[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Νικόλας κατέβηκε στο χωριό για να επισκεφτεί τη θεία του. Πλησίασε το παλιό γνώριμο σπίτι, άνοιξε τη μεταλλική αυλόπορτα κι αμέσως στο προαύλιο τον περίμενε η Θεοφανία. – Και γιατί δε με πήρες ένα...

Original Post

25#

Πλήρες Κείμενο:

Νικόλας κατέβηκε στο χωριό για να επισκεφτεί τη θεία του. Πλησίασε το παλιό γνώριμο σπίτι, άνοιξε τη μεταλλική αυλόπορτα κι αμέσως στο προαύλιο τον περίμενε η Θεοφανία. – Και γιατί δε με πήρες ένα τηλέφωνο να με προειδοποιήσεις; είπε σχεδόν αυστηρά κι αμέσως τον αγκάλιασε. – Και η Καλλιόπη με τα παιδιά δεν ήρθαν μαζί σου; – Όχι, δεν τα κατάφεραν, έμειναν στην πόλη, απάντησε ο Νικόλας με ένα βεβιασμένο χαμόγελο.

Η θεία τον έβαλε αμέσως μέσα και σε χρόνο μηδέν είχε στρώσει τραπέζι με τα πάντα—τυρόπιτα, χωριάτικη σαλάτα, μέχρι και λίγο καφέ ελληνικό.

Έφαγαν, ήπιαν, κι εκεί γύρω στο επιδόρπιο, η Θεοφανία πήρε βαθιά ανάσα και ξεκίνησε το σοβαρό. – Για δες τι βρήκα στο παλιό μπαούλο του αποθήκης, είπε ξαφνικά και του άπλωσε ένα κιτρινισμένο χαρτί. Ο Νικόλας το ξεδίπλωσε και άρχισε να διαβάζει.

Όσο διάβαζε το πρόσωπό του άλλαζε χρώμα σχεδόν σαν τις σημαίες που ανεμίζουν στα λιμάνια τον Δεκαπενταύγουστο. – Ε, μη φρικάρεις, αγόρι μου! Του είπε η Θεοφανία, κάνοντας πως δεν τρέχει και τίποτα.

Τόσα χρόνια πέρασαν… και η υγεία αλλάζει έτσι κι αλλιώς! Σκέψου το κι εσύ: μεγάλωσες δυο παιδιά, τι να πω, άνεμος τα έφερε; Εκείνο το βράδυ ο Νικόλας έμεινε να κοιμηθεί στη θεία.

Δηλαδή, πιο σωστά, έμεινε να κοιτά το ταβάνι σαν χαλασμένος ανεμιστήρας, γιατί ποιος να κοιμηθεί με τέτοιο χαρτί στο χέρι; Το συμπέρασμα εκείνο, ντοκουμέντο από τότε που ήταν εφτά χρονών και είχε περάσει μια σοβαρή ασθένεια, έγραφε ότι μάλλον δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει παιδιά δικά του.

Η μητέρα του, λέει, το ‘χε πάρει, αλλά ο Νικόλας ούτε που είχε πάρει χαμπάρι. «Δεν μπορεί, κάπου τα μπέρδεψαν τα χαρτιά», σκεφτόταν ο Νικόλας. «Δηλαδή τι, τόσα χρόνια μεγάλωνα ξένα παιδιά; Δεν υπάρχει. Στην Καλλιόπη έχω απόλυτη εμπιστοσύνη.» Τη μητέρα του την έχασε μικρός, πριν καν κλείσει τα δέκα.

Λίγο μετά, ο πατέρας έφερε άλλη γυναίκα - Νικόλα, άλλα κόλπα.

Από τότε πήγαινε συχνά να κοιμηθεί στη Θεοφανία, που έμενε δίπλα.

Ήταν η μικρότερη αδερφή της μητέρας του και τον είχε σαν παιδί της.

Μετά το στρατό, ο Νικόλας δε γύρισε ποτέ μόνιμα στο χωριό.

Δουλειά δεν υπήρχε, και με τον πατέρα του όλο τριβές.

Έπιασε δουλειά στην Αθήνα ως οδηγός, στην αρχή όλα τα λεφτά να τα στέλνει στο λογαριασμό για το νοίκι, μέχρι που με τον καιρό έγινε φορτηγατζής και σιγά σιγά μάζεψε (με χίλιες θυσίες!) αρκετά για ένα δικό του σπιτάκι.

Μετά γνώρισε και την Καλλιόπη.

Το ότι θα αποκτούσαν παιδί το έμαθε πριν καν παντρευτούν, το ‘πε η ίδια.

Ζούσαν ήσυχα – κι όσο ήσυχα μπορεί να ζήσει όποιος οδηγεί φορτηγό στην εθνική Οδό.

Σε τρία χρόνια μετά την κόρη, ήρθε και ο γιος.

Γύρω στα σαράντα, με κάμποσα ευρώ στην άκρη, τα παράτησε τα κοντέρ και άνοιξε μια μικρή μεταφορική.

Λίγο στην αρχή, μετά όλο και ανέβαινε – μέχρι που το ‘κανε επιχείρηση που ακούμπαγε καλά, έτρεχε, έβγαζε σένια λεφτά.

Μα από τη θεία Θεοφανία, ο Νικόλας έφυγε κατευθείαν για την Αθήνα.

Το χαρτί του δεν τον άφηνε να γυρίσει σπίτι ήσυχος.

Πήγε σε γιατρούς, εξετάσεις, τα πάντα, κι οι υποψίες του βγήκαν σωστές.

Η διάγνωση ξεκάθαρη: παιδιά δικά του δεν γινόταν να κάνει.

Γυρνώντας σπίτι, η Καλλιόπη τον περίμενε με κέφι. – Ήρθες, Νικόλα μου! Θα φας κάτι; – Όχι, είπε ξερά.

Άφησε μπροστά της το χαρτί του γιατρού. – Τι είναι αυτό; ρώτησε η Καλλιόπη. – Ε, αυτό είναι που λέει ότι δεν θα μπορούσα ποτέ σε τούτη τη ζωή να κάνω παιδιά. Η Καλλιόπη κάθισε απότομα σαστισμένη. – Βρε Νικόλα, σιγά, θα ‘ναι λάθος! – Θες να συνεχίσουμε να λέμε ψέματα; Εγώ φεύγω, δε με ξαναβλέπεις. – Καλά, να σου πω την αλήθεια μου...

Έτσι κι έγινε. Η Καλλιόπη άρχισε να λέει ιστορίες από το σχολείο.

Λίγο το αγόρι που της την έπεφτε τότε, λίγο που πάλι χώρισαν, λίγο που μετά γνώρισε τον Νικόλα, κι έμεινε έγκυος χωρίς να ‘ναι σίγουρη τίνος το παιδί ήταν.

Ο γάμος μαζί του την έσωσε, αλλιώς με τους γονείς της, κρίμα... – Εντάξει, μέχρις εδώ την καταλαβαίνω τη φάση, είπε ο Νικόλας.

Με το δεύτερο παιδί τι έγινε; Η Καλλιόπη αναστέναξε, δάκρυα, τα μάτια της να τρέχουν μαραθώνιο.

Θυμήθηκε, λέει, έναν βραδινό που έπεσε πάνω στον παλιό της έρωτα, ενώ ο Νικόλας έλειπε για δουλειά.

Βγήκαν, ήπιαν, και… ε, τα κατάφερε να αυτο-σαμποτάρει. Τέλος.

Από τότε ούτε μισή κουβέντα μαζί του. – Και συγγνώμη, ακόμα δεν μπορώ να το συγχωρήσω στον εαυτό μου, αλλά εσύ είσαι η αγάπη της ζωής μου, του εξήγησε. Ο Νικόλας έμεινε σκυμμένος, τα χέρια πάνω στο κεφάλι, σαν να του είχαν φέρει μήνυση από την εφορία. – Νικόλα μου, σε παρακαλώ, μη μου φύγεις, δεν αντέχω χωρίς εσένα. – Δεν μπορώ να σε βλέπω, απάντησε κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η Καλλιόπη να τον κυνηγάει με κλάματα, εκείνος ούτε κουβέντα, η πόρτα να κλείνει πίσω του δραματικά.

Για να ξεχαστεί, ο Νικόλας βούλιαξε στη δουλειά, τα Σαββατοκύριακα ξανά-μανά στο χωριό στη θεία Θεοφανία.

Οι νύχτες, όμως, βαριές – το ταβάνι να του φαίνεται πιο μεγάλο κι από το Καλλιμάρμαρο. «Όλη μου η ζωή κουλουβάχατα», στοχάστηκε. «Και τι φταίω εγώ; Αν ήξερα τότε, μετά το στρατό, ότι δεν θα μπορούσα να έχω παιδιά, μάλλον δεν θα είχα ποτέ οικογένεια.

Ούτε θα έβλεπα ποτέ παιδιά να κάνουν τα πρώτα τους βήματα, ούτε τα μικρά, όμορφα πράγματα να γεμίζουν το σπίτι.

Τελικά, η ευτυχία μου ήταν στο ότι δεν ήξερα τι μου γινόταν.» Την Κυριακή, να τα παιδιά του να κάνουν ντου στο σπίτι της θείας. – Μπαμπά, τι γίνεται; … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences