[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Εξέταση - Τέλος! Αρκετά! Αν δεν σταματήσεις να μου τρως το μυαλό, δεν θα πάω καν να δώσω! Αλήθεια σου λέω, Αννούλα! Δεν θα εμφανιστώ στην εξέταση, κι ό,τι θέλεις κάνε μετά! Ακούς; – Η Δανάη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Εξέταση - Τέλος! Αρκετά! Αν δεν σταματήσεις να μου τρως το μυαλό, δεν θα πάω καν να δώσω! Αλήθεια σου λέω, Αννούλα! Δεν θα εμφανιστώ στην εξέταση, κι ό,τι θέλεις κάνε μετά! Ακούς; – Η Δανάη εκσφενδόνισε την σχολική τσάντα στην πιο μακρινή γωνιά του χωλ, ενώ με το άλλο χέρι τραβούσε το σκουφί απ’ το κεφάλι της.

Η μητέρα της, η Φωτεινή, δεν απάντησε· μόνο έγνεψε το κεφάλι, σαν ανήμπορη ν’ αντιδράσει, και χάθηκε στα βάθη της κουζίνας. Η Δανάη πέταξε το μπουφάν στη μία καρέκλα, μετά το μάζεψε μηχανικά, το κρέμασε προσεκτικά στη ντουλάπα κι αναστέναξε.

Πωω, ρε, πάλι τσακωθήκαμε... Και πάντα για το τίποτα! Γιατί πάντα η μάνα πρέπει να ρωτάει, να ανακρίνει, να δίνει συμβουλές; Τι είμαι, λες, παιδάκι; Δεν θυμάμαι ότι σήμερα είναι το πρώτο μάθημα με τη νέα φιλόλογο; Χρειάζεται κάθε δέκα λεπτά να μου το θυμίζει; Εντάξει, η Δανάη υπερβάλει.

Η μάνα την ρώτησε απλά αν θυμάται για το φροντιστήριο – τον τρίτο φιλόλογο φέτος που αλλάζει.

Όμως αυτό το αίσθημα πως η Φωτεινή την ελέγχει ακόμα, είχε γίνει συνήθεια να την εκνευρίζει και να ξεσπάει, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος.

Έπλυνε τα χέρια της κι έριξε μια ματιά στο είδωλό της στον καθρέφτη πάνω από τον νεροχύτη. Τέλεια! Σπυράκια, μια μύτη φανερά σαν του μπαμπά κι οι χαλκοκόκκινες μπούκλες που πήρε από τη μαμά.

Πόσες φορές την παρακάλεσε να τη βάψει; Αλλά που να ακούσει! “Η αληθινή ομορφιά θέλει υπομονή,” έλεγε πάντα η Φωτεινή, “και μια μέρα θα σε ευγνωμονείς.” Ναι, καλά! Σε κανένα ελληνικό μυθιστόρημα! Όλοι μοντέρνοι, κι εγώ σαν μπαλωμένη κούκλα – μα πλεξούδες ακόμα; Ποιος τις έχει πια;! Χαμογέλασε άθελα, θυμήθηκε τη μάνα να βγάζει καπνούς απ’ τ’ αυτιά, όταν αποφάσισε να κόψει αραιά τις κοτσίδες της με ένα ανύπαρκτα κοφτερό παιδικό ψαλίδι από τα παλιά χειροτεχνικά.

Άλλο δεν βρήκε.

Με τα μάτια σφιχτά και τα δόντια σφιγμένα, τραβούσε και έκοβε, σχεδόν αλύπητα, περιμένοντας το κλασσικό “Δανάη, μα τι έκανες;!” Γιατί, έτσι! Βαρέθηκα! Εκείνη η ζωή, οι δικές μου οι κανόνες.

Και θα κάνω ό,τι θέλω εγώ! Όλοι λένε για υπακοή και σεβασμό.

Μα για ποιο λόγο; Αφού εγώ ζω άλλη ζωή, μια σύγχρονη, γεμάτη εικόνες και ταχύτητα.

Εκείνοι, πώς να καταλάβουν τι σημαίνει να μεγαλώνεις με Instagram και TikTok, αφού στα σχολικά τους χρόνια κινητό ήταν επιστημονική φαντασία; Κι ολόκληρη τη γνώση, βρες τη με τρία κλικ! Η μάνα επιμένει, το διαδίκτυο δεν μαθαίνει πώς να είσαι άνθρωπος.

Μα από πού ξέρει; Ας έβλεπε κανέναν οδηγό “πώς να μιλάς με την έφηβη κόρη σου”! Η Δανάη ξύνεται ασυναίσθητα, πειράζοντας ακόμα ένα “ηφαίστειο”. Σιγά μην το δει η Φωτεινή και γίνει χαμός! Τρέχει κάθε φορά σε δερματολόγους, προειδοποιεί για ουλές – δεν την νοιάζει τη Δανάη· μετρούν τα μέσα, όχι τα έξω.

Μα πώς να το εξηγήσεις αυτό σε γονείς; “Γονιός” – τι ωραία λέξη βρήκε! Την έφερε στον κόσμο, ναι, αλλά αυτό δεν της δίνει ιδιοκτησία πάνω της! Δεν είναι αντικείμενο! Δεν έχει δικαίωμα να φέρεται έτσι.

Κλείνει το μάτι στο είδωλό της. Να! Είδες, μαμά; Αν δεν με έπνιγες με φροντιστήρια και δεν με έσπρωχνες να γίνω δικηγόρος - ξέρω καλύτερα τώρα για τα νομικά, με τόσα που διάβασα! Να ήσουν λίγο πιο υποψιασμένη – στον χωρισμό, τουλάχιστον, θα φερόσουνα εξυπνότερα.

Τι φιλοδοξίες να πιάσω! Ο μπαμπάς έφυγε με νέα γυναίκα, χώρισε και μοίρασε τα πάντα όπως ήθελε – και η μάνα τον άφησε! Έγραψαν το σπίτι που άφησε η γιαγιά στη Δανάη, εντάξει, έτσι πρέπει.

Αλλά στη Φωτεινή; Λίγα πράγματα... Μόνο διατροφή, κι αν! Και τα χρόνια που πέρασαν; Πόσες φορές δεν είδε τη μάνα να σερβίρει το βραδινό με το ζόρι, με μια κρυφή, σιωπηλή πικρία σε κάθε της κίνηση… Και τον πατέρα, με το ευχαριστώ-πυροτέχνημα και το βλέμμα αλλού.

Και το μικρό γραφείο, όπου δεν χωρούσε ούτε ντουλάπα, κι έμπαινε ακόμη και το πρωί για τα ρούχα του.

Τον ξυπνητήρι για να μην τύχει να συναντηθούν.

Και την φοβερή τους ανακούφιση, όταν, στα δεκατέσσερα, η Δανάη τους είπε να χωρίσουν – να τελειώνουν πια! Πόσο παράξενοι, τελικά, οι ενήλικες! Να σιγομουρμουρίζουν “για σένα ζούμε”, “είσαι όλη μας η ζωή”... Ψέματα! Ο καθένας ζει για τον εαυτό του! Ας πει κάποιος το αντίθετο! Για τα “συμφέροντά” τους κυρίως.

Ακόμη και στα δικά της θέματα, κομμάτι διαπραγμάτευσης το κάνανε.

Κοίτα να δεις το διαμέρισμα που μένουν τώρα! Στον ίδιο δρόμο, ναι, αλλά άλλη είσοδος, μικρότερο.

Τρία δωμάτια, έγινε δίχωρο.

Ναι, με καινούργια πράγματα – αλλά κι αυτό διαπραγμάτευση ήταν: να μείνει η “ενοχή” του πατέρα σταθερή... σαν ανταποδοτικό έργο. Γιατί; Γιατί έτσι βόλευε στα διαζύγια.

Κι εγώ, το “μαξιλάρι” ανάμεσά τους. Η Δανάη σουφρώνει τη μύτη και πιάνει την κρέμα που συνέστησε η γιατρός.

Ε, δεν σημαίνει πως η Φωτεινή έχει δίκιο! Απλώς, αυτή η κρέμα όντως βοηθά γρήγορα με τα στίγματα.

Σήμερα την έχει ανάγκη… Γιατί είναι βράδυ… Γιατί θα ανέβει στη… στέγη.

Η στέγη – εκείνο το μαγικό, εγκαταλελειμμένο δώμα, μόλις λίγους μήνες γνώριζε η Δανάη.

Μια μέρα, ο Πέτρος – ο όμορφος, ο αγαπημένος της τάξης, που μέχρι τότε φοβόταν και να τον πλησιάσει – της έστειλε μήνυμα: “Πάμε βόλτα;” Νόμιζε αστειεύονταν.

Όλοι ήξεραν για το σκάλωμα της Δανάης με τον Πέτρο, αλλά της το ‘λεγαν χαριτωμένα.

Την αγαπούσαν γιατί βοηθούσε στα διαγωνίσματα, ψιθυρίζοντας απαντήσεις με μια κίνηση του χεριού. - Δαναή, σε ρώτησα και χτες, τι σηκώνεις το χέρι; - Κύρια Βαρβάρα, τέτοιο θέμα, δεν μπορώ να μη ρωτήσω! Εσείς πώς κρίνετε, ο Όθωνας ήταν απολυταρχικός; - Από πού τα βγάζεις αυτά; - και να, η σκληρή φιλόλογος γλυκαίνει, σύσσωμη η τάξη ανακουφίζεται: διαγώνισμα γιοκ.

Έδειξε λοιπόν στη κολλητή της, τη Μαριλένα, το μήνυμα.

Εκείνη γέλασε: - Και λοιπόν; Ρώτα τον αν εσύ είσαι! Τι κολλάς; Δεν είναι 1860! Οι κοπέλες καλούν αγόρια, όχι το αντίστροφο πια! Τι να πει η Δανάη; Δεν μπορούσε να εξηγήσει τη θύελλα μέσα της, όταν διάβασε το όνομα του Πέτρου.

Στο ραντεβού πήγε.

Από τότε, η ζωή έγινε ονειρική.

Η στέγη του παλιού εξαώροφου ήταν ελάχιστα ασφαλής, το ήξερε η Δανάη.

Μα όταν ο Πέτρος της έλεγε “πρόσεχε, έχει σκαλιά εδώ”, η αναπνοή της διέκοπτε το ρυθμό, μετρούσε σιωπηλά κάθε σκαλί.

Πρώτη φορά αγκαλιάστηκαν μπροστά σε όλους εκεί.

Σαν να δήλωνε, “αυτή είναι η κοπέλα μου!” Οι άλλοι απλώς κοίταζαν.

Κι όταν έμειναν για πρώτη φορά μόνοι, τάχα να πάνε όλοι κινηματογράφο, ο Πέτρος της έπιασε το χέρι και ψιθύρισε πως θα πάνε σε αίθουσα μαζί – μόνοι τους.

Κι έμειναν εκεί, στη στέγη με το νέο αεράκι να φυσά στα μαλλιά.

Την αγκάλιασε απαλά, χωρίς λέξεις.

Αυτή η στιγμή έμεινε στη Δανάη σαν τραγούδι.

Τα φιλιά του ακόμη και τώρα τα νιώθει στα όνειρα.

Η πόρτα γδέρνεται μες στη σιωπή – η Φωτεινή ψιθυρίζει: - Δαναούλα, φάε λίγο.

Μην αργήσεις στο μάθημα.

Η οργή γυρίζει σαν κύμα.

Πόσο πια; Πετάγεται σαν λιοντάρι απ' την τουαλέτα, η Δανάη, άγρια, σχεδόν ονειρική: - Τι άλλο θέλεις, επιτέλους; Τι; Τα ξέρω όλα! Άσε με ήσυχη! Ούτε εσένα αντέχει ο μπαμπάς, έφυγε μια χαρά! Κι εγώ θα φύγω! Δεν πρόλαβε να τελειώσει – η Φωτεινή αναστενάζει και ξαφνικά, ένα χαστούκι σκάει στο μάγουλο της Δανάης. - Φύγε! Και όταν γυρίσεις, να θυμάσαι, αύριο γράφεις δοκιμαστικό για Νέα Ελληνικά.

Να κοιμηθείς, ακούς; Η Δανάη τα χάνει.

Πρώτη φορά η μητέρα της σηκώνει ποτέ το χέρι, και δεν ήταν καημός, περισσότερο ένας παράξενος σεισμός.

Αλλά να υποχωρήσει; Ποτέ.

Παίρνει τσάντα, μπουφάν, ακουστικά – κοντεύει να χτυπήσει δυνατά την πόρτα, μα το κρατάει τελικά.

Δεν θα δείξει ότι λύγισε.

Βγαίνει στον δρόμο· κοιτάζει το ρολόι.

Μια ώρα το να-ρθει, μια ο φροντιστής.

Άρα, με τον Πέτρο θα βρεθούν μόνο κατά τις έξι.

Καλύτερα έτσι! Θα πάνε στη στέγη. Η Φωτεινή να ιδρώνει λίγο μόνη της.

Της χρειάζεται.

Ο πατέρας πια ούτε σηκώνει το κινητό της πρώτης· άρα η Δανάη έχει χρόνο, ίσως πάρει καμιά καλή συμβουλή από τον Πέτρο.

Οι γονείς του δεν ανακατεύονται: κάρτα prepaid με όριο, τα καλά ρουχαλάκια, λεφτά όποτε θέλει.

Του λένε ότι “η ηλικία των δεκαέξι είναι για να γίνεις ενήλικος”. Το μέλλον το καθορίζει μόνος του.

Τι έξυπνοι άνθρωποι! Κι η μαμά της... άλλο πράγμα.

Ο πατέρας τηλεφωνά όταν φτάνει έξω απ’ το φροντιστήριο. - Πάλι τσακώνεστε; Η μάνα σου λέει πως θέλεις να ‘ρθεις να μείνεις μαζί μου; - Έλα τώρα, μπαμπά! Άσ’ τα, εσάς δεν σας νοιάζει! Η Κατερίνα σου γεννάει σύντομα, εγώ τι να κάνω, να ταΐζω μωρό; Έχω κι εγώ τη ζωή μου! - Ε, μην την τρελαίνεις, θα σου κόψω το χαρτζιλίκι.

Κατάλαβες; - Αυτό αγαπάω σε ‘σένα, μπαμπά, μιλάς ξεκάθαρα.

Το ‘πιασα! - Και μείνε ψύχραιμη με τη Φωτεινή.

Δεν το αξίζει άλλο πόνο.

Η γραμμή κόβεται και η Δανάη νιώθει το παράλογο του κόσμου.

Πάντα ενωμένοι όταν πρόκειται για τα δικά της, χώρια για τα υπόλοιπα. Σουρεάλ! Ο φροντιστής – ο νέος καθηγητής στη Νεοελληνική, αδιάφορος.

Μόλις άκουσε τη Δανάη να λέει περίεργες θεωρίες για ειρωνείες στα κείμενα, του γλίστρησε ένα σχεδόν ειρωνικό χαμόγελο και της πέταξε ένα εξώφυλλο βιβλίου.

Διάβασε να σε δω, της είπε.

Τσαντίστηκε μα μετά είδε ότι ίσως και να χρειάζεται αυτό το διάβασμα.

Δεν ήθελε να φαίνεται χαζή. Ο Πέτρος είναι έξυπνος, κι αυτή πρέπει να ταιριάξει! Πόσα podcast και βίντεο είδε για “πώς να είσαι ανεξάρτητη κι έξυπνη”; Η ανεξαρτησία αργεί· η εξυπνάδα έρχεται.

Κι η μάνα, εκεί κάτι ξέρει.

Πήρε το πτυχίο, ενώ δούλευε και μεγάλωνε την κόρη. Η Φωτεινή διέκοψε το πανεπιστήμιο για τη Δανάη, αφού αυτή όλο αρρώσταινε, και γιαγιάδες δεν υπήρχαν πια.

Βρεφονηπιακός μόνο για λίγους μήνες, όλο στο σπίτι άρρωστη.

Ούτε της άρεσε και το φαγητό, ούτε οι υπόλοιποι.

Μόνο των μαμάς τα χέρια την ανακούφιζαν.

Ο πατέρας έλεγε, “έγινες σκιά της, θα δυσκολευτεί να ξεκολλήσει”. Στης δευτέρας το δημοτικό, η Φωτεινή κανόνισε να πηγαίνει να τη μαζεύει η κυρία Νίκη απ’ την διπλανή πολυκατοικία και ξαναμπήκε στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Και δούλεψε.

Καλύτερα έτσι.

Τώρα έχει εταιρεία διακόσμησης γάμων, όμορφη δουλειά – θηλυκή, δημιουργική.

Εκεί η Φωτεινή φαίνεται δυνατή.

Στη δουλειά της τη θαυμάζει η Δανάη.

Ήθελε κι αυτή να γίνει τέτοια δύναμη.

Και πάλι όμως, ο γονικός έλεγχος – θεριό ανήμερο.

Βρώμικο παιχνίδι: ξέρει πάντα τι κάνει η κόρη, κι ας μην μπαίνει πια χωρίς χτύπημα στο δωμάτιο.

Όχι απειλές όπως ο μπαμπάς, αλλά το τρυφερό “Δανάη, τι κάνεις σήμερα; Πείνασες; Πώς ήταν το πρόγραμμα;” Το ενδιαφέρον της, κοφτερό σα μαχαίρι, την έπνιγε τόσο που ήθελε να ουρλιάξει, “άσε με, μεγάλωσα πια!” Μερικές φορές το φώναζε όντως.

Έκανε σκηνή, και η Φωτεινή το ‘παιρνε σαν παιδικό πείσμα, που το ξεπερνάει. Η Δανάη έτρεξε για το ραντεβού με τον Πέτρο, θέλοντας μόνο να χαθεί στην αγκαλιά του και να ξεχάσει τα πάντα για μερικές ώρες.

Γονείς, εξετάσεις, όλα, να σβήσουν! Στο προαύλιο, όπου συναντιόνταν πάντα, δεν ήταν ο Πέτρος.

Περίμενε, λίγο τριγύρισε – τίποτα.

Αποφάσισε ν’ ανέβει στη στέγη μόνη. Ο Πέτρος δεν σήκωνε καν το κινητό, κάτι ανησυχητικό.

Ανεβαίνοντας, άρχισε να τη λούζει ο φόβος.

Παλιά χοροπηδούσε τα σκαλιά, τώρα κάθε βήμα βαρύ.

Στη στέγη φυσούσε ένα διαπεραστικό ανοιξιάτικο αεράκι· έρημη και ήσυχη.

Πήγε να φύγει, να βγάλει το κινητό, να ανάψει φακό – αλλά τότε πρόσεξε κάτι να κινείται στην άκρη του ταράτσας.

Πάγωσε στη θέση της, μισοέτοιμη να φωνάξει, όταν είδε τη γνώριμη πλάτη. - Πέτρος… Καθόταν στο χείλος, με τα πόδια να κρέμονται πάνω απ’ το χάος, ώμοι βυθισμένοι. Η Δανάη κατάλαβε, σχεδόν μαγικά, ότι μέσα του γίνεται βαθύς πόνος – κάτι σκοτεινό.

Ο φόβος ότι το ανεπανόρθωτο πλησιάζει, της έδωσε δύναμη.

Άφησε διακριτικά κάτω τη τσάντα και πλησίασε, χωρίς να τολμάει να φωνάξει το όνομά του. - Ε... γεια... Έκατσε δίπλα, τα πόδια στη σκεπή – όχι στο κενό, ποτέ δε το άντεχε το ύψος, ούτε όταν ήταν παιδί. - Γεια... – Ο Πέτρος δεν κοίταξε καν, αλλά η Δανάη βρήκε και έπιασε το χέρι του.

Ψυχρό, ανέλπιδο. - Κρυώνεις... - Ε; – Ανασήκωσε το κεφάλι.

Τα μάτια του αρκετά άλλα, σαν καθρέφτες αναμνήσεων και κενών.

Ένα βλέμμα που ταυτόχρονα φόβιζε και μαγνήτιζε.

Ίσως, εκείνη τη στιγμή, η Δανάη να ένιωσε για πρώτη φορά τον πρωτόγονο φόβο μιας μητέρας μπροστά στην αγωνία για το παιδί της.

Αυτός ο φόβος της διαπερνούσε την ύπαρξη – το ίδιο αίσθημα που, όποτε φωνάζει στη Φωτεινή, της έβγαινε αυθόρμητα.

Μια φωνή: “Πες μου τι έχεις! Άνοιξε την καρδιά σου!” Κι ο μαγικός κόσμος μετακινήθηκε. - Χάλια... – ψιθύρισε ο Πέτρος, αλλά της έσφιξε ελαφρά τα δάχτυλα. - Σου συνέβη κάτι.

Δεν ρώτησε, το είπε σαν βεβαιότητα. - Ναι. - Γίνεται να μου πεις; Μπορεί να μην είμαστε τόσο κοντά, μα ίσως θες να μοιραστείς... Ο Πέτρος στράφηκε, διάφανος.

Για μια στιγμή η Δανάη τρόμαξε στο βλέμμα του. - Νομίζεις δεν είσαι κοντά μου; - Όχι, δεν είπα αυτό... σε νιώθω πιο κοντά απ’ όλους.

Απλά δεν ξέρω αν το νιώθεις κι εσύ... - Δανάη, δεν έχω κανέναν άλλο... τίποτα... Η Δανάη πάγωσε – η καρδιά της ξέφυγε από το στήθος της.

Πήγαινε να σπάσει! - Και οι γονείς σου; – ίσα που το πρόσεξε τι είπε, αλλά ο Πέτρος τινάχτηκε. - Άφησέ το! Διώξε με! Όπως έκαναν κι αυτοί! - Ποιοι; - Αυτοί που με μεγάλωσαν.

Σήμερα μου έδωσαν ό,τι έγγραφα είχαν και μου είπαν πώς βρέθηκα σ’ αυτούς... Είμαι υιοθετημένος, Δανάη! Καταλαβαίνεις; Ξένος! Το ήξερα, το μάντευα, αλλά σήμερα το ‘μαθα στα σίγουρα.

Δεν ζούσα τη δική μου ζωή... τη ζωής κάποιου άλλου! Το καταλαβαίνεις; Άρχισε να φωνάζει, και η Δανάη κράτησε σφιχτά το χέρι του, νιώθοντας πως αν το άφηνε, θα χανόταν.

Δεν είχε αμφιβολία τι σκεφτόταν ο Πέτρος πριν λίγο.

Μπορεί να ‘παιζε τον σκληρό, αλλά ήξερε πολύ καλά πως μόνος του φοβόταν αφόρητα. Η Δανάη ξαφνικά ένιωσε ντροπή για όλα της τα παράπονα.

Καμιά αδικία δεν συγκρίνεται έτσι απλά.

Ο ενήλικας, πριν γίνει, πρέπει να νιώσει πως κάποιος τον στηρίζει.

Εκείνη το είχε, έστω και με διαμάχες, εκείνος όχι. - Πέτρο, φοβάμαι... – Δάκρυα πλημμύρισαν το πρόσωπό της. - Εσύ;! – Τη χάιδεψε, η Δανάη τον αγκάλιασε με όλη της τη δύναμη. - Μη φύγεις! Κανείς δεν σε διώχνει πια! Ό,τι κι αν έγινε, εγώ... εγώ σ’ αγαπάω πολύ! - Δεν είμαι... αυτός που νόμιζες.

Άλλο όνομα είχα... - Ποιο; - Αλέξανδρος. Κι άλλο επίθετο... - Δεν με νοιάζει!… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences