Σήμερα το κρίσιμο δεν είναι να «θυμηθούμε» απλώς τους 200 της Καισαριανής. Το κρίσιμο είναι να αντέξουμε το πολιτικό βάρος της σημερινής επετείου: ποιοι μιλούν, από ποια θέση μιλούν, ποια εικόνα...
Σήμερα το κρίσιμο δεν είναι να «θυμηθούμε» απλώς τους 200 της Καισαριανής.
Το κρίσιμο είναι να αντέξουμε το πολιτικό βάρος της σημερινής επετείου: ποιοι μιλούν, από ποια θέση μιλούν, ποια εικόνα παράγουν, ποιο τραύμα επιχειρούν να εξημερώσουν.
Η 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή είναι η βίαιη συμπύκνωση μιας χώρας όπου ο ναζιστικός μηχανισμός, οι κατοχικές αρχές, οι δωσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες και η αντικομμουνιστική μανία συγκρότησαν ένα ενιαίο πεδίο θανάτου.
Οι διακόσιοι δεν εκτελέστηκαν μόνο από τους Γερμανούς.
Εκτελέστηκαν μέσα σε ένα σύστημα εξουσίας που είχε ήδη αποφασίσει ποια σώματα μπορούν να παραδοθούν στον θάνατο, ποια ονόματα μπορούν να γίνουν κατάλογος, ποιοι άνθρωποι μπορούν να μετατραπούν σε αριθμό αντιποίνων.
Η ημέρα εκείνη αρχίζει στο Χαϊδάρι, στο Μπλοκ 15, όχι ως «προοίμιο» αλλά ως η αργή εσωτερική θεολογία του μαρτυρίου.
Άνθρωποι ήδη τσακισμένοι από εξορίες, φυλακές, μεταγωγές, άνθρωποι της Ακροναυπλίας και της Ανάφης, άνθρωποι που είχαν παραδοθεί από ελληνικά χέρια στον κατακτητή, καλούνται να σταθούν απέναντι στην τελευταία μορφή της εξουσίας: όχι στην ανάκριση, όχι στον βασανισμό, όχι στον εγκλεισμό, αλλά στην οριστική διαγραφή του σώματος.
Και όμως εκεί, πριν ακόμη ξεκινήσουν τα καμιόνια, η εξουσία αποτυγχάνει στο βαθύτερο σχέδιό της.
Μπορεί να οργανώνει τον θάνατο, να τον καταγράφει, να τον προγραμματίζει, να τον ανακοινώνει στον κατοχικό Τύπο, αλλά δεν μπορεί να αφαιρέσει από αυτούς τους ανθρώπους την τελευταία πολιτική τους ιδιότητα: ότι πεθαίνουν ως υποκείμενα μιας υπόσχεσης, όχι ως ανώνυμα θύματα μιας τυφλής συμφοράς.
Η διαδρομή προς την Καισαριανή υπήρξε η πιο φοβερή δημόσια σκηνή της Κατοχής.
Τα καμιόνια περνούν μέσα από την πόλη και η Αθήνα, καθημαγμένη, πεινασμένη, τρομοκρατημένη, τους βλέπει.
Δεν τους σώζει.
Αυτό είναι το τραγικό.
Αλλά δεν τους αγνοεί.
Αυτό είναι το πολιτικό.
Οι άνθρωποι στους δρόμους, τα βλέμματα στα παράθυρα, οι λυγμοί, οι καμπάνες, συγκροτούν μια σιωπηλή αντι-τελετή απέναντι στην τελετή του τρόμου.
Ο ναζισμός θέλει να παράγει παραδειγματισμό αλλά η πόλη παράγει πένθος.
Ο ναζισμός θέλει να επιδείξει την κυριαρχία του.
Η πόλη όμως αναγνωρίζει, έστω ανήμπορη, ότι μπροστά της περνά όχι ένα φορτίο μελλοθανάτων αλλά η ίδια η αξιοπρέπεια της αντίστασης.
Στη μάντρα της Καισαριανής, ο θάνατος παίρνει τη μορφή της επανάληψης. Είκοσι-είκοσι.
Ομάδα μετά την ομάδα.
Τα σώματα πέφτουν και οι επόμενοι στέκονται μπροστά στους προηγούμενους.
Υπάρχει εδώ η αδυσώπητη υλικότητα του εκτελεστικού αποσπάσματος, το χώμα, το αίμα, ο τοίχος, η εντολή, η αναμονή, το βλέμμα.
Και μέσα σε αυτή την υλικότητα γεννιέται το αδιανόητο: η πολιτική μεταφυσική της στάσης.
Να στέκεσαι ενώ ξέρεις.
Να μην καταρρέεις πριν σε καταρρεύσουν.
Να αρνείσαι στην εξουσία το τελευταίο της τρόπαιο, που δεν είναι ο θάνατός σου, αλλά η ηθική σου συντριβή πριν από τον θάνατο.
Οι πρόσφατες φωτογραφίες των 200 νεκρών της Καισαριανής δεν είναι απλώς τεκμήρια.
Είναι η επιστροφή ενός βλέμματος που μας υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε όχι μόνο το γεγονός, αλλά και το δικαίωμα της αναπαράστασής του. Ένας Γερμανός στρατιώτης φωτογραφίζει.
Δηλαδή ο θύτης δεν αρκείται να σκοτώνει, κρατά και την εικόνα του θανάτου ως λάφυρο, ως υλικό, ως ιδιοκτησία βλέμματος.
Και δεκαετίες αργότερα, αυτό το υλικό επιστρέφει από την αγορά, από τη συλλεκτική ιδιοτέλεια, από το ψυχρό εμπόριο των ιχνών, για να εγκατασταθεί ξανά στον τόπο όπου ανήκει.
Όμως η επιστροφή του δεν είναι ουδέτερη.
Κάθε εικόνα μαρτυρίου διατρέχει πάντοτε τον κίνδυνο να ξαναγίνει αντικείμενο κατοχής: από τον συλλέκτη, από το κράτος, από την εξουσία, από την επικοινωνιακή μηχανή.
Και εδώ αρχίζει η σημερινή πολιτική αθλιότητα της εικόνας.
Το αρχείο των διακοσίων φτάνει στο Μαξίμου. Η Μενδώνη το μεταφέρει. Ο Μητσοτάκης το κοιτά.
Οι φωτογράφοι είναι εκεί.
Το κάδρο είναι έτοιμο. Η Ιστορία, που θα έπρεπε να εισβάλει ως ανυπόφορη κατηγορία, τακτοποιείται ως πρωθυπουργικό στιγμιότυπο.
Η εκτέλεση των κομμουνιστών, η αντικομμουνιστική βία, το αίμα της Καισαριανής, η μάντρα, το Χαϊδάρι, οι ομαδικοί λάκκοι, όλα περνούν για λίγα δευτερόλεπτα μέσα από το βλέμμα μιας εξουσίας που γνωρίζει πρωτίστως να μετατρέπει τα πάντα σε εικόνα.
Όχι να τα φέρει εις πέρας ως ευθύνη αλλά να τα εντάξει σε αφήγημα.
Και αυτό είναι το αφόρητο.
Ότι ο πρωθυπουργός μιας παράταξης με τόσο βαρύ ιστορικό φορτίο, για μεγάλη χρονική περίοδο, απέναντι στην Αριστερά, απέναντι στους ηττημένους του Εμφυλίου, απέναντι στους εξόριστους, στους φακελωμένους, στους αποκλεισμένους, εμφανίζεται σήμερα ως θεματοφύλακας μιας μνήμης την οποία η ίδια η πολιτική του γενεαλογία δεν έπαψε επί δεκαετίες να δυσφορεί απέναντί της.
Η μνήμη απαιτεί θέση, αυτογνωσία, λογοδοσία, ντροπή.
Δεν μπορείς να πηγαίνεις στην Καισαριανή σαν να πηγαίνεις σε θεσμικό φωτογραφικό ραντεβού.
Δεν μπορείς να επικαλείσαι τους εκτελεσμένους κομμουνιστές χωρίς να ακούς μέσα από τα ονόματά τους όλο το μεταπολεμικό σύστημα διώξεων, αποκλεισμών και αντικομμουνιστικής κανονικότητας που ακολούθησε.
Σήμερα, λοιπόν, η Καισαριανή δεν είναι απλώς τόπος επετείου.
Είναι τόπος ελέγχου.
Ελέγχει τη γλώσσα.
Ελέγχει τη χειρονομία.
Ελέγχει το βλέμμα.
Ελέγχει ποιος στέκεται εκεί ως προσκυνητής και ποιος ως διαχειριστής συμβόλων.
Ελέγχει, ακόμη βαθύτερα, ποιος σήμερα δικαιούται να φέρει το όνομα του κομμουνιστή, όχι ως κομματική ταυτότητα, όχι ως κοινοβουλευτική ιδιότητα, όχι ως ένταξη σε έναν μηχανισμό, αλλά ως υπαρξιακή και πολιτική στάση απέναντι στην αδικία, στην εκμετάλλευση, στον φόβο, στην κρατική και οικονομική βία.
Ελέγχει ποιος πλησιάζει τη μάντρα με συνείδηση ιστορικής ευθύνης και ποιος με το ένστικτο της εικόνας.
Ελέγχει ποιος πλησιάζει τη μάντρα με συνείδηση ιστορικής ευθύνης και ποιος με το ένστικτο της εικόνας.
Κάποιοι τόποι δεν επιτρέπουν ουδετερότητα. Η Καισαριανή είναι ένας τέτοιος τόπος.
Δεν είναι εθνικό σκηνικό γενικής συγκίνησης.
Είναι η υλικότητα ενός πολιτικού εγκλήματος.
Είναι το σημείο όπου η ταξική, αντιστασιακή και κομμουνιστική ιστορία του τόπου στάθηκε απέναντι στη ναζιστική θανατοπολιτική και δεν γονάτισε.
Ας τολμήσει, λοιπόν, σήμερα, να μιλήσει.
Ας σταθεί μπροστά στη μάντρα, ας αρθρώσει τις λέξεις «θυσία», «δημοκρατία», «μνήμη», «πατρίδα».
Οι νεκροί της Καισαριανής δεν είναι πρόγονοι καμιάς μητσοτακικής ευαισθησίας.
Είναι διακόσιοι κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τον ναζισμό και τους μηχανισμούς του, όχι για να τους επικαλείται σήμερα η εξουσία ως ουδέτερο ηθικό κεφάλαιο, αλλά για να θυμίζουν ότι υπάρχουν στιγμές όπου η ιστορία διαχωρίζει, αμείλικτα, εκείνους που στέκονται απέναντι στον θάνατο από εκείνους που στέκονται απέναντι στην κάμερα. Αυτό, στο Σκοπευτήριο, δεν διορθώνεται με καμία φωτογραφία. Τσακίζει κόκαλα.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους