«Τι, πάλι σου έφερε φαγητό ο Βλάσης;» Η φωνή της Μαρίας αντήχησε στο μικρό μου σαλόνι, γεμάτη ειρωνεία. Τα γέλια των υπόλοιπων φίλων μου, του Νίκου και της Ελένης, έσπασαν τη σιωπή που είχε απλωθεί...
«Τι, πάλι σου έφερε φαγητό ο Βλάσης;» Η φωνή της Μαρίας αντήχησε στο μικρό μου σαλόνι, γεμάτη ειρωνεία.
Τα γέλια των υπόλοιπων φίλων μου, του Νίκου και της Ελένης, έσπασαν τη σιωπή που είχε απλωθεί πάνω από το τραπέζι.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει, τα χέρια μου να σφίγγουν το πιρούνι.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω μαζί τους ή να τους πω να σταματήσουν. Ο Βλάσης, πάντα ήρεμος, χαμογέλασε αμήχανα και άφησε το ταψί με το παστίτσιο στη μέση του τραπεζιού. «Ε, τι να κάνω, μου αρέσει να μαγειρεύω για την Ιωάννα», είπε χαμηλόφωνα, αλλά κανείς δεν φάνηκε να τον ακούει. Η Μαρία συνέχισε: «Να δεις που σε λίγο θα σου φέρνει και ταπεράκια για τη δουλειά! Μήπως να του δώσεις και τα κλειδιά;» Τα γέλια δυνάμωσαν.
Ένιωσα να πνίγομαι.
Ήθελα να φωνάξω πως δεν είναι ντροπή να σε φροντίζει κάποιος, πως δεν είναι αδυναμία να δέχεσαι αγάπη.
Αλλά τα λόγια κόλλησαν στο λαιμό μου. Ο Βλάσης με κοίταξε στα μάτια, προσπαθώντας να καταλάβει αν είμαι καλά.
Του χαμογέλασα αχνά, αλλά μέσα μου έβραζα.
Όταν έφυγαν οι φίλοι μου, το σπίτι γέμισε σιωπή. Ο Βλάσης μάζεψε τα πιάτα χωρίς να μιλάει. «Συγγνώμη», ψιθύρισα. «Δεν φταις εσύ, Ιωάννα.
Απλώς… ίσως δεν ταιριάζω με την παρέα σου», είπε ήρεμα, αλλά τα μάτια του ήταν θλιμμένα.
Κάθισα δίπλα του στον καναπέ. «Δεν είναι έτσι… απλώς… είναι προκατειλημμένοι.
Νομίζουν ότι ο άντρας πρέπει να είναι πάντα ο δυνατός, να μην δείχνει ευαισθησία, να μην μαγειρεύει, να μην φροντίζει.
Κι εγώ… μερικές φορές νιώθω ότι πρέπει να απολογούμαι που είσαι έτσι». Ο Βλάσης έσκυψε το κεφάλι. «Αν ντρέπεσαι για μένα, να μου το πεις.
Δεν θέλω να σε φέρνω σε δύσκολη θέση».
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Δεν ντρέπομαι για σένα! Ντρέπομαι για μένα, που δεν έχω το θάρρος να τους βάλω στη θέση τους.
Που αφήνω τα λόγια τους να με επηρεάζουν». Ο Βλάσης με αγκάλιασε σφιχτά. «Δεν πειράζει.
Εγώ θα είμαι εδώ, αν με θες».
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Σκεφτόμουν τα πάντα: τη δουλειά μου στο λογιστικό γραφείο, το άγχος για τα ενοίκια, τις αυξήσεις στα σούπερ μάρκετ, τα όνειρά μου για μια ζωή με αγάπη και κατανόηση.
Σκεφτόμουν τη μητέρα μου, που πάντα μου έλεγε να βρω έναν άντρα «να σε έχει βασίλισσα», αλλά ποτέ δεν εξήγησε τι σημαίνει αυτό.
Είναι βασίλισσα αυτή που της μαγειρεύουν ή αυτή που μαγειρεύει; Είναι βασίλισσα αυτή που αγαπάει ή αυτή που αγαπιέται; Την επόμενη μέρα, στη δουλειά, η Ελένη με πήρε παράμερα. «Ιωάννα, μην παρεξηγείς τα παιδιά.
Απλώς… δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε άντρες σαν τον Βλάση.
Είναι πολύ καλός, αλλά… μήπως σε κακομαθαίνει;» Την κοίταξα με απορία. «Δηλαδή τι; Να με κάνει να νιώθω άσχημα επειδή με φροντίζει;» Η Ελένη χαμογέλασε αμήχανα. «Ξέρεις πώς είναι οι άντρες εδώ.
Αν τους αφήσεις, σε θεωρούν δεδομένη.
Πρέπει να κρατάς και μια απόσταση».
Όλη μέρα σκεφτόμουν τα λόγια της.
Μήπως όντως ο Βλάσης με κακομαθαίνει; Μήπως θα έπρεπε να είμαι πιο «σκληρή», να μην του δείχνω πόσο τον χρειάζομαι; Αλλά κάθε φορά που τον σκεφτόμουν, θυμόμουν τα βράδια που καθόμασταν αγκαλιά στο μπαλκόνι, να μιλάμε για τα όνειρά μας.
Πώς να του πω να αλλάξει; Πώς να του ζητήσω να γίνει κάτι που δεν είναι; Το βράδυ, ο Βλάσης ήρθε με ένα μικρό κουτί. «Σου έφερα γλυκό του κουταλιού από τη μάνα μου», είπε χαμογελώντας. «Ελπίζω να μην το σχολιάσουν οι φίλοι σου».
Γέλασα, αλλά το γέλιο μου ήταν πικρό. «Βλάση, θέλω να σου μιλήσω σοβαρά.
Νιώθω ότι οι φίλοι μου δεν σε αποδέχονται.
Και… με κάνει να αμφιβάλλω για όλα.
Για εμάς, για μένα, για το τι θέλω». Ο Βλάσης με κοίταξε στα μάτια. «Ιωάννα, εγώ σε αγαπάω όπως είσαι.
Αν δεν μπορείς να το αντέξεις αυτό, πες το μου. Δεν θέλω να σε πιέζω». 👀 Η ιστορία συνεχίζεται ακριβώς από κάτω 👇
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους