Διάβασα με προσοχή το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας». Το κείμενο προσφέρεται για μια πολύ εκτεταμένη θεωρητική κριτική...
Διάβασα με προσοχή το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας».
Το κείμενο προσφέρεται για μια πολύ εκτεταμένη θεωρητική κριτική, καθώς αποτελεί, έστω και ατελώς, ένα δομημένο πολιτικό κείμενο, σε μια εποχή που εκλείπουν τόσο τα κείμενα όσο και οι αναγνώστες.
Επιφυλασσόμενος για μια συνολική αποτίμηση αυτού του κειμένου, θα ήθελα να επισημάνω εν συντομία σήμερα τρία ζητήματα που καταγράφονται κατά τη γνώμη μου στο κείμενο δια γυμνού οφθαλμού. 1.
Το κείμενο δεν επιχειρεί μια ιστορική σύνθεση – σύγκλιση των τριών πολιτικών παραδόσεων, όπως διατείνεται, αλλά μια επιλεκτική ανασύνθεσή τους.
Από τη «σοσιαλδημοκρατία» δεν κρατά την κλασική εργατική-συνδικαλιστική της μήτρα, αλλά διαλέγει την εκδοχή του κοινωνικού κράτους και το πολιτικό discours της θεσμικής ευθύνης και της κυβερνητικής εμπειρίας διαχωρίζοντάς τα από το ιστορικό εργατικό - λαϊκό της έρεισμα.
Από τη «ριζοσπαστική Αριστερά» απορρίπτει την ιδέα της πολιτικής ρήξης με το καπιταλιστικό κράτος, διαλέγοντας να κρατήσει την γλώσσα της κριτικής στις ανισότητες και της αναφοράς στα «δικαιώματα».
Από την «πολιτική οικολογία», τέλος, δεν ενσωματώνει την πιο ριζοσπαστική απο-αναπτυξιακή ή αντικαπιταλιστική εκδοχή της, αλλά μια εκδοχή οικολογικού εξορθολογισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με έμφαση στη βιωσιμότητα και τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση.
Επομένως, η διακήρυξη συνθέτει τα πολύ μετριοπαθή τμήματα των τριών ιστορικών ρευμάτων, δηλαδή όσα μπορούν θεωρητικά να υπαχθούν σε ένα εγχείρημα «προοδευτικής διακυβέρνησης».
Αλλά, αυτό δεν συνιστά ούτε (θεωρητική) «σύγκλιση» ούτε (πολιτική) «συμπαράταξη».
Περισσότερο μοιάζει με μια εκλογίκευση της προσπάθειας του «νέου κόμματος».
Θεμιτή προφανώς, αλλά είναι εντελώς άλλο πράγμα να μιλά κανείς μεγαλεπήβολα για «συμπαράταξη των ιστορικών ρευμάτων του 20ου αιώνα» και εντελώς άλλο πράγμα η εκλογίκευση αναγκών της συγκυρίας. 2.
Κομμάτι της εκλογίκευσης είναι και το γεγονός ότι διακηρύσσει ότι θέλει να υπερβεί το ιστορικό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση».
Ωστόσο, η «υπέρβαση» που επιχειρεί δεν είναι συμμετρική.
Δεν προκύπτει, δηλαδή, μια προωθητική απάντηση σε αυτό το δίλημμα, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω δεν ήταν απλώς «πολιτικό», ήταν η αντίθεση δύο διαφορετικών απαντήσεων στο τι πρέπει να κάνει το εργατικό κίνημα απέναντι στο καπιταλιστικό Κράτος.
Αυτό που τελικά αναδύεται ως «υπέρβαση» είναι η βούληση για τη δημιουργία μιας «κυβερνώσας Αριστεράς», που θέλει να «μεταρρυθμίσει» επιλεκτικά - και ούτε καν καθολικά - το νεοφιλελεύθερο κράτος.
Αλλά αυτό δεν συνιστά «υπέρβαση του ιστορικού διλήμματος», και θα αποφευγόταν και η απλή αναφορά στο ζήτημα εάν υπήρχε στο κείμενο μια σοβαρή αποτίμηση της αποτυχίας όλων των ιστορικών ρευμάτων του εργατικού κινήματος, κάτι που επεσήμανε σωστά και ο Αντώνης Λιάκος, αλλά και η αποτίμηση σημαντικών θεωρητικών παραδόσεων (πρόχειρα αναφέρω την γκραμσιανή προσέγγιση περί «πολέμου κινήσεων» και «πολέμου θέσεων»). 3.
Το κείμενο μιλά πολύ σωστά για δημόσια αγαθά, κοινωνικό κράτος, ψηφιακή συνθήκη, ενεργειακή δημοκρατία, αλλά αποφεύγει συστηματικά να τοποθετηθεί στο κεντρικό ζήτημα της σημερινής εποχής και το οποίο αφορά το ερώτημα της ιδιοκτησίας, της κυριότητας, του ελέγχου και της ανάκτησης δημόσιας εξουσίας πάνω σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και της παραγωγής.
Στο πεδίο της ψηφιακής συνθήκης, για παράδειγμα, δεν λέει τίποτα ουσιαστικό για το κεντρικό ζήτημα του καιρού μας: ότι τα δεδομένα που συγκεντρώνουν οι μεγάλες πλατφόρμες αποτελούν σήμερα όχι απλώς πληροφορία, αλλά πηγή εξουσίας, επιτήρησης, αλγοριθμικής κυριαρχίας και κερδοφορίας.
Δεν διατυπώνει την ανάγκη να αντιμετωπιστούν κρίσιμα σύνολα δεδομένων ως κοινό ή δημόσιο αγαθό, ούτε ανοίγει ζήτημα κοινωνικού ελέγχου πάνω στις ψηφιακές υποδομές.
Έτσι, η «ψηφιακή συνθήκη» μένει περισσότερο μια φιλελεύθερη γλώσσα δικαιωμάτων παρά μια νέα πολιτική οικονομία του ψηφιακού καπιταλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα δημόσια αγαθά στην πιο κλασική τους μορφή.
Το μανιφέστο υπερασπίζεται σωστά τη σημασία τους, αλλά δεν απαντά στο κρισιμότερο διακύβευμα της εποχής: αν αυτή η υπεράσπιση σημαίνει ρύθμιση της αγοράς με μεικτά σχήματα υπό εποπτεία και με την «Κυβέρνηση» σε ρόλο συντονιστή του ανταγωνισμού, ή σαφή δημόσια ανάκτηση στρατηγικών επιχειρήσεων και υποδομών.
Με άλλα λόγια, το κείμενο θέλει να υπερασπιστεί τα δημόσια αγαθά χωρίς να διατυπώνει μια πολιτική οικονομία της δημόσιας κυριότητας.
Σταματά λίγο πριν από το σημείο όπου θα έπρεπε να κατονομάσει ευθέως το ζήτημα της εξουσίας πάνω στην ιδιοκτησία. Θα επανέλθουμε...
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους