Συνέπεσαν χρονικά οι δυο ανιδρύσεις στην Αθήνα και στο Λονδίνο και η σύμπτωση αυτή προκαλεί συγκρίσεις και συνειρμούς για τον ρόλο της τέχνης στον δημόσιο χώρο. Υπάρχει η τέχνη που μάχεται, που...
Συνέπεσαν χρονικά οι δυο ανιδρύσεις στην Αθήνα και στο Λονδίνο και η σύμπτωση αυτή προκαλεί συγκρίσεις και συνειρμούς για τον ρόλο της τέχνης στον δημόσιο χώρο.
Υπάρχει η τέχνη που μάχεται, που προβληματίζει και παρακινεί και υπάρχει και η τέχνη που καθησυχάζει, ρεμβάζει και εξυμνεί: Η τέχνη που βαδίζει και η τέχνη που κάθεται.
Η τέχνη του υψηλού και του βάθρου και η τέχνη της προσήνειας και του κάλλους.
Είμαστε άνθρωποι κι έχουμε ανάγκη και τις δυο αυτές μορφές γλυπτικής όταν μάλιστα εισφέρουν στον ορίζοντα της δημόσια αισθητικής και ηθικής.
Αν κάτι ωστόσο με προβληματίζει είναι ότι στην Αθήνα τις τελευταίες δεκαετίες πλεονάζουν υπέρμετρα τα έργα της δεύτερης τάσης.
Με προβληματίζει επίσης περισσότερο ότι τόσο στη μία, όσο και στην άλλη, κυρίαρχη είναι η παραστατική πλαστική του ρεαλισμού: αυτή που καταδεικνύει κυριολεκτώντας δια της μιμήσεως της πραγματικότητας και όχι εκείνη που θα υπέβαλε τα νοήματά της δια της μορφικής υπαινικτικής αισθητικής μετουσίωσης.
Η βεβαιωτική επανάληψη του ήδη γνωστού μορφικά, του προφανώς αναγνώσιμου και ασφαλώς ερμηνεύσιμου κυριαρχεί έναντι του ρίσκου της μορφολογικής καινοτομίας, της διεγερτικής αμφισημίας και της πρόκλησης της ανείδωτης πρωτοτυπίας.
Από την άποψη αυτή είτε καθιστές είτε βαδίζουσες οι μορφές ακινητούν το ίδιο.
Δείγμα και αυτό της απίσχνανσης του πνεύματος της νεωτερικότητας και της μετάστασης του παροντισμού στο πεδίο της τέχνης του δημόσιου χώρου.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους