«Μαρία, γιατί δεν έφτιαξες ακόμα τον καφέ της μαμάς μου; Ξέρεις ότι της αρέσει να τον πίνει μόλις φτάνει!» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στο μικρό μας σαλόνι, γεμάτη ανυπομονησία και μια δόση ενόχλησης...
«Μαρία, γιατί δεν έφτιαξες ακόμα τον καφέ της μαμάς μου; Ξέρεις ότι της αρέσει να τον πίνει μόλις φτάνει!» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στο μικρό μας σαλόνι, γεμάτη ανυπομονησία και μια δόση ενόχλησης.
Κοιτάζω το ρολόι: Παρασκευή, 18:07.
Οι γονείς του θα μπουν από στιγμή σε στιγμή.
Το στομάχι μου σφίγγεται, τα χέρια μου τρέμουν ελαφρά, και νιώθω το ίδιο γνώριμο βάρος στο στήθος μου. Κάθε Παρασκευή, η ίδια ιστορία. Κάθε Σαββατοκύριακο, η ίδια κόλαση. «Έρχονται, Μαρία! Βάλε τα καλά σου, μην νομίζουν ότι δεν σε νοιάζει!» συνεχίζει ο Νίκος, χωρίς να με κοιτάζει καν.
Σκύβω το κεφάλι, μαζεύω τα μαλλιά μου πρόχειρα και βάζω το χαμόγελο που έχω μάθει να φοράω σαν μάσκα.
Η πόρτα χτυπάει.
Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, μπαίνει πρώτη, με το γνωστό της ύφος, λες και το σπίτι είναι δικό της.
Ο πεθερός μου, ο κύριος Γιάννης, ακολουθεί, πάντα σιωπηλός, πάντα με το βλέμμα του να με διαπερνά. «Καλησπέρα, παιδιά! Μαρία, το σπίτι μυρίζει λίγο κλεισούρα, δεν άνοιξες τα παράθυρα;» λέει η κυρία Ελένη, πριν καν με χαιρετήσει. «Νίκο, πού είναι το φαγητό;» Ο Νίκος με κοιτάζει με νόημα. «Μαρία, δεν ετοίμασες ακόμα το τραπέζι;» Κάθε φορά νιώθω να μικραίνω, να χάνω λίγο ακόμα από τον εαυτό μου.
Θυμάμαι τότε που ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, γεμάτη όνειρα και φιλοδοξίες.
Πίστευα ότι η αγάπη μπορεί να νικήσει τα πάντα.
Όταν γνώρισα τον Νίκο, με μάγεψε η γλυκύτητά του, η υπόσχεση μιας ήρεμης ζωής.
Δεν ήξερα ότι μαζί του θα παντρευόμουν και την οικογένειά του.
Τα πρώτα χρόνια, προσπαθούσα να είμαι η τέλεια νύφη.
Έφτιαχνα τα αγαπημένα φαγητά της πεθεράς μου, καθάριζα το σπίτι μέχρι να λάμπει, χαμογελούσα ακόμα κι όταν ήθελα να ουρλιάξω.
Όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσα, τόσο περισσότερο απαιτούσαν. «Μαρία, το παιδί μας να το προσέχεις!», «Μαρία, δεν είναι σωστό να δουλεύεις τόσο πολύ, το σπίτι έχει ανάγκες!», «Μαρία, πότε θα μας κάνετε εγγόνι;». Κάθε Παρασκευή, η ίδια ρουτίνα: φτάνουν, κάθονται στον καναπέ, σχολιάζουν τα πάντα. «Το χαλί έχει λεκέδες», «Το φαγητό είναι άνοστο», «Ο Νίκος φαίνεται κουρασμένος, τον ταλαιπωρείς;». Ο Νίκος σπάνια με υπερασπίζεται.
Συνήθως κάθεται δίπλα στη μητέρα του, συμφωνεί με ένα νεύμα ή, το πολύ, μου ρίχνει ένα βλέμμα που λέει «κάνε υπομονή».
Κι εγώ κάνω.
Κάθε φορά, λίγο λιγότερη Μαρία, λίγο περισσότερο σκιά.
Μια φορά, τόλμησα να αντιμιλήσω. «Κυρία Ελένη, το σπίτι είναι καθαρό.
Αν θέλετε, μπορείτε να βοηθήσετε».
Η σιωπή που έπεσε ήταν εκκωφαντική. Ο Νίκος με κοίταξε σαν να είχα διαπράξει έγκλημα.
Η πεθερά μου σήκωσε τα φρύδια της και είπε: «Εμείς έτσι μάθαμε, Μαρία μου.
Να φροντίζουμε τους άντρες μας.
Εσύ κάνε όπως νομίζεις».
Από τότε, οι επισκέψεις έγιναν πιο συχνές, τα σχόλια πιο αιχμηρά.
Τα βράδια, όταν μένουμε μόνοι, προσπαθώ να μιλήσω στον Νίκο. «Δεν αντέχω άλλο, Νίκο.
Νιώθω ξένη στο ίδιο μου το σπίτι». Εκείνος με κοιτάζει κουρασμένος. «Είναι οι γονείς μου, Μαρία. Τι να κάνω; Να τους διώξω;»
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους