Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» Σε μία συγκυρία όπου Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και Αριστερά εκπροσωπούν τον τεχνοκρατικό πραγματισμό που γεννά κρίσεις, ο πρώην πρωθυπουργός επαναφέρει στη δημόσια πολιτική συζήτηση τις...
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» Σε μία συγκυρία όπου Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και Αριστερά εκπροσωπούν τον τεχνοκρατικό πραγματισμό που γεννά κρίσεις, ο πρώην πρωθυπουργός επαναφέρει στη δημόσια πολιτική συζήτηση τις αξίες και την εθνική κατεύθυνση αμφισβητώντας ανοιχτά τη «μονοφωνία» των υπολοίπων δυνάμεων.
Και αν σας έλεγα, ότι οι φλογεροί, ασυμβίβαστοι και ρηξικέλευθοι επαναστάτες του 1821 ήταν ο απόλυτος, ο πιο γνήσιος ορισμός αυτού που σήμερα ονομάζουμε «συντηρητική δεξιά», τι θα λέγατε; Ίσως να σας φαινόταν οξύμωρο, ίσως ιστορικά παράδοξο, ίσως ακόμα και προκλητικό! Κι όμως, αν αφήσουμε πίσω μας τη σύγχρονη «πολιτική ορθότητα» και αν αναλύσουμε τα πράγματα με καθαρό, ανεπηρέαστο μυαλό, θα ανακαλύψουμε ότι οι οραματιστές φιλελεύθεροι και οι τολμηροί ριζοσπάστες του 19ου αιώνα, οι ηρωικοί πρωταγωνιστές της Εθνικής μας Επανάστασης, ήταν ακριβώς εκείνοι οι άνθρωποι που αναζητούσαν με ασίγαστο πάθος την ατομική ελευθερία, την εγκαθίδρυση ενός σύγχρονου συντάγματος και τη λειτουργία μιας ελεύθερης αγοράς.
Αυτές ακριβώς οι ανατρεπτικές και «επικίνδυνες» ιδέες εκείνης της εποχής, αποτελούν σήμερα, στον 21ο αιώνα, τον αδιαπραγμάτευτο και ιερό πυρήνα αυτού που ονομάζουμε «συντηρητικό» ή «δεξιό» πολιτικό χώρο.
Και ο λόγος είναι προφανής αλλά συχνά αποσιωπάται.
Πλέον, ύστερα από αιώνες αιματηρών αγώνων, αυτές είναι οι πολύτιμες κατακτήσεις και οι υπέρτατες αξίες που εμείς επιθυμούμε διακαώς να διατηρήσουμε, δηλαδή να τις συντηρήσουμε και να τις προστατεύσουμε σαν κόρη οφθαλμού, απέναντι σε νέες, επικίνδυνα κρατικιστικές ή κοινωνικά πειραματικές θεωρίες που απειλούν να τις ισοπεδώσουν.
Ουσιαστικά, αν διαβάσουμε ορθολογικά την ιστορία, ο πραγματικός «συντηρητικός» είναι ο ύστατος θεματοφύλακας της κλασικής ελευθερίας.
Σε αυτήν ακριβώς την ιστορική συνέχεια, σε αυτό το ισχυρό, αόρατο νήμα που ενώνει τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία με τη σύγχρονη μάχη για ελευθερία, βασίζεται σήμερα η πολιτική σκέψη, το ηθικό ανάστημα και η στιβαρή παρουσία του Αντώνη Σαμαρά.
Ας, όμως, αφήσουμε για λίγο το παρελθόν και ας δούμε τη σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα.
Ζούμε σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον, όπου ένα κυρίαρχο, σχεδόν τυραννικό στοιχείο ενισχύει την καταθλιπτική αίσθηση του πολίτη ότι «τελικά, όλοι είναι ίδιοι».
Αυτό το στοιχείο δεν είναι άλλο από την περιβόητη, πολυδιαφημισμένη σύγκλιση προς το κέντρο.
Στη σημερινή Ελλάδα, τα μεγάλα, υπαρξιακά ζητήματα φαίνεται να έχουν προαποφασισμένες, κλειδωμένες κατευθύνσεις.
Είτε μιλάμε για τη στενή οικονομική πολιτική που υπαγορεύεται σχεδόν μηχανικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε για τις διεθνείς και γεωπολιτικές συμμαχίες μας, είτε για την απαραίτητη μετάβαση στην ψηφιοποίηση του κράτους.
Αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε κάτω από τη θολή επιφάνεια της δήθεν σκληρής κομματικής κόντρας —αυτής που μονοπωλεί καθημερινά τα τηλεοπτικά πάνελ και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων— θα διαπιστώσουμε μια πικρή αλήθεια.
Οι αυτοαποκαλούμενοι ηγέτες κύριοι Μητσοτάκης, Τσίπρας και Ανδρουλάκης, παρά τις όποιες ρητορικές τους κορώνες, στην πραγματικότητα συγκλίνουν απόλυτα σε αυτό που πλέον ονομάζουμε «τεχνοκρατικό κέντρο» ή «νεοφιλελεύθερο πραγματισμό».
Η ταύτισή τους σε όλα τα κρίσιμα, εθνικά και κοινωνικά πεδία είναι πραγματικά τρομακτική και αποκαλυπτική του αδιεξόδου.
Ας δούμε τα δεδομένα: Στα μεγάλα εθνικά μας θέματα, και οι τρεις αυτοί αυτοαποκαλούμενοι ηγέτες κινούνται σταθερά και φοβικά στη γραμμή των λεγόμενων «χαμηλών τόνων».
Επιλέγουν τον δρόμο των διαρκών, αθόρυβων υποχωρήσεων στο όνομα μιας εικονικής, εύθραυστης σταθερότητας, αποφεύγοντας συστηματικά να θέσουν τις απαραίτητες «κόκκινες γραμμές».
Στην κοινωνική ατζέντα, ο παραλογισμός συνεχίζεται, καθώς ακολουθούν πιστά και δουλικά την ίδια ακριβώς ισοπεδωτική «woke» και δήθεν προοδευτική ατζέντα.
Αυτό φάνηκε περίτρανα και πέραν πάσης αμφιβολίας στο φλέγον θέμα της ψήφισης του νόμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, όπου η σύγκλιση και η ταύτισή τους ήταν απόλυτη και άνευ όρων.
Αντιμετωπίζουν, σχεδόν με περιφρόνηση, την εθνική μας παράδοση ως κάτι το γραφικό, ως κάτι το αναχρονιστικό που πρέπει πάση θυσία να «ξεπεραστεί».
Και στην οικονομία; Εκεί το τοπίο είναι εξίσου θολό.
Παρά τις όποιες επιφανειακές διαφωνίες τους για το ύψος κάποιων φόρων, όλοι τους στο τέλος της ημέρας αποδέχονται σιωπηρά το ίδιο αρρωστημένο οικονομικό μοντέλο της εξοντωτικής υπερφορολόγησης της σκληρά εργαζόμενης μεσαίας τάξης, προκειμένου να χρηματοδοτούν τη διανομή πελατειακών κρατικών επιδομάτων, τα γνωστά σε όλους μας «pass».
Μέσα σε όλον αυτόν τον αφόρητο ιδεολογικό «αχταρμά», μέσα σε αυτή την πνιγηρή ομοιομορφία, η φωνή του Αντώνη Σαμαρά ξεχωρίζει σαν φάρος, ακριβώς επειδή αρνείται πεισματικά να ενδώσει και να αφομοιωθεί σε αυτή τη μονοφωνία του κατεστημένου.
Όταν οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί πασχίζουν αγωνιωδώς να ικανοποιήσουν τα απρόσωπα «focus groups» και τις ρευστές δημοσκοπήσεις της εβδομάδας, ο Σαμαράς παραμένει αταλάντευτα, σχεδόν στωικά προσηλωμένος στη γνήσια φιλελεύθερη-συντηρητική σχολή σκέψης, η οποία αποστρέφεται τον κρατισμό.
Αυτή η ομοιομορφία του πολιτικού μας συστήματος αφήνει μοιραία στα κόμματα πολύ μικρό περιθώριο για πραγματικά διαφορετικές στρατηγικές.
Το αποτέλεσμα είναι να βιώνουμε καθημερινά τρία συγκεκριμένα, εξαιρετικά παθογόνα φαινόμενα που διαβρώνουν τα θεμέλια της δημοκρατίας μας.
Πρώτον, παρακολουθούμε μια ανούσια, εξαντλητική διαμάχη για το «πώς» και όχι για το «τι».
Για παράδειγμα, όλοι οι πολιτικοί δρώντες λένε ότι η παιδεία χρειάζεται αναβάθμιση, ότι η υγεία νοσεί, ότι το κράτος πρέπει να είναι πιο αποδοτικό.
Εφόσον συμφωνούν στον πυρήνα, αναλώνονται στο να τσακώνονται με πάθος για τις ασήμαντες λεπτομέρειες της διοικητικής διαχείρισης, την ώρα που η ουσία των προβλημάτων παραμένει δραματικά και επικίνδυνα στάσιμη.
Δεύτερον, βιώνουμε τον απόλυτο θρίαμβο της επικοινωνίας εις βάρος της ουσίας.
Επειδή ακριβώς οι πολιτικές τους προτάσεις μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, τα κόμματα αναγκάζονται να επενδύουν υπέρογκα ποσά σε φθηνά επικοινωνιακά τεχνάσματα, σε τεχνητή οξύτητα και σε χυδαίες προσωπικές επιθέσεις.
Όλα αυτά γίνονται με έναν και μόνο σκοπό: να πείσουν έναν όλο και πιο απαθή λαό ότι δήθεν διαφέρουν μεταξύ τους.
Και τρίτον, δεσπόζει η μάστιγα του κυβερνητισμού.
Μόλις ένα οποιοδήποτε κόμμα καταφέρει να αναρριχηθεί στην εξουσία, τις περισσότερες φορές αναγκάζεται (ή επιλέγει) να ακολουθήσει την ίδια ακριβώς πεπατημένη με τον προκάτοχό του.
Αυτό το γεγονός απογοητεύει βαθύτατα τους ψηφοφόρους, τσακίζει τις ελπίδες τους και ενισχύει την επικίνδυνη, ισοπεδωτική άποψη ότι «τελικά, όλοι ίδιοι είναι».
Αυτή ακριβώς η στρεβλή ομοιομορφία είναι και ο βασικός λόγος που ένας τεράστιος αριθμός πολιτών επιλέγει πλέον τη σιωπηλή διαμαρτυρία της αποχής από τις εκλογές.
Είναι απολύτως λογικό, καθώς όταν νιώθεις ότι το αποτέλεσμα της κάλπης δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε στο ελάχιστο την καθημερινότητά σου, η κομματική ταμπέλα χάνει κάθε ουσιαστικό, ιδεολογικό νόημα.
Όταν η ιδεολογία παύει οριστικά να λειτουργεί ως η πυξίδα που μας δείχνει το πού θέλουμε να πάει η κοινωνία μας στο μέλλον, και μετατρέπεται απλώς σε ένα ελκυστικό, καλοσχεδιασμένο «περιτύλιγμα» για την ωμή κατάληψη της εξουσίας, τότε τα πάντα καταρρέουν.
Οι ιστορικοί όροι (συντηρητικός, προοδευτικός, αριστερός, δεξιός) εκφυλίζονται και μετατρέπονται σε απλά εμπορικά σήματα.
Ακριβώς όπως μια πολυεθνική εταιρεία χρησιμοποιεί ένα έξυπνο λογότυπο για να πουλήσει ένα καταναλωτικό προϊόν μαζικής παραγωγής, έτσι και οι σημερινοί αυτοαποκαλούμενοι ηγέτες χρησιμοποιούν μια ιδεολογική ταμπέλα για να «πουλήσουν» τον ίδιο τους τον εαυτό στην πολιτική αγορά.
Και το κάνουν αυτό χωρίς απαραίτητα να πιστεύουν έστω και μια λέξη από το πραγματικό, ιστορικό περιεχόμενό της.
Σε αυτό το τοξικό περιβάλλον, ο εγωισμός και η παθολογική «καρεκλολατρεία» οδηγούν σε δύο απολύτως καταστροφικά αποτελέσματα για το έθνος.
Το πρώτο είναι ο απροκάλυπτος καιροσκοπισμός.
Οι πολιτικές θέσεις αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, ανάλογα με το τι ακριβώς επιθυμεί να ακούσει η άμορφη μάζα τη δεδομένη χρονική στιγμή, αρκεί βεβαίως να διατηρηθεί αλώβητη η πολιτική επιρροή και η πρόσβαση στους κρατικούς πόρους.
Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η παντελής έλλειψη οράματος.
Χωρίς μια πραγματική, φλογερή ιδεολογία, δεν μπορεί να υπάρξει κανένα μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο.
Η υψηλή τέχνη της πολιτικής υποβαθμίζεται και περιορίζεται απλώς στη «διαχείριση της κρίσης» της επόμενης εβδομάδας, με αποτέλεσμα να βιώνουμε όλοι αυτό το πνιγηρό τέλμα — την αίσθηση ότι τίποτα δεν προχωράει στην ουσία του.
Όταν το κοντόφθαλμο «εγώ» τοποθετείται μονίμως πάνω από το συλλογικό «εμείς», και όταν η καρέκλα μπαίνει πάνω από την αξία, τότε η πολιτική από ιερό λειτούργημα γίνεται ένα κοινό, επικερδές επάγγελμα.
Και ως επάγγελμα, ο πρωταρχικός στόχος είναι πλέον η επαγγελματική επιβίωση του «υπαλλήλου» (δηλαδή του πολιτικού) και όχι η εξυπηρέτηση του «πελάτη» (του πολίτη).
Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα και μόνο, αμείλικτο συμπέρασμα: ο σύγχρονος Ελληνισμός, όπως και ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, περνάει μια βαθιά, υπαρξιακή κρίση ταυτότητας.
Έχουμε μπλέξει σε έναν επικίνδυνο, ατελείωτο κυκεώνα αφηρημένων πλέον εννοιών, εννοιών που είναι εντελώς κενές από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο.
Αυτές οι έννοιες έχουν πια ως μοναδικό τους στόχο τη σκόπιμη θόλωση της κρίσης του εκλογικού σώματος.
Σήμερα, βιώνουμε ίσως το μεγαλύτερο οξύμωρο της ανθρώπινης ιστορίας! Ενώ έχουμε στα χέρια μας, μέσα από το διαδίκτυο, άπειρη και άμεσα προσβάσιμη πληροφορία, νιώθουμε ταυτόχρονα πιο πνευματικά και ηθικά χαμένοι από ποτέ.
Αυτή η τεχνητή «θόλωση» της πραγματικότητας δεν είναι τυχαία· εξυπηρετεί ακριβώς το ίδιο το σύστημα.
Αν ο πολίτης δεν διαθέτει ισχυρές, σταθερές αξίες ως άγκυρες, τότε είναι απροστάτευτος και χειραγωγείται πολύ πιο εύκολα από το εφήμερο συναίσθημα της στιγμής ή από την επόμενη, καλοπληρωμένη επικοινωνιακή καμπάνια του εκάστοτε κόμματος.
Αν οι λέξεις έχασαν το νόημά τους, ίσως είναι γιατί αποκόπηκαν βίαια από το ήθος και την παράδοση που τις γέννησε.
Όταν, όμως, οι έννοιες γίνονται ψυχρά εργαλεία χειραγώγησης και η πολιτική παύει να υπηρετεί την ηθική και γίνεται απλώς μια τεχνική για τη νομή της εξουσίας, τότε ο άνθρωπος —καθοδηγούμενος από το ίδιο του το ένστικτο αυτοσυντήρησης— αναζητά απεγνωσμένα το σταθερό έδαφος.
Και αυτό το σταθερό έδαφος, απανταχού και διαχρονικά, δεν είναι άλλο από τις πανανθρώπινες αξίες, την ηθική και τις παραδόσεις μας.
Και πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό: δεν μιλάμε για την παράδοση με την έννοια της στείρας οπισθοδρόμησης, αλλά ως έναν πολύτιμο «κώδικα επιβίωσης» που δοκιμάστηκε σκληρά στο καμίνι του χρόνου.
Είναι αυτός ο κώδικας που μας επιτρέπει σήμερα να ξεχωρίζουμε με ασφάλεια το σωστό από το λάθος, το σημαντικό από το ασήμαντο.
Ο πραγματικός συντηρητικός του σήμερα δεν είναι ένας άνθρωπος που φοβάται το μέλλον.
Λειτουργεί μάλλον ως ένας σοφός αρχιτέκτονας που καλείται να αναπαλαιώσει ένα πανέμορφο, ιστορικό κτίριο και δεν το αφήνει να καταρρεύσει αβοήθητο (κάτι που θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση), αλλά από την άλλη πλευρά, ούτε παίρνει τις μπουλντόζες για να το κατεδαφίσει και να χτίσει στη θέση του ένα άψυχο κουτί (κάτι που αποτελεί την προοδευτική αποδόμηση της αριστεράς).
Αντίθετα, επιλέγει να το συντηρήσει με σεβασμό και να το εκσυγχρονίσει, διατηρώντας ακέραια και αλώβητα τα γερά του θεμέλια και την αληθινή του ταυτότητα.
Σε αυτό ακριβώς το οριακό, ιστορικό σημείο, ο Αντώνης Σαμαράς αποτελεί το απόλυτο, το μοναδικό σημείο αναφοράς στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Είναι ο μόνος ηγέτης που θέτει επιτακτικά, ευθέως και χωρίς περιστροφές το κρίσιμο, υπαρξιακό ερώτημα της εθνικής μας ταυτότητας: Ποιοι είμαστε τελικά και πού ακριβώς πατάμε; Χωρίς αυτό το ισχυρό θεμέλιο της αυτογνωσίας, η πολιτική που ασκούν όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις μοιάζει απλώς με ένα πελώριο κτίριο χωρίς βάσεις, έτοιμο να γκρεμιστεί με την πρώτη μεγάλη κρίση.
Μέσα σε αυτή την παραζάλη του δικαιωματισμού και της ισοπέδωσης, η πιο αυθεντικά «ροκ», η πιο βαθιά αντισυμβατική στάση δεν είναι, τελικά, η επιπόλαιη επιδίωξη της αλλαγής απλώς για χάρη της αλλαγής.
Η πραγματική επανάσταση σήμερα είναι η τόλμη και το πείσμα να μένεις αταλάντευτα πιστός στις ρίζες σου, ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τα πάντα γύρω σου καταρρέουν και ρευστοποιούνται.
Αυτό το κενό εκπροσώπησης, αυτή την αγωνία για το μέλλον, έρχεται να καλύψει το όραμα ενός κλασικού πολιτικού ευπατρίδη.
Ενός ανθρώπου που βλέπει την πολιτική ως υπέρτατο λειτούργημα.
Όσοι βιάζονται να κρίνουν, συχνά πέφτουν στην παγίδα της προπαγάνδας των αντιπάλων του συντηρητισμού, που προσπαθούν να τον παρουσιάσουν ως κάτι παρωχημένο.
Αλλά ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας άνθρωπος κολλημένος στο παρελθόν.
Δεν είναι ανελαστικός, δεν είναι οπισθοδρομικός.
Είναι ο ορισμός του σύγχρονου πολιτικού που συμβαδίζει απόλυτα με τις πραγματικές, βαθιές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.
Όταν εκφράζει δημόσια τις απόλυτα τεκμηριωμένες και στέρεες αντιρρήσεις του στο εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα της τεκνοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια, δεν μάχεται από μισαλλοδοξία ενάντια στα ατομικά δικαιώματα.
Αντίθετα, με τη σοφία ενός πραγματικού ηγέτη, μετατοπίζει το κέντρο βάρους της συζήτησης: το παίρνει από το εγωιστικό «θέλω» των ενηλίκων και το τοποθετεί στο ιερό, αναφαίρετο δικαίωμα του ίδιου του παιδιού να μεγαλώνει έχοντας ως πρότυπα μια μάνα και έναν πατέρα.
Αυτή είναι μια προσέγγιση που πηγάζει κατευθείαν από την καρδιά της ανθρωποκεντρικής, χριστιανικής και φιλελεύθερης παράδοσής μας.
Ήταν αυτός ο ίδιος άνθρωπος που, κατά την εξαιρετικά κρίσιμη και σκοτεινή διετία 2012-2014, μάτωσε στην κυριολεξία για να «ισιώσει» το άθλιο 1ο μνημόνιο.
Με τις γενναίες μεταρρυθμίσεις του και το τεράστιο πολιτικό κόστος που ανέλαβε, η χώρα πάτησε ξανά στα πόδια της, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι πιστεύει ακράδαντα σε ένα κράτος που λειτουργεί ως εγγυητής των κανόνων και όχι ως ένας δυνάστης που πνίγει την πρωτοβουλία.
Το πολιτικό του μητρώο είναι πεντακάθαρο.
Δεν έχει δημιουργήσει ποτέ σκάνδαλα, δεν έχει συμμετάσχει σε σκοτεινές υποθέσεις και σκάνδαλα.
Αντίθετα, έχει διωχθεί αλύπητα και ανηλεώς, τόσο από τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν, όσο και από τη σημερινή ΝΔ του Μητσοτάκη.
Ο στόχος του παραμένει πάντα κρυστάλλινος.
Οραματίζεται μια δυναμική οικονομία που δεν θα πνίγεται κάτω από τα βάρη του κράτους, αλλά θα αναπτύσσεται ελεύθερα μέσω της δραστικής μείωσης της φορολογίας.
Και προπάντων, προασπίζεται με νύχια και με δόντια την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας, και δεν φοβάται ούτε στιγμή να το αρθρώσει δυνατά, περήφανα και απολύτως χωρίς καμία διπλωματική συγκάλυψη απέναντι σε εχθρούς και «φίλους».
Είναι ροκ! Η πολιτική ζωή της Ελλάδας βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο, ιστορικό σταυροδρόμι.
Στη γλώσσα της ιστορίας, ο λεγόμενος «μονόδρομος» εμφανίζεται πάντα όταν μια κοινωνία φτάνει ακριβώς σε εκείνο το οριακό σημείο όπου τα συνεχή πειράματα και η ιδεολογική ασάφεια δεν μπορούν πλέον να παράγουν καμία βιώσιμη λύση.
Όταν η αφύσικη «κεντρώα» σύγκλιση της τριάδας Μητσοτάκη-Τσίπρα-Ανδρουλάκη δημιουργεί ένα τεράστιο, χαώδες πολιτικό κενό εκπροσώπησης για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, η ίδια η φύση —όπως και η ιστορία— απαιτούν επιτακτικά αυτό το κενό να καλυφθεί άμεσα.
Η κάλυψη αυτή μπορεί να γίνει μόνο μέσω της δυναμικής, σαρωτικής επιστροφής στις εθνικές μας ρίζες και εν τέλει στην κοινή λογική.
Σε αυτό το εκρηκτικό, ρευστό τοπίο, ο Σαμαράς δεν είναι απλώς άλλη μια φωνή διαμαρτυρίας, αλλά ο απόλυτος καταλύτης για τη ριζική, εκ βάθρων αναμόρφωση του υπάρχοντος, σαθρού κομματικού χάρτη.
Ιστορικά οι μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται ποτέ από την ίδρυση μικρών, γραφικών κομμάτων, αλλά από τη βίαιη ιδεολογική μετατόπιση των μεγάλων σχηματισμών κάτω από το βάρος της κοινωνικής πίεσης.
Η ασφυκτική πίεση που ασκεί σήμερα η καθαρή, πατριωτική στάση του Σαμαρά λειτουργεί σαν ένα «πολιτικό κόσκινο».
Αυτό το κόσκινο αναγκάζει το βαλτωμένο πολιτικό σύστημα να βγει από τον λήθαργο και να πάρει επιτέλους μια ξεκάθαρη θέση απέναντι στην ιστορία.
Είτε θα ταχθεί με τις παραδοσιακές μας αξίες και την εθνική κυριαρχία, είτε θα επιλέξει τον σκοτεινό δρόμο της ισοπεδωτικής αποδόμησης.
Ευτυχώς, το τέλος του ιδεολογικού αχταρμά πλησιάζει.
Όσοι πολιτικοί πολιτεύονται αποκλειστικά με φθηνά επικοινωνιακά τεχνάσματα και δημόσιες σχέσεις, αναπόφευκτα θα μείνουν πίσω, ξεχασμένοι από τον λαό.
Αντίθετα, όσοι διαθέτουν το σθένος του αληθινού ευπατρίδη, θα βγουν μπροστά και θα δημιουργήσουν τις νέες, νικηφόρες συμμαχίες του μέλλοντος, χτισμένες επιτέλους πάνω σε γερά θεμέλια.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο, σήμερα, να βρεις έναν πολιτικό άνδρα που να συνδυάζει αρμονικά δύο τόσο σπάνια στοιχεία: αφενός την ιστορική συνέχεια (την ικανότητα να συνδέει νοητά το πνεύμα του 1821 και του 19ου αιώνα με τις προκλήσεις του σήμερα), και αφετέρου την ευθυκρισία και την παλικαριά να συγκρούεται μετωπικά, ακόμα και με το ίδιο του το κόμμα, για να υπερασπιστεί τις αρχές του. Ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο μόνος που σπάει αυτή την καταθλιπτική «μονοφωνία» του κατεστημένου και δίνει ξανά ουσιαστικό νόημα στην ψήφο του απλού, αγανακτισμένου πολίτη.
Η πεισματική του άρνηση να συμβιβαστεί με την άχρωμη, «εθνομηδενιστική» ατζέντα του κέντρου —μια άρνηση που είχε ως απόλυτο αποκορύφωμα την άδικη διαγραφή του το 2024, γεγονός που του προσέδωσε την απόλυτη, αδιαμφισβήτητη ηθική νομιμοποίηση στα μάτια του λαού— αποδεικνύει περίτρανα ότι είναι ο ηγέτης που βάζει ξεκάθαρα, χωρίς δεύτερη σκέψη, την Πατρίδα πάνω από το οποιοδήποτε Κόμμα.
Μιλά ως εκφραστής μιας βαθιάς σχολής σκέψης, και όχι ως ένας κυνικός διαχειριστής της εξουσίας. Η Ελλάδα έχει κουραστεί.
Ο λαός μας έχει εξαντληθεί ψυχικά να ζει εγκλωβισμένος σε μια θολή, εικονική πραγματικότητα, όπου τα πάντα σχετικοποιούνται και τα πάντα πωλούνται.
Σε αυτή τη δίνη, η κοινωνία αναζητά απεγνωσμένα το Στέρεο, διψάει για το Αληθινό, προσεύχεται για το Διαχρονικό.
Και όταν αυτή η συσσωρευμένη κοινωνική ανάγκη για στιβαρή, πατριωτική ηγεσία συναντά την ανιδιοτελή, γεμάτη αυταπάρνηση προσφορά ενός γνήσιου Ευπατρίδη, τότε η πολιτική ανασταίνεται.
Τότε, η επιστροφή στις ρίζες δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά γίνεται η πιο ελπιδοφόρα, η πιο βαθιά ριζοσπαστική πράξη για να ανθίσει το μέλλον μας. Ο Αντώνης Σαμαράς είναι σήμερα ο μόνος, ο απόλυτα μόνος ηγέτης που έχει το ιστορικό, ηθικό και πνευματικό εκτόπισμα να προσφέρει στο έθνος αυτή την ακλόνητη βάση, δίνοντας σε όλους μας, επιτέλους, την ασφάλεια, την περηφάνια και τη σιγουριά ότι «εδώ υπάρχει, επιτέλους, έδαφος να πατήσουμε». (*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος Η ΑΠΟΨΗ
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους