Λοιπόν, για να το πάρουμε πραγματικά εξονυχιστικά και σε βάθος μέχρι κόκκαλο, το άρθρο 53 του Νόμος 5104/2024 Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας δεν είναι απλώς μια διάταξη για πρόστιμα αλλά αποτελεί...
Λοιπόν, για να το πάρουμε πραγματικά εξονυχιστικά και σε βάθος μέχρι κόκκαλο, το άρθρο 53 του Νόμος 5104/2024 Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας δεν είναι απλώς μια διάταξη για πρόστιμα αλλά αποτελεί τον βασικό μηχανισμό με τον οποίο η φορολογική διοίκηση επιβάλλει πειθαρχία στη διαδικασία υποβολής δηλώσεων και αυτό που αλλάζει σε σχέση με τον Νόμος 4174/2013 Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας είναι η ίδια η φιλοσοφία του συστήματος.
Δηλαδή μεταβαίνουμε από ένα μοντέλο όπου το πρόστιμο είχε σε κάποιο βαθμό σύνδεση με τη ζημία του Δημοσίου σε ένα μοντέλο όπου η παράβαση της διαδικασίας αυτοτελώς τιμωρείται ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και αυτό έχει τεράστιες συνέπειες σε όλο το φάσμα της φορολογικής συμμόρφωσης, ξεκινώντας από τη βασική διάκριση των κατηγοριών υπόχρεων το άρθρο ουσιαστικά χωρίζει τους φορολογούμενους σε αυτούς που δεν τηρούν λογιστικά βιβλία και σε αυτούς που τηρούν και εκεί εντοπίζεται η πρώτη κλιμάκωση της αυστηρότητας, για τα φυσικά πρόσωπα ή γενικά περιπτώσεις χωρίς βιβλία επιβάλλεται πρόστιμο 100 ευρώ για μη υποβολή ή εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων.
Εδώ η σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι η διάταξη δεν εξετάζει ούτε το είδος της δήλωσης ούτε το αν προκύπτει φόρος ούτε το αν υπάρχει πρόθεση φοροδιαφυγής, η παράβαση είναι τυπική και το πρόστιμο αυτοματοποιημένο, αυτό σημαίνει ότι ακόμη και περιπτώσεις όπως μια απλή καθυστέρηση σε δήλωση στοιχείων ακινήτων ή μια τροποποιητική χωρίς αποτέλεσμα ενεργοποιούν την κύρωση, περνώντας στην κατηγορία των επιχειρήσεων γίνεται η μεγάλη τομή διότι το πρόστιμο δεν είναι πλέον ενιαίο αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με το λογιστικό σύστημα και αυτό συνδέεται με την αντίληψη του νομοθέτη για το επίπεδο οργάνωσης της επιχείρησης, έτσι για απλογραφικά βιβλία το πρόστιμο ορίζεται στα 250 ευρώ ενώ για διπλογραφικά στα 500 ευρώ και αυτό ισχύει για κάθε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεων όπως δηλώσεις ΦΠΑ, εισοδήματος ή άλλες περιοδικές υποχρεώσεις, εδώ όμως βρίσκεται το πιο κρίσιμο και ταυτόχρονα πιο αμφιλεγόμενο σημείο του νέου πλαισίου γιατί το πρόστιμο επιβάλλεται χωρίς καμία απολύτως διάκριση ως προς το αποτέλεσμα της δήλωσης.
Δηλαδή δεν έχει σημασία αν η δήλωση είναι χρεωστική, μηδενική ή πιστωτική, το γεγονός και μόνο ότι δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα δημιουργεί την παράβαση και ενεργοποιεί το πρόστιμο, αυτό πρακτικά οδηγεί σε καταστάσεις όπου επιχειρήσεις τιμωρούνται με 250 ή 500 ευρώ για καθαρά τυπικές καθυστερήσεις χωρίς καμία απώλεια εσόδων για το Δημόσιο, κάτι που στο προηγούμενο καθεστώς συχνά δεν συνέβαινε ή αντιμετωπιζόταν ηπιότερα, επεκτείνοντας την ανάλυση το άρθρο καλύπτει και τις πληροφοριακές δηλώσεις οι οποίες μπορεί να μην παράγουν άμεσα φορολογική υποχρέωση αλλά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για τη διασταύρωση στοιχείων από τη φορολογική διοίκηση και εδώ η λογική παραμένει απολύτως συνεπής με το νέο δόγμα, δηλαδή η μη υποβολή ή η καθυστέρηση συνεπάγεται πρόστιμο ανεξάρτητα από το αν υπάρχει οικονομική επίπτωση, άρα η έννοια της συμμόρφωσης μετατρέπεται σε καθαρά διαδικαστική υποχρέωση χωρίς περιθώρια αξιολόγησης της βαρύτητας της παράβασης, ένα ακόμη σημείο που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι η διάκριση μεταξύ εκπρόθεσμης υποβολής πριν και μετά την έναρξη ελέγχου γιατί εδώ αλλάζει ριζικά το καθεστώς.
Αν ο φορολογούμενος υποβάλει τη δήλωση πριν λάβει εντολή ελέγχου ή πρόσκληση από τη διοίκηση τότε εφαρμόζονται τα σταθερά πρόστιμα των 100, 250 ή 500 ευρώ, όμως αν η υποβολή γίνει μετά την έναρξη ελέγχου τότε δεν θεωρείται πλέον απλή διαδικαστική παράβαση αλλά εντάσσεται σε πλαίσιο ελεγκτικών κυρώσεων που συνδέονται με τον φόρο και μπορεί να οδηγήσουν σε πολύ μεγαλύτερες επιβαρύνσεις, άρα ο χρόνος συμμόρφωσης λειτουργεί ως κρίσιμος παράγοντας που καθορίζει όχι μόνο το ύψος αλλά και τη φύση της κύρωσης, παράλληλα εισάγεται και ένας μηχανισμός κινήτρων για ταχεία αποδοχή των αποτελεσμάτων του ελέγχου καθώς προβλέπεται δυνατότητα μείωσης των προστίμων έως και 50% σε περίπτωση που ο φορολογούμενος αποδεχθεί τον προσδιορισμό του φόρου και δεν αμφισβητήσει τη διοικητική πράξη, αυτό δείχνει ότι το σύστημα συνδυάζει αυστηρότητα στην επιβολή με ευελιξία στη συμμόρφωση μετά τον εντοπισμό της παράβασης, σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής το νέο άρθρο δημιουργεί μια σειρά από συνέπειες που δεν είναι άμεσα εμφανείς αλλά έχουν μεγάλη σημασία όπως το γεγονός ότι κάθε ξεχωριστή δήλωση μπορεί να επιφέρει αυτοτελές πρόστιμο πράγμα που σημαίνει ότι πολλαπλές καθυστερήσεις συσσωρεύουν επιβαρύνσεις, επίσης δεν υπάρχει διαφοροποίηση για μικρές ή μεγάλες επιχειρήσεις ως προς το βασικό πρόστιμο πέρα από τη διάκριση απλογραφικών και διπλογραφικών βιβλίων, κάτι που οδηγεί σε σχετική έλλειψη αναλογικότητας.
Επιπλέον το νέο σύστημα μειώνει δραστικά τα περιθώρια διοικητικής επιείκειας γιατί τα πρόστιμα είναι τυποποιημένα και δεν εξαρτώνται από υποκειμενική κρίση, γεγονός που αυξάνει την προβλεψιμότητα αλλά και τη σκληρότητα της εφαρμογής, αν συγκρίνουμε συνολικά το νέο πλαίσιο με το προηγούμενο βλέπουμε ότι ενώ παλαιότερα υπήρχαν περιπτώσεις όπου η μηδενική δήλωση δεν οδηγούσε σε ουσιαστική επιβάρυνση ή όπου τα πρόστιμα ήταν χαμηλότερα και πιο ευέλικτα τώρα έχουμε μια καθολική επιβολή κυρώσεων με αυξημένα ποσά και χωρίς διάκριση ως προς το αποτέλεσμα, αυτό πρακτικά μετατρέπει τη συμμόρφωση με τις προθεσμίες σε κρίσιμο παράγοντα οικονομικού κόστους για επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα, ειδικά για επιχειρήσεις με συχνές δηλωτικές υποχρεώσεις όπως ο ΦΠΑ η πιθανότητα επαναλαμβανόμενων προστίμων είναι σημαντική και μπορεί να δημιουργήσει σωρευτικό βάρος.
Συνοψίζοντας με απόλυτη ακρίβεια το άρθρο 53 του νέου ΚΦΔ εγκαθιδρύει ένα καθεστώς όπου η μη ή εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής παράβαση με σταθερά και αυξημένα πρόστιμα, χωρίς σύνδεση με την ύπαρξη φόρου, με αυστηρότερη μεταχείριση για επιχειρήσεις, με κρίσιμη διαφοροποίηση ανάλογα με το αν έχει ξεκινήσει έλεγχος και με δυνατότητα μείωσης μόνο σε περίπτωση αποδοχής των αποτελεσμάτων, και αυτή η συνολική μεταβολή συνιστά μετατόπιση προς ένα σύστημα αυστηρής διαδικαστικής συμμόρφωσης όπου η τυπική συνέπεια έχει πλέον την ίδια σχεδόν βαρύτητα με την ουσιαστική φορολογική υποχρέωση.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους