Και τότε ήρθε η δημοκρατία. Οι άντρες κέρδιζαν δώδεκα ή δεκατρείς πεντάρες και οι γυναίκες λιγότερο απ’ τα μισά, ως συνήθως. Άντρες και γυναίκες έτρωγαν το ίδιο ψωμί από πλακούντα ελιάς, τα ίδια...
Και τότε ήρθε η δημοκρατία. Οι άντρες κέρδιζαν δώδεκα ή δεκατρείς πεντάρες και οι γυναίκες λιγότερο απ’ τα μισά, ως συνήθως.
Άντρες και γυναίκες έτρωγαν το ίδιο ψωμί από πλακούντα ελιάς, τα ίδια σκουληκοφαγωμένα λαχανόφυλλα, τα ίδια κοτσάνια.
Η δημοκρατία ήρθε, αναγγέλθηκε από τη Λισαβόνα, ταξίδεψε από χωριό σε χωριό με τον τηλέγραφο, όπου υπήρχε, εκθειάστηκε από τον Τύπο, για όποιον ήξερε να διαβάζει, και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, πράγμα που ήταν ανέκαθεν ο πιο εύκολος δρόμος.
Ο θρόνος είχε πέσει, η Εκκλησία έλεγε ότι προς το παρόν η βασιλεία αυτή δεν την αφορούσε, το λατιφούντιο τα κατάλαβε όλα και δεν κουνήθηκε ρούπι, κι ένα λίτρο λάδι κόστιζε περισσότερο από δυο χιλιάδες ρέις, δέκα φορές το ημερομίσθιο ενός άντρα.
Ζήτω η δημοκρατία, Ζήτω.
Αφέντη, πόσο είναι το μεροκάματο τώρα, Για να δούμε, όσο πληρώνουν οι άλλοι, το ίδιο θα πληρώσω κι εγώ, μίλα στον διαχειριστή, Λοιπόν, πόσο πάει το μεροκάματο, Μια πεντάρα παραπάνω, Δεν φτάνει για τις ανάγκες μου, Αν δεν το θέλεις, δεν πειράζει, υπάρχουν άλλοι που το θέλουν, Αλίμονό μας, Παναγιά Παρθένα, θα πεθάνουμε απ’ την πείνα, και τα παιδιά μου, τι θα τους δώσω να φάνε, Βάλ’ τα να δουλέψουν, Κι αν δεν υπάρχει δουλειά, Να μην κάνεις τόσα παιδιά, Γυναίκα, στείλε τ’ αγόρια να φέρουν ξύλα και τα κορίτσια να μαζέψουν τ’ άχυρα κι έλα στο κρεβάτι, Είμαι η δούλα του αφέντη μου, κάνε με ό,τι θέλεις, δεν πρόλαβε να το πει κι έγινε, Άντρα μου, είμαι έγκυος, γκαστρωμένη, σε ενδιαφέρουσα, περιμένω παιδί, θα γίνεις πατέρας, δεν μου ήρθαν τα ρούχα μου, Δεν πειράζει, εκεί που οι εφτά δεν τρώνε, δεν τρώνε ούτε κι οι οχτώ.
Τότε, επειδή ανάμεσα στο λατιφούντιο της μοναρχίας και το λατιφούντιο της δημοκρατίας δεν υπήρχαν διαφορές παρά μόνο ομοιότητες από κάθε άποψη, γιατί οι μισθοί, με το λίγο που σου επέτρεπαν να αγοράσεις, ήταν μόνο για να ξυπνούν την πείνα, εμφανίστηκαν λοιπόν κάποιοι αφελείς εργάτες που συγκεντρώθηκαν και πήγαν να δουν τον δήμαρχο για να ζητήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής.
Κάποιος που ήξερε να γράφει καλά κατέγραψε το αίτημά τους, κι αναφέρθηκε στις νέες χαρές της Πορτογαλίας και στις ελπίδες του λαού θυγατέρες της δημοκρατίας, σας ευχόμαστε υγεία και αδελφοσύνη, κύριε δήμαρχε, περιμένουμε την απάντησή σας.
Αφού έδιωξε τους αιτούντες, ο Λαμπέρτο Όρκες κάθισε στη μεγάλη του χανσεατική πολυθρόνα, σκέφτηκε για πολλή ώρα τι θα ήταν καλύτερο για τα αγροκτήματα, το δικό του και του Δημοσίου το οποίο διοικούσε, και αφού διέτρεξε με το βλέμμα τους χάρτες πάνω στους οποίους ήταν σημειωμένες οι ιδιοκτησίες, έβαλε το δάχτυλο σ’ εκείνην που είχε τους περισσότερους ανθρώπους και φώναξε τον διοικητή της χωροφυλακής.
Ένας νοσηρός αέρας εξέγερσης φυσούσε σε όλα τα αγροκτήματα, το μουγκρητό ενός λύκου παγιδευμένου και πεινασμένου, ικανού να προκαλέσει μεγάλες ζημιές, αν κατάφερνε να βάλει σε λειτουργία τα σαγόνια του.
Έπρεπε να παραδειγματιστούν, να τους δοθεί ένα μάθημα.
Μόλις τελείωσε η συνάντηση κι αφού πήρε διαταγές, ο μοίραρχος Κοντέντε αποσύρθηκε, χαιρέτισε στρατιωτικά, χτύπησε τα τακούνια και διέταξε να ηχήσει η σάλπιγγα στην πλατεία.
Η χωροφυλακή όρθωσε τη σπονδυλική στήλη, με τη σπάθη στο πλάι και τα ηνία τεντωμένα, οι σέλες γυάλιζαν, το ίδιο και τα μουστάκια και οι χαίτες, και όπως ο Λαμπέρτο είχε πλησιάσει στο παράθυρο του Δημαρχείου, η χωροφυλακή χαιρέτισε την εξουσία κι εκείνος έκανε ένα νεύμα αποχαιρετισμού με την άκρη των δαχτύλων, σμίγοντας έτσι σε μια κίνηση στοργή και πειθαρχία.
Ύστερα εκείνος αποσύρθηκε στα διαμερίσματά του, είπε να φωνάξουν τη γυναίκα του και το γλέντησε μαζί της. ❧ Ζοζέ Σαραμάγκου «Αυτοί που σηκώθηκαν απ' τη γη» μτφρ. Μαρία Παπαδήμα Εκδόσεις Καστανιώτη, 2026
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους