«Άντε, έλα… μη μου κακιώσεις. Ξέρεις εσύ… πρώτα εγώ θα σε κατεβάσω και μετά θα με σηκώσεις εσύ». Το έλεγε και χαμογελούσε ο μπάρμπα-Στεφανής, σφίγγοντας τη μπουκάλα στο στήθος του σαν να ’ταν παιδί...
«Άντε, έλα… μη μου κακιώσεις. Ξέρεις εσύ… πρώτα εγώ θα σε κατεβάσω και μετά θα με σηκώσεις εσύ».
Το έλεγε και χαμογελούσε ο μπάρμπα-Στεφανής, σφίγγοντας τη μπουκάλα στο στήθος του σαν να ’ταν παιδί του.
Κι ύστερα έπαιρνε μια μικρή γουλιά, όχι για το μεθύσι, μα για τη συντροφιά.
Γιατί η μοναξιά, έλεγε, θέλει κι αυτή να ξεγελιέται λιγάκι.
Τον γνώρισα ένα απόγευμα, κάτω από την κληματαριά του, εκεί που ο ίσκιος μύριζε χώμα και παλιά καλοκαίρια.
Τα χέρια του ήταν σκληρά σαν τις πέτρες του χωραφιού, μα η φωνή του μαλακή, σαν να φοβόταν μη σπάσει κάτι άραχνο που υπήρχε μέσα του. «Μιλάς στη μπουκάλα, μπάρμπα-Στεφανή;» τον πείραξα.
Γέλασε με τα μάτια πρώτα κι ύστερα με το στόμα. «Και γιατί όχι; Εσύ δεν μιλάς στα χαρτιά σου; Δεν τους λες τα βάσανά σου; Ε, εγώ τα λέω εδώ…» είπε και χτύπησε ελαφρά το γυαλί.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Κοίταξε προς τα χωράφια, εκεί που ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά. «Εμείς, παιδί μου, μάθαμε να μιλάμε σε ό,τι μας κρατά ζωντανούς.
Στο άλογο, στο αμπέλι, στο δέντρο.
Άμα δεν τους μιλήσεις, πώς θα σε νιώσουν; Πώς θα δώσουν καρπό;» «Και σου απαντάνε;» τον ρώτησα. «Σου απαντάνε… αλλιώς.
Με το φύλλο που πρασινίζει, με το ζώο που σε κοιτάζει ήσυχα, με τη γη που δεν σε προδίδει.
Μόνο να ξέρεις να ακούς».
Ύστερα ήπιε μια γουλιά και χαμήλωσε το βλέμμα.
Εκεί άλλαξε.
Σαν να μπήκε σκιά μέσα του. «Όμως δεν είναι μόνο αυτό…» είπε σιγά. «Υπάρχει και κάτι που δεν λέγεται εύκολα».
Δεν μίλησα.
Έμαθα πως οι σιωπές του είχαν βάρος. «Ξέρεις γιατί αγαπώ τόσο τη ζωή; Γιατί δεν την έζησα όπως έπρεπε».
Σήκωσε τα μάτια του και για πρώτη φορά δεν χαμογελούσε. «Ήταν μια κοπέλα… Μικροί ήμασταν.
Τη λάτρευα.
Και μια μέρα… άκουσα κάτι.
Μια κουβέντα.
Πως δεν ήμουν ο πρώτος της.
Κι εγώ, ανόητος, το ’κανα πέτρα μέσα μου.
Δεν τη συγχώρεσα. Έφυγα».
Έσφιξε τη μπουκάλα λίγο πιο δυνατά. «Κι αυτή;» τον ρώτησα. «Έζησε… όπως μπόρεσε.
Κι εγώ το ίδιο.
Μα ποτέ δεν ξεριζώθηκε από μέσα μου.
Να το θυμάσαι: μερικές φορές δεν είναι τα μεγάλα λάθη που σε σκοτώνουν… είναι τα μικρά που δεν συγχωρείς».
Ο αέρας κούνησε τα φύλλα της κληματαριάς.
Έκανε έναν ήχο σαν ψίθυρο. «Και τώρα;» είπα.
Χαμογέλασε πάλι.
Εκείνο το γνώριμο, φωτεινό χαμόγελο. «Τώρα αγαπάω όλο τον κόσμο.
Γιατί δεν θέλω να ξαναχάσω τίποτα.
Βλέπω τον άνθρωπο πριν χαλάσει, όχι αφού χαλάσει.
Κι άμα με πονέσει κάποιος… τον αφήνω.
Δεν κρατάω κακία.
Δεν έχω άλλο χώρο μέσα μου για βάρη».
Σήκωσε τη μπουκάλα, σαν να έκανε πρόποση στον ήλιο που έδυε. «Το καλό, παιδί μου, είναι σαν το κρασί.
Άμα το κρατάς μέσα σου, ξινίζει.
Άμα το μοιράζεις, γλυκαίνει».
Και ήπιε.
Κι εκεί, μέσα στο φως που έσβηνε, κατάλαβα πως δεν μιλούσε στη μπουκάλα. Μιλούσε σε ό,τι έχασε. Και σε ό,τι δεν ήθελε να χάσει ξανά.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους