[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Εκείνη πήρε ένα ξένο βρέφος από το μαιευτήριο για να το σώσει, αλλά δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στην πόρτα της εμφανίστηκε το παρελθόν, φέρνοντας τα πάνω-κάτω στη ζωή της. Ήταν ο Νοέμβρης του 1941 και...

Original Post

25#

Πλήρες Κείμενο:

Εκείνη πήρε ένα ξένο βρέφος από το μαιευτήριο για να το σώσει, αλλά δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στην πόρτα της εμφανίστηκε το παρελθόν, φέρνοντας τα πάνω-κάτω στη ζωή της.

Ήταν ο Νοέμβρης του 1941 και το κρύο με τον βοριά τρυπούσαν το κόκαλο.

Οι ξεραμένοι πλάτανοι έτριζαν στα στενά του Βόλου, τα στάσιμα νερά στα χαλίκια μετακινούνταν κάτω απ’ τις τεντωμένες ρόδες μια ταπεινής αμάξας με άλογο.

Η διαδρομή προς το νοσοκομείο του Βόλου έμοιαζε ατέλειωτη και η λάσπη κύκλωνε τα πάντα. — Δεν θα φτάσουμε ποτέ, μα πού είναι αυτός ο δρόμος! — ψιθύρισε κλαίγοντας η Μάρθα Θεοδωρίδου, σκουπίζοντας τα πρησμένα μάτια της. — Θα τα καταφέρουμε, Μαρία μου, μη φοβάσαι! — αποκρίθηκε ο άντρας της, ο Τάσος Θεοδώρου, προσπαθώντας μάταια να παρακινήσει την εξαντλημένη φοράδα, τα χέρια του πονώντας από το κρύο.

Η νεαρή γυναίκα, ξαπλωμένη μες στα άχυρα, σιγοστενάζει από τον πόνο.

Επιθυμούσε απλώς να λυτρωθεί από το βάρος που ένιωθε, να τελειώσει η αγωνία της.

Η μαμή είχε τσακίσει το πόδι και ο γιατρός του χωριού είχε φύγει για να περιθάλψει ένα άρρωστο παιδί. — Μόνο σκέψου το μωρό, τον Λεωνίδα, τον άντρα σου, — ψιθύριζε η μάνα, χαϊδεύοντας την κοιλιά της κόρης της. — Τους έχω συνέχεια στο νου μου, μάνα. — Πώς θα το ονομάσεις; — προσπάθησε να την αποσπάσει η Μάρθα. — Ο Λεωνίδας είπε, αν είναι κορίτσι, να το πούμε Λυδία, αν αγόρι — Βασίλη. — Πολύ όμορφα.

Ο πατέρας σου θα σε φτάσει, το πιστεύω.

Κοίτα, να εκεί φαίνονται τα φουγάρα του εργοστασίου, στο βάθος είναι πια η πόλη… Στην αυλόπορτα του νοσοκομείου ξεκίνησαν οι πόνοι και λίγο μετά γεννήθηκε ένα τρυφερό κοριτσάκι.

Κρατώντας το στην αγκαλιά της, η Κλειώ, η νεαρή μητέρα, έκλαψε με δάκρυα χαράς και όλα τα βάσανα της φάνηκαν μικρά μπροστά στην πλημμύρα της αγάπης. — Λυδία, έτσι σε ονομάτισε ο πατέρας σου.

Θα επιστρέψει νικητής, είσαι η ελπίδα μας… Αμέσως, της ήρθε η ανάγκη να γράψει στον σύζυγό της και με το που έφυγε η μαία με το βρέφος, ζήτησε από μια καθαρίστρια χαρτί και μολύβι. — Περιμένετε, Κυρία Νικολάου, θα σας τα φέρω όλα μέσα.

Όμως η νοσοκόμα με μια σκληράδα στη φωνή, πέταγε φακέλους και ξέσπαγε άσχημα. — Κάτι συμβαίνει; — τόλμησε να ρωτήσει η Κλειώ. — Τι να 'χει, άφησέ με, — αποκρίθηκε κοφτά η νοσοκόμα.

Επιστρέφοντας, συνάντησε στη θάλαμό της τη νεαρή Αγάθη που ετοίμαζε πράγματα. — Σε διώχνουν ήδη; — απόρησε η Κλειώ. — Ναι, φεύγω, — αποκρίθηκε σχεδόν βουβά η Αγάθη.

Στα μάτια της διαγραφόταν θλίψη τόσο βαθιά που οι λέξεις δεν είχαν τόπο.

Αφησε τα πράγματά της βαριά και βγήκε.

Λίγο αργότερα, η νοσοκόμα έφερε το χαρτί στην Κλειώ, την κοίταξε εχθρικά και έφυγε. — Εκείνη έφυγε νωρίς, εγώ πρέπει να μείνω τρεις-τέσσερις μέρες, — μονολόγησε η Κλειώ. — Έφυγε μόνη της.

Το μωρό της το άφησε εδώ.

Πολλές το κάνουν αυτό.

Κανείς δεν τις νοιάζει, — απάντησε άλλη νοσοκόμα. — Τι γέννησε; — ρώτησε σοκαρισμένη η Κλειώ. — Κορίτσι.

Ροδαλό, δυνατό, τι άλλο να ζητήσει κανείς; — είπε και έφυγε.

Ο νους της Κλειώς δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ το εγκαταλελειμμένο κοριτσάκι.

Όταν της έφεραν τη Λυδία για θηλασμό, ύστερα της την πήραν και την κάλεσαν για δείπνο, ακούγοντας το αδύναμο κλάμα, σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν η μικρή της.

Όταν είδε πως η Λυδία κοιμόταν ήσυχα και το έκλαιγε άλλο βρέφος, ρώτησε: — Να το ταΐσω, μπορώ; — απαλά ρώτησε τη νοσοκόμα. — Τι θες τώρα εσύ εδώ; — την προσγείωσε απότομα. — Θα το ταΐσεις και τι, μετά θα το στείλουμε στο ορφανοτροφείο! — Ορφανοτροφείο; — τραβήχτηκε η Κλειώ. — Για πού το θέλεις κι εσύ δηλαδή; — απάντησε η άλλη σα να μιλούσε σε παιδί.

Με αποφασιστικότητα η Κλειώ πήγε στον γιατρό της. — Γιατρέ Αναγνωστόπουλε, έχετε δύο λεπτά για μένα; — Τι θες τώρα, κυρά Νικολάου; Πες μου γρήγορα— είπε σκασμένος. — Στο παιδικό τμήμα υπάρχει κοριτσάκι παρατημένο.

Δώστε μου άδεια να το πάρω.

Έχω γάλα, θα το αναστήσω.

Ένα παιδί παραπάνω δεν θα με βαρύνει. — Αλήθεια το θες; — Πιο σίγουρη δεν ήμουν ποτέ.

Την κοίταξε εξεταστικά και ύστερα έγνεψε. Η Κλειώ πετούσε στον ουρανό.

Πήγε και πήρε το βρέφος στην αγκαλιά της· ένα ελαφρύ πλάσμα, που δίψαγε για ανθρώπινη ζεστασιά.

Τη χάιδευε, τα μάτια της έλαμπαν από στοργή. — Όλα θα πάνε καλά, μικρή μου.

Θα σε πω Αγάπη.

Λυδία και Αγάπη — τούτο μας λείπει. Η Κλειώ είχε πάρει απόφαση. — Παναγιά μου βοήθα! — έκανε το σταυρό της η Μάρθα όταν έφτασαν σπίτι. — Δίδυμα έκανες; — Δύο κορίτσια, Λυδία και Αγάπη. — Μα δεν μοιάζουν! — γκρίνιαξε η μάνα. — Τι να πω, τουλάχιστον θα τις ξεχωρίζουμε! — Ήταν δίδυμα αλλά όχι ολόιδιες, — είπε ψέματα η Κλειώ. — Άντε, φτάνει πια, μπεςτε να ζεσταθούμε, — είπε ο Τάσος, χαμογελώντας.

Ο καιρός κύλησε.

Πέντε χρόνια μετά, τα κορίτσια μεγάλωσαν στο μικρό χωριό στα Πήλια, γεμάτες υγεία και ομορφιά. Η Κλειώ τις αγαπούσε εξίσου, δίχως διακρίσεις, με όλη της την ψυχή.

Προσευχόταν καθημερινά να επιστρέψει ο Λεωνίδας από το μέτωπο.

Όταν πια γύρισε, υποδέχτηκαν όλοι με χαρές, φιλιά και δάκρυα. — Πού είναι τα κορίτσια μου; — ρώτησε με λαχτάρα ο Λεωνίδας. — Με τον παππού στον κήπο, — του είπε η Μάρθα και όλοι μαζί πήγαν στο μποστάνι με τις νεραντζιές που φύτεψε ο παππούς.

Εκεί, κάτω από τα κλαδιά, η Λυδία και η Αγάπη πετάχτηκαν στην αγκαλιά του πατέρα τους.

Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο.

Όταν οι γονείς της Κλειώς έφυγαν από τη ζωή, τα κορίτσια ήταν πια δεκαοκτώ χρονών.

Δούλευαν στα χωράφια μες στο φως, αλλά η Κλειώ έβλεπε πως μεγάλωναν.

Οι μνηστήρες δεν άργησαν να φανούν· για τη Λυδία ενδιαφερόταν ο Βασίλης, την Αγάπη διεκδικούσε ο Γιάννης ο τρακτεράς. — Είναι μικρές ακόμα, — έλεγε ο Λεωνίδας. — Όχι πια, Λεωνίδη.

Ήρθε η ώρα. Η Κλειώ ήξερε, ο φόβος του άντρα της δεν ήταν για τα προξενιά, μα για το κενό που θα άφηναν πίσω οι κόρες του, αν έφευγαν.

Ένα απόγευμα ήρθε στο σπίτι μια γυναίκα κομψή, απ’ την Αθήνα, με ρούχα που ζήλευαν ακόμα κι οι κυρίες στην πόλη. — Καλησπέρα.

Η κυρία Κλειώ Νικολάου; — Ναι, εσείς; — Με λένε Νίκη Σαββίδη. Η Κλειώ τα έχασε. — Μπορώ να μπω μέσα; Έχουμε να πούμε κάτι σοβαρό.

Μπαίνοντας, η Νίκη αποκάλυψε την αλήθεια. — Εγώ είμαι εκείνη που άφησα το παιδί μου στο μαιευτήριο το '41· γέννησα στην ίδια θάλαμο μαζί σας.

Θέλω να δω την κόρη μου.

Η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια της Κλειώς. Ο Λεωνίδας έγινε έξαλλος. — Τι ζητάς εδώ; — ξέσπασε. — Δεν ερχόμουν αν δεν πονούσα τόσα χρόνια...

Παντρεύτηκα άνθρωπο, παιδιά όμως δεν απέκτησα ποτέ. Ο Θεός δε μου το ‘δωσε, ίσως τιμωρία… Η Λυδία είχε ακούσει τη συζήτηση.

Στάθηκε στην είσοδο μαρμαρωμένη. — Ποια από τις δυο μας; — ρώτησε με σβησμένη φωνή. — Η Αγάπη, — απάντησε η Κλειώ… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences