρήνη ερχόντουσαν συχνά.
Πάλι όμως, κάτι δεν της πήγαινε καλά.
Δικό της φταίξιμο.
Άρχισε να φαντάζεται πως όλοι την είχαν ξεχάσει.
Έλεγε πως τάχα πονάει, πως δεν αντέχει.
Περίμενε να έρχονται πιο συχνά. Ο Βασίλης μάλλον το πήρε αλλιώς.
Ίσως φοβήθηκε να γίνει θέμα με τη Νικολέτα.
Ή απλώς δούλευε πολύ.
Εκείνη ήθελε να νιώθει σημαντική για τα παιδιά της.
Δικό της φταίξιμο.
Της έφερε βοηθό, μετά άλλη.
Καμιά δεν της άρεσε.
Ήθελε να τραβήξει προσοχή, στο τέλος βρέθηκε εδώ. Η Ειρήνη, η αγαπημένη εγγονή, σπούδαζε και τηλεφωνούσε συχνά: — Γιαγιά, θα έρθω σύντομα, όλα καλά με σένα; — Όλα καλά, αγαπούλα μου, — απαντούσε η Αντιγόνη. — Μη μου στεναχωριέσαι, έρχομαι σε λίγο.
Δικό της φταίξιμο.
Είπε στον Βασίλη πως μπερδεύει τα φάρμακα, και ξεχνά, ψέματα.
Ήλπιζε ότι θα της ζητούσαν να μείνει μαζί τους.
Μάλλον ο Βασίλης φοβήθηκε.
Ποιος όμως θα την πρόσεχε εκεί μέσα στη δουλειά; Οπότε την έφερε εδώ.
Σε αυτό το υπερπολυτελές γηροκομείο. Η Αντιγόνη καθόταν μπροστά στον καθρέφτη.
Γυναίκα σχεδόν 80 χρονών — και λοιπόν; Το μυαλό και οι δυνάμεις της ακόμα υπήρχαν.
Δικό της φταίξιμο.
Ίσως όντως έτσι να ήταν καλύτερα.
Ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε.
Τρεις βδομάδες της φάνηκαν αιώνας. Ο Βασίλης ερχόταν κάθε Παρασκευή, με γλυκά και καφέδες, αν και εδώ δεν της έλειψε τίποτα.
Όλα θα ήταν ιδανικά αν δεν την πλήγωνε η σκέψη πως ίσως αυτό κρατήσει για πάντα. — Ξέρετε, εξετάσαμε τη μαμά σας.
Η υγεία της Αντιγόνης είναι μια χαρά! Λίγο νεύρα, αλλά αυτό το έχουμε όλοι, — πληροφόρησαν οι υπεύθυνοι τον Βασίλη μια μέρα.
Και η Αντιγόνη τον είδε… ξαφνιασμένο, αλλά και χαρούμενο.
Εκείνη πίστευε πως όλοι περίμεναν να φύγει σαν σκιά.
Ξαφνικά, έσκασε μύτη η Ειρήνη: — Γιαγιά, ο μπαμπάς είπε πως ήρθες για διακοπές; Τι περίεργο μέρος! Πήρα το πτυχίο, να με χαρείς! Γυρνάς σπίτι; Γύρισα κι εγώ, έχει παγωνιά χωρίς εσένα.
Θέλω να μείνω μαζί σου, μπορώ; Η καρδιά της Αντιγόνης σκίρτησε — η Ειρήνη ήταν τόσο αληθινή: — Ο μπαμπάς είπε πως θα έρθει αύριο, να ετοιμάζεσαι, πάμε σπίτι! Η Αντιγόνη μόνο έγνεψε.
Δεν ήθελε να βάλει τα κλάματα. Η Μαριάννα, βάζοντας τα ρόλεϊ, ετοιμαζόταν για το βραδινό: — Εσείς, αγαπητή, να πάτε στο σπίτι… 📖 Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους