Η κρίση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να οδηγήσει σε αποδόμηση Η σύγκρουση που ξέσπασε στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή τις δηλώσεις και παρεμβάσεις του Άκη Σκέρτσου για τα «ρουσφέτια», το...
Η κρίση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να οδηγήσει σε αποδόμηση Η σύγκρουση που ξέσπασε στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή τις δηλώσεις και παρεμβάσεις του Άκη Σκέρτσου για τα «ρουσφέτια», το πελατειακό κράτος και τον ρόλο των βουλευτών δεν είναι ένα απλό επεισόδιο κομματικής γκρίνιας.
Είναι σύμπτωμα βαθύτερης κρίσης.
Είναι η στιγμή κατά την οποία το ίδιο το κυβερνητικό στρατόπεδο αρχίζει να βλέπει ότι το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» δεν υπήρξε απλώς ένα μοντέλο διοικητικού συντονισμού, αλλά ένας μηχανισμός υπερσυγκέντρωσης εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου.
Επισήμως, η ανοιχτή επιστολή κατά του τρόπου λειτουργίας του επιτελικού κράτους φέρει τις υπογραφές πέντε βουλευτών της ΝΔ: του Θανάση Ζεμπίλη, του Ανδρέα Κατσανιώτη, του Ξενοφώντα Μπαραλιάκου, του Γιάννη Οικονόμου και του Γιάννη Παππά.
Ο κύκλος όσων συνέταξαν ή συμμερίζονται την παρέμβαση είναι ευρύτερος και φθάνει τους δεκαπέντε, με τη δημοσιοποίηση μόνο πέντε ονομάτων ώστε να μην προκληθεί μεγαλύτερη εσωκομματική αναστάτωση πριν από το συνέδριο της ΝΔ γράφει η Εστία.
Η οποία έχει εσωτερικές πηγές.
Το περιεχόμενο της επιστολής είναι αποκαλυπτικό.
Οι βουλευτές δεν περιορίζονται σε μια αμυντική αντίδραση απέναντι στον Σκέρτσο.
Θέτουν θέμα θεσμικής ισορροπίας, υπερσυγκέντρωσης εξουσίας, υποβάθμισης του κοινοβουλευτικού ρόλου και μετατροπής των βουλευτών σε απλούς μεταφορείς αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί αλλού.
Επισημαίνουν ότι ο βουλευτής είναι φορέας λαϊκής εντολής, ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας και εκπρόσωπος της περιφέρειας, όχι υπάλληλος του εκάστοτε επιτελείου.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη υποκρισία. Ο Άκης Σκέρτσος εμφανίζεται σήμερα ως κήρυκας κατά του πελατειακού κράτους, αλλά υπήρξε από τους βασικούς εκφραστές και υπερασπιστές του επιτελικού μοντέλου εξουσίας που εγκαταστάθηκε μετά το 2019.
Ο ίδιος απάντησε στους βουλευτές λέγοντας ότι το επιτελικό κράτος είναι «συνεργατικό κράτος» και ότι δεν λειτουργεί με «φέουδα» ή «τιμάρια».
Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι λέει το Μαξίμου για τον εαυτό του.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι παρήγαγε στην πράξη αυτό το σύστημα: λογοδοσία ή αδιαφάνεια; αποκέντρωση ή συγκέντρωση; κοινοβουλευτικό έλεγχο ή πειθαρχημένη σιωπή; Η πρώτη κυβέρνηση Μητσοτάκη θεσμοθέτησε το επιτελικό κράτος με τον νόμο 4622/2019, ο οποίος είχε ως τίτλο την «οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης».
Στην πράξη, όμως, η υπόσχεση της διαφάνειας μετατράπηκε σταδιακά σε συγκεντρωτισμό. Το Μαξίμου έγινε το σημείο από όπου περνούσαν όλα: πολιτική γραμμή, επικοινωνιακή διαχείριση, κρίσεις, διορισμοί, ισορροπίες, ακόμα και η σχέση κυβέρνησης και βουλευτών με την κοινωνία.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός Αυτό δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα.
Είναι πρόβλημα δημοκρατίας.
Όταν όλα συγκεντρώνονται στην Αθήνα και, ειδικότερα, σε έναν στενό πυρήνα γύρω από τον πρωθυπουργό, η περιφέρεια απονευρώνεται, τα υπουργεία υποβαθμίζονται, οι βουλευτές μετατρέπονται σε διακοσμητικούς χειροκροτητές και ο πολίτης χάνει κάθε αίσθηση πρόσβασης σε θεσμικό αντίβαρο.
Το κράτος δεν γίνεται πιο σύγχρονο.
Γίνεται πιο κλειστό.
Το ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι ότι οι ίδιοι οι βουλευτές της ΝΔ γράφουν πως το επιτελικό κράτος «διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο», πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες «η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω» και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές.
Αυτή είναι η ουσία της κρίσης: το Μαξίμου κρατά την εξουσία, αλλά επιχειρεί να μοιράσει την ευθύνη.
Θέλει τον έλεγχο χωρίς το κόστος του ελέγχου.
Θέλει τη συγκέντρωση χωρίς τη λογοδοσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές Σκέρτσου, τον οποίο κάλυψε ο Μητσοτάκης, στο πελατειακό κράτος ακούγονται όχι ως γενναία αυτοκριτική, αλλά ως μετακύλιση ευθύνης.
Διότι το πελατειακό κράτος δεν γεννήθηκε από τους βουλευτές μόνο.
Το ρουσφέτι δεν είναι απλώς το αίτημα ενός πολίτη προς έναν βουλευτή.
Είναι ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, με γραφεία, με μηχανισμούς, με μεσάζοντες, με διορισμούς, με επιδοτήσεις, με εύνοιες, με κρατικό χρήμα, με πολιτική προστασία.
Και όταν αυτό το σύστημα επί χρόνια περνά μέσα από το κέντρο της κυβέρνησης, κανείς στο Μαξίμου δεν μπορεί να παριστάνει τον αμέτοχο παρατηρητή.
Η οικογένεια Μητσοτάκη, από την εποχή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη μέχρι σήμερα, υπήρξε ταυτισμένη στον δημόσιο πολιτικό λόγο με την ικανότητα οργάνωσης προσωπικών δικτύων εξουσίας.
Αυτό που οι υποστηρικτές της ονόμαζαν «πολιτική αποτελεσματικότητα», οι αντίπαλοί της το έβλεπαν ως κουλτούρα εξυπηρετήσεων, προσβάσεων και ελέγχου μηχανισμών.
Γι’ αυτό και η σημερινή καταγγελία του ρουσφετιού από το κέντρο της μητσοτακικής εξουσίας δεν πείθει.
Μοιάζει λιγότερο με κάθαρση και περισσότερο με προσπάθεια να φορτωθεί στους βουλευτές η φθορά ενός συστήματος που οικοδομήθηκε από την κορυφή.
Η άρνηση του Κώστα Καραμανλή να παραστεί στο συνέδριο της ΝΔ αποκτά, επομένως, ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η απουσία του συνδέεται με την εκτίμηση ότι, αν πήγαινε και μιλούσε, θα ήταν δύσκολο να αποφύγει την κριτική προς την κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η εξέλιξη αυτή στενοχώρησε πολλούς στη ΝΔ, καθώς τη συνδέουν με ένα «τέλος εποχής» και με τη μάχη για τη φυσιογνωμία και τη συνοχή του κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία, δηλαδή, δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια εσωτερική διαφωνία.
Βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο διάσπασης της πολιτικής της ταυτότητας.
Από τη μία, το μητσοτακικό επιτελικό κέντρο, τεχνοκρατικό, συγκεντρωτικό, επικοινωνιακά πειθαρχημένο.
Από την άλλη, ένα τμήμα της παραδοσιακής κοινοβουλευτικής ΝΔ, που αισθάνεται ότι απαξιώνεται, χρησιμοποιείται και μετά ενοχοποιείται.
Και στο βάθος, η καραμανλική σιωπή, η οποία δεν είναι ουδέτερη.
Είναι πολιτικό μήνυμα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαρύτερο όταν η κρίση του επιτελικού κράτους συνδέεται με την κρίση των θεσμών.
Η υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί το πιο τραυματικό σημείο αυτής της περιόδου. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, σε έκτακτη συνεδρίασή του στις 29 Απριλίου 2026, ζήτησε κατά πλειοψηφία την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, καταγγέλλοντας ως «θεσμική εκτροπή» την άρνηση ανάσυρσης της δικογραφίας των υποκλοπών από το αρχείο, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για περαιτέρω έρευνα.
Η απόφαση του ΔΣΑ είναι εξαιρετικά βαριά.
Δεν πρόκειται για μια απλή ανακοίνωση αντιπολίτευσης.
Πρόκειται για τον μεγαλύτερο δικηγορικό σύλλογο της χώρας, ο οποίος μιλά για πλήγμα στο κράτος δικαίου, για ανάγκη πλήρους διερεύνησης και για υπόθεση που αφορά τον πυρήνα της συνταγματικής προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών. Ο ΔΣΑ αποφάσισε επίσης συνέντευξη Τύπου, ανοιχτή επιστημονική εκδήλωση, παράσταση διαμαρτυρίας στον Άρειο Πάγο, στήριξη των θυμάτων και διαβίβαση της απόφασής του στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων.
Εδώ η κριτική προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν είναι προσωπική εμπάθεια.
Είναι θεσμική απαίτηση.
Όταν μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας —με παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων, αξιωματούχων και προσώπων του δημόσιου βίου— μένει ουσιαστικά χωρίς πλήρη διαλεύκανση, τότε η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τυπικές πράξεις αρχειοθέτησης.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν σημαίνει ασυλία από την κριτική.
Σημαίνει ευθύνη απέναντι στο Σύνταγμα, στους πολίτες και στην αλήθεια.
Βεβαίως, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος αντέδρασε στο αίτημα του ΔΣΑ, υποστηρίζοντας ότι το αίτημα παραίτησης συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Όμως αυτή η αντίδραση δεν ακυρώνει το ουσιαστικό ερώτημα: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι μια κορυφαία υπόθεση κράτους δικαίου κλείνει χωρίς να έχει πειστεί η κοινωνία ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη; Η κρίση στη ΝΔ μπορεί να οδηγήσει σε τρεις εξελίξεις.
Πρώτον, σε μια ελεγχόμενη εσωκομματική εκτόνωση, όπου οι βουλευτές θα λάβουν κάποιες διαβεβαιώσεις, αλλά το κέντρο εξουσίας θα μείνει άθικτο.
Δεύτερον, σε βαθύτερη φθορά του μητσοτακικού μοντέλου, με τους βουλευτές να γίνονται πιο τολμηροί όσο πλησιάζουν οι πολιτικές δυσκολίες.
Τρίτον, σε αναδιάταξη της ίδιας της ΝΔ, όπου η καραμανλική και η παραδοσιακή δεξιά πτέρυγα θα αναζητήσουν τρόπο να διαφοροποιηθούν από το επιτελικό μοντέλο χωρίς να διαρρήξουν πλήρως το κόμμα.
Το πιθανότερο είναι ότι η σημερινή σύγκρουση δεν θα ρίξει άμεσα την κυβέρνηση.
Μπορεί, όμως, να απονομιμοποιήσει σταδιακά τον πυρήνα της.
Διότι όταν οι ίδιοι οι βουλευτές της πλειοψηφίας καταγγέλλουν υπερσυγκέντρωση, όταν ο Καραμανλής κρατά αποστάσεις, όταν ο ΔΣΑ μιλά για θεσμική εκτροπή στις υποκλοπές και όταν το επιτελικό κράτος απαντά με επικοινωνιακή αυτοδικαίωση, τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική φθορά.
Έχουμε κρίση καθεστώτος διακυβέρνησης.
Το επιτελικό κράτος παρουσιάστηκε ως θεραπεία στις παθογένειες της Μεταπολίτευσης.
Σήμερα μοιάζει να έχει συμπυκνώσει πολλές από αυτές σε ένα στενότερο, πιο αδιαφανές και πιο συγκεντρωτικό κέντρο.
Αντί να καταργήσει το ρουσφέτι, το μετέφερε σε ανώτερο επίπεδο.
Αντί να ενισχύσει τους θεσμούς, συχνά τους παρέκαμψε.
Αντί να φέρει το κράτος κοντά στον πολίτη, συγκέντρωσε τη χώρα στο Μαξίμου.
Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό συμπέρασμα: η ΝΔ δεν συγκρούεται σήμερα μόνο με την αντιπολίτευση.
Συγκρούεται με τον εαυτό της.
Με την ιστορία της.
Με τους βουλευτές της.
Με το καραμανλικό της παρελθόν.
Με την περιφέρεια.
Με το κράτος δικαίου.
Και κυρίως με την ίδια τη λογική ενός μοντέλου εξουσίας που πίστεψε ότι μπορεί να ελέγχει τα πάντα, να πιστώνεται τα πάντα και να μην λογοδοτεί για τίποτα.
Το συνέδριο της ΝΔ μπορεί να εμφανιστεί ως γιορτή ενότητας.
Αλλά πίσω από τις ομιλίες, τις χειραψίες και τα συνθήματα, το ερώτημα θα παραμένει: είναι ακόμη κόμμα κοινοβουλευτικής παράταξης ή έχει γίνει μηχανισμός επικύρωσης αποφάσεων ενός κλειστού επιτελείου; Αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε η κρίση δεν έχει τελειώσει. Μόλις άρχισε.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους