[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η μητέρα κουράστηκε Η Ειρήνη φώναζε τόσο δυνατά στην ταμία που της έτρεμαν τα χέρια. – Πόση ώρα θα κάνετε ακόμα; Δεν μπορείτε να δουλέψετε σωστά; Καθίστε σπίτι σας τότε! – Συγγνώμη, – ψιθύρισε η...

Original Post

25#

Πλήρες Κείμενο:

Η μητέρα κουράστηκε Η Ειρήνη φώναζε τόσο δυνατά στην ταμία που της έτρεμαν τα χέρια. – Πόση ώρα θα κάνετε ακόμα; Δεν μπορείτε να δουλέψετε σωστά; Καθίστε σπίτι σας τότε! – Συγγνώμη, – ψιθύρισε η ηλικιωμένη γυναίκα, σκανάροντας ήδη γρήγορα τα προϊόντα, αλλά ακόμα επιτάχυνε. – Ειρήνη, – ο άντρας της, ο Κώστας, της άγγιξε διακριτικά τον αγκώνα, – φτάνει, έλα πάμε.

Η γυναίκα γύρισε απότομα: – Εσύ, μη μιλάς καν! Σε ρώτησε κανείς; Ο Κώστας κατέβασε τα μάτια ενοχικά και σώπασε.

Το συνήθιζε πάντα. *** Στο σπίτι μοσχοβολούσε κοτόπουλο με λεμόνι.

Η πεθερά, η κυρία Μαρία, στεκόταν στη κουζίνα και ανακάτευε τη σούπα. – Ήρθατε! Έφτιαξα σουπίτσα κοτόπουλο με χυλοπίτες.

Καθίστε να σας σερβίρω. – Σας έχω πει εκατό φορές να μην μπαίνετε στην κουζίνα μου, – ψιθύρισε οργισμένα η Ειρήνη. – Μένουμε μαζί ή είστε ακόμα φιλοξενούμενη; Η κυρία Μαρία χλώμιασε, άφησε απαλά το κουτάλι. – Μονάχα ήθελα να βοηθήσω... – Δεν θέλω βοήθεια! Τα καταφέρνω τέλεια μόνη μου! Φτάνει τρέχοντας ο επτάχρονος γιος, ο Πέτρος: – Μαμά, γεια! Ο Μάριος από το δίπλα διαμέρισμα είπε ότι είμαι αδύναμος.

Αλλά δεν είμαι, έτσι; – Άσε με, – αγρίεψε η Ειρήνη, – δεν βλέπεις ότι κάνω δουλειές; Ο Πέτρος σταμάτησε.

Κοίταξε με απορία τη γιαγιά του.

Εκείνη γύρισε το βλέμμα αλλού. Η Ειρήνη μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε με δύναμη την πόρτα. *** Έτσι ζούσαν πάντα.

Η κάθε μέρα ίδια με την προηγούμενη. Η Ειρήνη ξυπνούσε θυμωμένη, κοιμόταν θυμωμένη και στη μέση φώναζε σε όποιον βρισκόταν μπροστά της.

Σε άντρα, πεθερά, παιδί, πωλήτριες, συναδέλφους, ακόμα και περαστικούς.

Καμιά φορά, σπάνια, της περνούσε από το μυαλό «Θεέ μου, τι κάνω;» – αλλά αυτή η σκέψη χάνονταν σε ένα μαύρο κενό, χωρίς διέξοδο. Ο Κώστας κρατούσε. Συνήθισε.

Δέκα χρόνια γάμου του έμαθαν ένα πράγμα: να μη μιλάει και να μην προκαλεί εντάσεις.

Δούλευε σε δυο δουλειές, έφερνε ευρώ, έκανε ό,τι του έλεγε.

Τα βράδια, όταν η Ειρήνη αποκοιμιόταν, έβγαινε στην κουζίνα, έπινε τσάι και κοιτούσε επίμονα ένα σημείο. Σκεφτόταν.

Η κυρία Μαρία είχε έρθει τρεις μήνες να βοηθήσει με τον Πέτρο, όσο οι γονείς δουλεύουν.

Τώρα κάθε μέρα μάζευε τα θυμωμένα βλέμματα της Ειρήνης. Ο Πέτρος...

Απλώς ζούσε.

Έτρεχε, έπαιζε, ρωτούσε.

Κάθε φορά που πλησίαζε τη μητέρα του, έπεφτε σε τοίχο.

Στην αρχή έκλαιγε.

Μετά σταμάτησε.

Προτιμούσε να κάθεται σιωπηλός με τη γιαγιά – ήταν πιο ήρεμος έτσι. *** Την Παρασκευή συνέβη πάλι το γνωστό. Η Ειρήνη γύρισε σπίτι έξαλλη: το αφεντικό της φώναξε, μια συνάδελφος τη μαχαίρωσε πισώπλατα, στο μετρό της πάτησαν το πόδι.

Και λίγο πριν μπει, ο Πέτρος είχε ρίξει χυμό στον καινούργιο μπεζ καναπέ, που είχαν πάρει με δόσεις.

Ο μικρός στεκόταν με το άδειο ποτήρι και κοίταζε έντρομος τον λεκέ που απλωνόταν. – Τι έκανες πάλι; – ούρλιαξε η Ειρήνη μόλις μπήκε –, ξέρεις τι κοστίζει αυτός ο καναπές σε ευρώ; – Δεν ήθελα, μαμά.

Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις...

Σε φοβάμαι... – Φοβάται κιόλας! – ακόμα πιο οργισμένη η Ειρήνη, – μόνο ζημιές μπορείς να κάνεις! Δεν υπάρχει ζωή μαζί σου! – Συγγνώμη, μαμά... – Πήγαινε στο δωμάτιό σου! Μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Ο Πέτρος έφυγε. Η Ειρήνη συνέχισε να φωνάζει στο κενό μέχρι που βράχνιασε. *** Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί.

Πήγε στην κουζίνα, κάθισε δίπλα στο παράθυρο.

Έξω έβρεχε ψιλή βροχή.

Έμεινε να βλέπει σταγόνες να κυλούν στο τζάμι.

Σκεφτόταν πόσο τα είχε βαρεθεί όλα.

Ήθελε να σταματήσουν όλα, να ησυχάσουν.

Να έρθει γαλήνη.

Κάποτε τη πήρε ο ύπνος πάνω στο τραπέζι.

Ξύπνησε απ’ το κρύο, κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα.

Όλο το σπίτι ήσυχο. Ο Κώστας κοιμόταν, η κυρία Μαρία κοιμόταν, ο Πέτρος κοιμόταν.

Σηκώθηκε να πάει στη τουαλέτα.

Στον δρόμο πέρασε απ’ τη πόρτα του Πέτρου.

Ήταν μισάνοιχτη.

Κοίταξε μέσα, να δει αν κρατιέται σκεπασμένος. Ο Πέτρος κοιμόταν, κουλουριασμένος, αγκαλιά με το μαξιλάρι.

Στο γραφείο του, δίπλα στο κρεβάτι, μια ανοιχτή τετράδιο.

Συνηθισμένη, καρό, αλλά με εξώφυλλο γεμάτο ζωγραφιές με ρομπότ. Η Ειρήνη πήγε να φύγει, αλλά πρόσεξε μια λέξη στη σελίδα: «Μαμά».

Πήρε την τετράδιο.

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Άρχισε να διαβάζει.

Ήταν ημερολόγιο.

Η πρώτη καταγραφή, Σεπτέμβριος: Σήμερα η μαμά πάλι φώναζε.

Ο μπαμπάς είπε πως είναι κουρασμένη.

Ήθελα να την αγκαλιάσω, αλλά με έσπρωξε.

Μάλλον φταίω εγώ που είναι έτσι. Η Ειρήνη κατάπιε δύσκολα.

Άλλο φύλλο. Οκτώβριος.

Σήμερα είχε γενέθλια η γιαγιά.

Έφτιαξα μια κάρτα με λουλούδια.

Ήθελα να τη δώσω το πρωί, αλλά η μαμά φώναζε στον μπαμπά κι έτσι δεν την έδωσα.

Την έβαλα κάτω από το μαξιλάρι.

Ίσως αύριο που δεν θα είναι σπίτι. Παρακάτω. Νοέμβριος.

Χάλασα το αυτοκινητάκι που μου χάρισε ο μπαμπάς. Επίτηδες.

Σκέφτηκα αν χαλάσω κάτι δικό μου, η μαμά δεν θα φωνάξει.

Αλλά φώναξε.

Είπε πως δεν ξέρω να εκτιμώ τίποτα και πως είμαι χαζός.

Τα χέρια της Ειρήνης έτρεμαν. Δεκέμβριος. Πλησιάζουν Χριστούγεννα.

Έγραψα γράμμα στον Άγιο Βασίλη.

Του ζήτησα να σταματήσει η μαμά να φωνάζει.

Κρίμα που τέτοια δώρα δεν γίνονται. Ιανουάριος.

Στο σχολείο μας ζήτησαν να γράψουμε τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε.

Έγραψα πως θέλω να γίνω αόρατος, να μη με βλέπει η μαμά και να μη φωνάζει ποτέ.

Η δασκάλα απόρησε και κάλεσε τον μπαμπά.

Ήρθε, μίλησε μαζί μου.

Μου είπε πως στην ουσία η μαμά είναι καλή, απλά δυσκολεύεται.

Το ξέρω.

Θυμάμαι πώς ήταν παλιά.

Με αγκάλιαζε και γελούσε.

Τώρα δεν γελάει ποτέ. Η Ειρήνη άρχισε να δακρύζει πάνω στο τετράδιο και τα γράμματα θόλωνε. Φεβρουάριος.

Σήμερα έριξα χυμό στον καναπέ.

Η μαμά φώναζε πολλή ώρα.

Όταν φωνάζει, νιώθω πως πεθαίνω κομματάκι-κομματάκι.

Πρώτα τα αυτιά, μετά η καρδιά, μετά η ψυχή.

Ξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια.

Σκέφτηκα: άραγε, αν πεθάνω στον ύπνο μου, θα κλάψει; Ή θα πει: ευτυχώς, λιγότερα προβλήματα; Η τετράδιο έπεσε από τα χέρια της Ειρήνης.

Αναφιλητά ταρακουνούσαν τους ώμους της, κι όμως δεν έβγαλε ήχο.

Φοβόταν να ξυπνήσει το παιδί.

Φοβόταν τα πάντα.

Έμεινε έτσι αρκετή ώρα.

Είκοσι λεπτά, ίσως μια ώρα.

Μετά μάζεψε την τετράδιο, την έβαλε στη θέση της και βγήκε.

Γύρισε στο δωμάτιό της.

Ξάπλωσε δίπλα στον Κώστα.

Κοίταζε το ταβάνι ως το πρωί. *** Το πρωί ο Πέτρος ξύπνησε πρώτος.

Άνοιξε τα μάτια, τεντώθηκε, σηκώθηκε.

Είδε ανοιχτή την πόρτα, θυμήθηκε το χθεσινό και αναστέναξε.

Βγήκε στο διάδρομο, άκουσε. Σιωπή. Παράξενο.

Συνήθως τέτοια ώρα η μαμά έσπαζε πιάτα και μάλωνε γιατί όλοι ήταν τεμπέληδες.

Πέρασε στην κουζίνα.

Η μαμά καθόταν στο τραπέζι.

Δεν φώναζε, ούτε έσπαζε.

Απλώς κοίταζε απ’ το παράθυρο.

Μπροστά της ένα φλιτζάνι τσάι, κρύο προ πολλού. – Μαμά; – ρώτησε διστακτικά ο Πέτρος. Η Ειρήνη γύρισε.

Το πρόσωπό της παράξενο – ούτε θυμωμένο ούτε κουρασμένο, αλλιώτικο. – Καλημέρα, – είπε ήσυχα η Ειρήνη. – Έλα για πρωινό. Ο Πέτρος κάθισε.

Η μαμά του έφερε πιάτο με κρέμα.

Κάθισε απέναντί του. Ο Πέτρος έτρωγε και την παρακολουθούσε.

Περίμενε πότε θα ξεσπάσει ο γνώριμος θυμός.

Τίποτα. – Μαμά, – είπε τελικά, – τι έχεις; – Τίποτα. – Γιατί δεν μιλάς; – Σκέφτομαι. – Τι; Η Ειρήνη κοίταξε το γιο της προσεκτικά.

Μετά του χάιδεψε το κεφάλι, έτσι χωρίς λόγο. – Σκέφτομαι για σένα, – είπε. – Για εμάς. Ο Πέτρος έμεινε άγαλμα με το κουτάλι στο στόμα. – Μαμά, μήπως είσαι άρρωστη; – Όχι, γιε μου.

Ίσα-ίσα, τώρα αρχίζω και γίνομαι καλά.

Δεν κατάλαβε, αλλά χαμογέλασε.

Του αρκούσε που δεν φώναζε. – Φάε το πρωινό – είπε η Ειρήνη, – θα αργήσεις για το σχολείο. Ο Πέτρος ήπιε το τσάι, σηκώθηκε, πήγε να ετοιμαστεί.

Στην πόρτα σταμάτησε. – Μαμά, – ψέλλισε ντροπαλά – Το βράδυ... δε θα φωνάξεις πάλι; Η Ειρήνη πλησίασε, έκατσε στα γόνατα μπροστά του. – Άκουσε με, – του είπε αποφασιστικά. – Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ πως θα τα καταφέρω αμέσως.

Αλλά θα προσπαθήσω πολύ να μη φωνάζω ξανά.

Για να μη φοβηθείς ποτέ πια, εντάξει; Ο Πέτρος έγνεψε. – Κι αν δε τα καταφέρεις; – ψιθύρισε. – Αν όχι, να μου το πεις.

Να μου πεις «Πάλι;» και θα θυμηθώ. – Τι θα θυμηθείς; – Τα πάντα, – του φίλησε το μέτωπο. – Πήγαινε τώρα. Ο Πέτρος έφυγε. Η Ειρήνη έμεινε στην είσοδο.

Άκουσε το ασανσέρ να φεύγει.

Μετά ξαναήρθε η ησυχία.

Βγήκε ο Κώστας, νυσταγμένος, αναμαλλιασμένος. – Γιατί ξύπνησες τόσο νωρίς; – ρώτησε. – Δεν μου κολλούσε ύπνος.

Την κοίταξε καλά. – Όλα καλά; – Όλα, – απάντησε ήρεμα η Ειρήνη. – Πήγαινε πάρε πρωινό.

Ο άντρας της πήγε στην κουζίνα. Η Ειρήνη τον ακολούθησε.

Κάθισαν στο τραπέζι. Ο Κώστας γέμισε τσάι... – Κώστα, – ρώτησε ξαφνικά η Ειρήνη. – Εσύ γιατί μ’ αγαπάς; Έβηξε από την έκπληξη. – Τι; – Γιατί μ’ αγαπάς; Αφού... έχω γίνει τέρας. Ο Κώστας άφησε το φλιτζάνι, την κοίταξε στα μάτια. … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences