Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν η ίδια η ανυπόφορη υπενθύμιση ότι απέναντι στην τυραννία δεν υπάρχει πάντοτε ο ασφαλής χώρος της αναμονής, της σταδιακής ωρίμανσης, της πολιτικής περίσκεψης που, στο όνομα...
Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν η ίδια η ανυπόφορη υπενθύμιση ότι απέναντι στην τυραννία δεν υπάρχει πάντοτε ο ασφαλής χώρος της αναμονής, της σταδιακής ωρίμανσης, της πολιτικής περίσκεψης που, στο όνομα της φρόνησης, καταλήγει να συνομιλεί με τον φόβο.
Στα είκοσι εννέα του χρόνια, στις 13 Αυγούστου 1968, όταν αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, δεν κινήθηκε μέσα σε μια λογική προσωπικής εκδίκησης ή θεαματικής αυτοκαταστροφής.
Κινήθηκε μέσα στον σκληρό, αρχαίο, σχεδόν προπολιτειακό πυρήνα της αντιτυραννικής νομιμότητας.
Όταν το Σύνταγμα έχει καταλυθεί, όταν η λαϊκή κυριαρχία έχει αιχμαλωτιστεί, όταν η γλώσσα της πολιτικής έχει αντικατασταθεί από διατάγματα, βασανιστήρια, στρατοδικεία και προπαγανδιστική μονοφωνία, τότε η πράξη του ενός δεν είναι απλώς ηθική αντίδραση· γίνεται η τελευταία υπενθύμιση ότι το δίκαιο δεν ταυτίζεται με τη βία που προσωρινά το έχει καταλάβει.
Η απόπειρα εκείνη, ακριβώς επειδή απέτυχε επιχειρησιακά, πέτυχε ιστορικά με έναν τρόπο βαθύτερο από την άμεση αποτελεσματικότητα.
Διέρρηξε τον μύθο της παντοδυναμίας του καθεστώτος.
Έδειξε ότι κάτω από τη φαινομενική ακινησία της χώρας υπήρχε ακόμη νεύρο, απόφαση, κίνδυνος, άνθρωπος.
Η χούντα ήθελε να πείσει ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι η κοινωνία είχε προσαρμοστεί, ότι η «τάξη» είχε υποκαταστήσει την ελευθερία. Ο Παναγούλης, με μια πράξη που τον οδηγούσε σχεδόν βέβαια στη σύλληψη, στα βασανιστήρια, στην καταδίκη, στον θάνατο, απέδειξε ότι η Ιστορία δεν υπακούει πάντα στη στατιστική του τρόμου.
Γι’ αυτό και η φράση του, «η αποτυχία είναι προτιμότερη από την αδράνεια», είναι πολιτική φιλοσοφία συμπυκνωμένη στο σώμα ενός ανθρώπου που γνώριζε ότι η αδράνεια, σε ορισμένες στιγμές, δεν είναι ουδετερότητα αλλά συμμετοχή στο έγκλημα. Ο Παναγούλης βασανίστηκε, φυλακίστηκε, απομονώθηκε, επιχείρησε να αποδράσει, έγραψε, αγάπησε, συγκρούστηκε, και σε κάθε φάση της ζωής του αρνήθηκε να γίνει εύκολα διαχειρίσιμος.
Δεν ήταν ο ήρωας που μπορούσε να απορροφηθεί από την επόμενη πολιτική ευπρέπεια, ούτε το πρόσωπο που η Μεταπολίτευση θα μπορούσε απλώς να τιμήσει για να κλείσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν.
Αντιθέτως, εισήλθε στη νέα εποχή σαν ανεξόφλητο υπόλοιπο.
Η ύπαρξή του υπενθύμιζε ότι η πτώση της δικτατορίας δεν αρκούσε από μόνη της, αν δεν συνοδευόταν από την πλήρη αποκάλυψη των μηχανισμών, των συνενοχών, των συνεχειών, των προσώπων που επιβίωσαν πολιτικά, κοινωνικά, θεσμικά μέσα στην καινούργια κανονικότητα.
Αυτός ο άνθρωπος δεν ζητούσε τιμές.
Ζητούσε λογαριασμό. Ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε την Πρωτομαγιά του 1976 στα τριάντα έξι του χρόνια.
Όχι γέροντας της Ιστορίας, όχι πρόσωπο που είχε ολοκληρώσει τη διαδρομή του, όχι μορφή που είχε ήδη παραδοθεί στην απόσταση του χρόνου.
Τριάντα έξι χρονών: δηλαδή ακόμη μέσα στην πυρακτωμένη ηλικία της σύγκρουσης, της γραφής, της πολιτικής έντασης, της επικίνδυνης ωριμότητας.
Αυτό κάνει τον θάνατό του τόσο αβάσταχτο πολιτικά.
Δεν έφυγε απλώς ένας αγωνιστής.
Αφαιρέθηκε από τη Μεταπολίτευση μια φωνή που μπορούσε να την ελέγχει από μέσα, να την ταράζει, να μην της επιτρέπει να κοιμηθεί πάνω στις δάφνες της αποκατάστασης.
Το τροχαίο της Πρωτομαγιάς δεν απορροφήθηκε ποτέ πλήρως από την ψυχρή λέξη «δυστύχημα».
Έμεινε γύρω του μια πολιτική σκιά, όχι ως εύκολη συνωμοσιολογία, αλλά ως αίσθηση ιστορικής εκκρεμότητας.
Ο θάνατος ενός ανθρώπου που είχε επιχειρήσει να πλήξει τον πυρήνα της δικτατορικής εξουσίας, που είχε επιβιώσει από τα βασανιστήρια, που είχε μεταφέρει μέσα στη Μεταπολίτευση αρχεία, ονόματα, μυστικά, καταγγελίες, δεν μπορεί να διαβαστεί σαν ένα απλό περιστατικό της ασφάλτου.
Το σώμα του Παναγούλη, που δεν λύγισε στα κελιά, βρέθηκε νεκρό σε έναν δρόμο.
Και αυτός ο δρόμος έγινε από τότε ένας δεύτερος τόπος πολιτικής ανάκρισης.
Πενήντα χρόνια μετά, η ερώτηση δεν έχει χάσει τη δύναμή της: τι ακριβώς φοβόταν ακόμη το παλιό σύστημα από έναν τριανταεξάχρονο άνθρωπο που δεν είχε μάθει να σιωπά; Σήμερα, πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, ο Παναγούλης δεν χρειάζεται μια ακόμη επετειακή ευγένεια.
Χρειάζεται να ξαναδιαβαστεί ως μορφή αδιαπραγμάτευτης πολιτικής ευθύνης.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια ζωή συχνά ευτελίζει την έννοια της αντίστασης, όπου η εξουσία αρέσκεται να μεταμφιέζει τη διαχείριση σε όραμα και την υπακοή σε σταθερότητα, ο Παναγούλης επανέρχεται ως βίαιη ηθική απαίτηση.
Μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει ελευθερία χωρίς κόστος, δημοκρατία χωρίς μνήμη δικαιοσύνης, πολιτική χωρίς σώματα που διακινδυνεύουν.
Και γι’ αυτό η νέα ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, συγκεντρώνοντας και ταξινομώντας διάσπαρτο δημοσιευμένο υλικό, έχει αξία πέρα από την αρχειακή της χρησιμότητα: συγκροτεί έναν πυκνό δημόσιο τόπο επαναφοράς του Παναγούλη στο παρόν.
Όχι για να τον κλείσει σε ένα αρχείο, αλλά για να μας θυμίσει ότι ορισμένες ζωές, ακριβώς επειδή κόπηκαν στα τριάντα έξι τους, εξακολουθούν να ζητούν από την Ιστορία να μη βολευτεί. https://alekospanagoulis.gr
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους