Η Ωραία του Πέραν Ο Αιμίλιος πάτησε στην αποβάθρα του Γαλατά με μια βαλίτσα στο χέρι και δέκα λίρες στην τσέπη. 23 χρονών, φτωχός Χιώτης, δάσκαλος. Ήρθε στην Πόλη για να διδάξει ελληνικά στα παιδιά...
Η Ωραία του Πέραν Ο Αιμίλιος πάτησε στην αποβάθρα του Γαλατά με μια βαλίτσα στο χέρι και δέκα λίρες στην τσέπη. 23 χρονών, φτωχός Χιώτης, δάσκαλος.
Ήρθε στην Πόλη για να διδάξει ελληνικά στα παιδιά των φτωχών του Ταταύλα. Το Πέραν όμως δεν ήταν για φτωχούς.
Ήταν για τους άλλους.
Για τα φώτα, τις άμαξες, τα μεταξωτά.
Για τις βιτρίνες της Μεγάλης Οδού του Πέραν και τα ζαχαροπλαστεία που μύριζαν βανίλια και λεφτά.Την είδε πρώτη φορά έξω από το Petit Champs. Έβρεχε.
Εκείνη κατέβαινε από την άμαξα με τα οικόσημα των Ιβράκηδων.
Ερμιόνη. 19 χρονών.
Φορούσε μπλε βελούδο και είχε μάτια μαύρα, βαθιά σαν το Βόσπορο τη νύχτα.
Δεν έπρεπε να την κοιτάξει, Όμως δεν άντεξε, μαγεύτηκε απ΄ την ομορφιά της Η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια.
Ο πατέρας της, ο μεγαλέμπορος Κωνσταντίνος Ιβράκης, ζήτησε δάσκαλο για τη μικρή της αδερφή. Ο Αιμίλιος πήγε στο αρχοντικό στο Πέραν.
Μάρμαρα, πολυέλαιοι, υπηρέτες και στη σκάλα, η Ερμιόνη. «Εσείς είστε ο νέος δάσκαλος;» «Ναι, δεσποινίς.» «Διαβάζετε ποίηση, κύριε Αιμίλιε;» Διάβαζε. Παλαμά, Σολωμό, Βαλαωρίτη.
Εκείνη διάβαζε Μπωντλαίρ στα γαλλικά.
Συναντιόνταν στη βιβλιοθήκη.
Στην αρχή μιλούσαν για βιβλία.
Μετά για όνειρα.
Μετά σταμάτησαν να μιλάνε. Η Ερμιόνη ήταν αρραβωνιασμένη.
Με τον Δημήτριο Καραθεοδωρή.
Γόνος τραπεζιτών, με σπουδές στο Παρίσι.
Ο γάμος θα γινόταν την άνοιξη. «Για το καλό της οικογένειας», έλεγε ο πατέρας της.
Μα η Ερμιόνη αγαπούσε τον δάσκαλο.
Τον φτωχό Χιώτη με τα τρύπια παπούτσια που της έγραφε στίχους σε χαρτιά από τετράδια μαθητών.
Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, με χιόνι στο Πέραν, του είπε: «Θα φύγω μαζί σου, Αιμίλιε.
Να πάμε στη Χίο.
Να γίνω δασκάλα κι εγώ.» Δεν πρόλαβαν.
Κάποιος τους είδε.
Κάποιος μίλησε. Το Πέραν είναι μικρό όταν πρόκειται για σκάνδαλα. Ο Ιβράκης έμαθε τα πάντα.
Έδιωξε τον Αιμίλιο.
Κλείδωσε την Ερμιόνη στο δωμάτιό της. «Ντροπή! Θα μας καταστρέψεις! Θα παντρευτείς τον Καραθεοδωρή και τέλος!» Ο Καραθεοδωρής διέλυσε τον αρραβώνα. «Δεν παίρνω μεταχειρισμένα πράγματα», είπε.
Η ρετσινιά έμεινε. Η Ερμιόνη αρρώστησε.
Πυρετός, μελαγχολία.
Ο γιατρός είπε «νευρική κατάπτωση».
Ο πατέρας της είπε «ξεροκεφαλιά».
Την πήγε στο σπίτι της θείας στη Χάλκη. «Να συνέλθεις.
Να ξεχάσεις.» Δεν ξέχασε. Το Ημερολόγιο του Αιμίλιου 15 Φεβρουαρίου 1923 «Την είδα για τελευταία φορά.
Από μακριά, στο παράθυρο.
Φορούσε άσπρο.
Ήταν χλωμή.
Μου χαμογέλασε.
Ήταν το αντίο.
Μου έγραψε ένα γράμμα. “Αιμίλιε μου, ο πατέρας λέει πως τον ντρόπιασα.
Πως καλύτερα να πέθαινα παρά να τον ατιμάσω.
Ίσως έχει δίκιο.
Χωρίς εσένα δεν θέλω να ζω.
Με συγχωρείς.” 20 Φεβρουαρίου 1923 «Έμαθα τα νέα.
Τη βρήκαν στο δωμάτιο. Λάβδανο.
Ο γιατρός είπε ατύχημα. Η Πόλη ξέρει.
Ο πατέρας της την “έσπρωξε” στο θάνατο.
Όχι με τα χέρια.
Με τα λόγια.
Με την ντροπή.
Με το “τι θα πει ο κόσμος”. 1 Μαρτίου 1923 «Δεν αντέχω. Η Πόλη είναι άδεια χωρίς αυτήν. Το Πέραν είναι μαύρο.
Θα την ακολουθήσω.
Δεν είναι αυτοκτονία.
Είναι συνάντηση.
Αφήνω αυτό το ημερολόγιο.
Να μάθουν τι έκαναν.
Να μάθουν πως η αγάπη δεν μετριέται με λίρες και οικόσημα.
Ερμιόνη μου, έρχομαι.» Τον βρήκαν τρεις μέρες μετά.
Στο δωμάτιο που νοίκιαζε στα Ταταύλα.
Δίπλα του, το ημερολόγιο.
Και ένα ξεραμένο τριαντάφυλλο — το τελευταίο που του είχε δώσει η Ερμιόνη.
Τους έθαψαν χώρια.
Αυτή στο οικογενειακό μαυσωλείο των Ιβράκηδων.
Αυτός στο νεκροταφείο των φτωχών στο Σισλί.
Μα στο Πέραν, τα βράδια που φυσάει ο αέρας από το Βόσπορο, οι γριές λένε πως βλέπουν δύο σκιές.
Ένα κορίτσι με μπλε βελούδο και ένα αγόρι με τρύπια παπούτσια. Περπατάνε αγκαλιασμένοι στη Μεγάλη Οδό και χάνονται πριν ξημερώσει.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους