Περίπατος στον Λόφο Φιλοπάππου > Μυθιστόρημα / ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Γλαύκωψ Στέφανος 1/5/2025 Η Αθήνα του Μαΐου είχε εκείνη την απαλή, χρυσαφένια λάμψη του απογεύματος. Ο ήλιος χαμήλωνε αργά, ρίχνοντας...
Περίπατος στον Λόφο Φιλοπάππου > Μυθιστόρημα / ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Γλαύκωψ Στέφανος 1/5/2025 Η Αθήνα του Μαΐου είχε εκείνη την απαλή, χρυσαφένια λάμψη του απογεύματος.
Ο ήλιος χαμήλωνε αργά, ρίχνοντας μακριές σκιές ανάμεσα στους πεύκους και τα ερείπια του Λόφου Φιλοπάππου.
Από ψηλά ακουγόταν η μακρινή βοή της πόλης – αυτοκίνητα, φωνές, καμπάνες – αλλά εδώ πάνω ήταν σαν να είχε μαλακώσει, σαν υπόκρουση σε αρχαίο δράμα.
Δύο άνδρες περπατούσαν αργά στο μονοπάτι.
Ο ένας ήταν ο Πλάτων, με το βαθύ, διεισδυτικό βλέμμα του φιλοσόφου που είχε δει έξω από το Σπήλαιο και ήξερε πόσο λίγοι θέλουν να βγουν από τις σκιές.
Ο άλλος ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος, ο αυτοκράτορας-φιλόσοφος, με την ήρεμη, σχεδόν θλιμμένη γαλήνη εκείνου που είχε κυβερνήσει ανθρώπους και είχε καταλάβει τα όριά τους.
Περπατούσαν δίπλα-δίπλα, με τα βήματά τους να ακούγονται ελαφρά πάνω στο χώμα. Ο Πλάτων μίλησε πρώτος, δείχνοντας με το χέρι προς την πόλη που απλωνόταν κάτω τους: «Βλέπεις, Μάρκε; Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εύκολα, ακόμα κι όταν ακούνε τα σωστά.
Ο νους τους προτιμά την προβλεψιμότητα και τη σταθερότητα.
Όταν έρχεται νέα αλήθεια που συγκρούεται με όσα ήδη πιστεύουν, δημιουργείται σύγχυση.
Αντί όμως να αλλάξει ο χαρακτήρας τους, ο νους συχνά απορρίπτει ή υποβαθμίζει την καινούργια γνώση.
Η οικειότητα νικάει την αλήθεια.
Προσθέτουμε και τις γνωσιακές προκαταλήψεις: αναζητούμε μόνο ό,τι επιβεβαιώνει τις υπάρχουσες απόψεις μας, κρατάμε σφιχτά τις πεποιθήσεις μας ακόμα και όταν τα γεγονότα τις διαψεύδουν, και προτιμάμε το γνωστό κακό από το άγνωστο αγαθό, γιατί η απώλεια πονάει περισσότερο από το κέρδος, που δίνει την ψευδαίσθηση της νίκης.
Το αγαθό δεν δίνει υποσχέσεις και πολλές φορές κάνει δύσκολη την επιβίωση και την ευημερία.
Έτσι ο δρόμος της Κακίας είναι ευκολότερη λύση από αυτόν την Αρετής που θα σου πληγώσει τα πέλματα και ίσως σε αφήνει νηστικό και διψασμένο.» Ο Μάρκος Αυρήλιος έγνεψε αργά, με τα χέρια πίσω από την πλάτη του. «Ακριβώς.
Οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη, ιστορικά και καθημερινά, όχι επειδή είναι ανόητοι, αλλά επειδή η φύση μας είναι φτιαγμένη για σταθερότητα, προστασία τού εγώ και οικονομία δυνάμεων.
Ακόμα και όταν γνωρίζουμε το σωστό, υπάρχει αδυναμία της θέλησης.
Το συναισθηματικό μέρος του νου νικάει συνήθως το λογικό και τις αρετές.
Και η αλλαγή δεν έρχεται με απλά λόγια.
Απαιτεί αρκετό πόνο ή κρίση που σπάει την παλιά ισορροπία, συστηματική επανάληψη νέων συνηθειών και περιβάλλον που να την ευνοεί.» Σταμάτησαν για λίγο κοντά σε ένα αρχαίο ερείπιο.
Ο ήχος ενός μακρινού αυτοκινήτου έφτασε σαν αμυδρός θόρυβος. Ο Πλάτων συνέχισε: «Και όσοι έχουν παρατηρήσει αυτή την αέναη επανάληψη για χρόνια – φιλόσοφοι, ιστορικοί, όσοι έχουν ζήσει αρκετά – δεν κάθονται απλώς σαν θεατές.
Υπάρχουν τρεις στάσεις: η παρατήρηση με ειρωνεία, η κυνική απογοήτευση, και η ώριμη.
Αυτή που συνδυάζει βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης με επιλεκτική δράση.
Δεν σπαταλάς την ενέργειά σου προσπαθώντας να πείσεις όποιον δεν θέλει να ακούσει.
Απευθύνεσαι στους ολίγους που είναι έτοιμοι, ή που ο πόνος τους έχει κάνει έτοιμους και ανθεκτικούς.
Αφήνεις ιδέες που ίσως να “σπείρουν” αργότερα, όταν κάποιος φθάσει σε κρίσιμο σημείο.» Ο Μάρκος χαμογέλασε ελαφρά. «Και οι ηγέτες, πολιτικοί και ισχυροί, τα γνωρίζουν πολύ καλά όλα αυτά και το εκμεταλλεύονται.
Χρησιμοποιούν τον φόβο, την αποστροφή στην απώλεια, το “εμείς εναντίον αυτών”, και δημιουργούν θαλάμους ηχούς για να κρατούν τον κόσμο διχασμένο και απασχολημένο.
Δίνουν μικρά επιδόματα, υποσχέσεις, εφήμερα οφέλη, σαν το αρχαίο “ψωμί και θεάματα”, για να αγοράσουν σιωπή και αδράνεια.
Ελάχιστοι ηγέτες προσπάθησαν πραγματικά να δείξουν την αλήθεια. Εσύ, Πλάτωνα, οραματιζόσουν ηγέτες φιλοσόφους που θα οδηγούσαν προς το καλό.
Εγώ προσπάθησα να κυβερνήσω με ισορροπία και αυτοέλεγχο, χωρίς μεμψιμοιρία, αλλά με ενδυνάμωση της ψυχής των ανθρώπων.» Ο Πλάτων έγνεψε. «Ακριβώς.
Και οι περισσότεροι από αυτούς που έχουν εξουσία προτιμούν να εκμεταλλεύονται την αδυναμία αντί να την αντιμετωπίσουν.
Ενώ εμείς οι φιλόσοφοι, όταν είμαστε γνήσιοι, προσπαθούμε να πούμε την άβολη αλήθεια χωρίς να την κάνουμε όπλο εξουσίας.» Συνέχισαν τον περίπατο.
Ο άνεμος κουνούσε απαλά τα πεύκα. Ο Πλάτων είπε: «Εγώ έχω δει χρόνια τώρα, και στην Ελλάδα και αλλού, πολίτες να παραμένουν αδρανείς επειδή τους έδωσαν λίγα χρήματα ή υποσχέσεις, νομίζοντας ότι το κακό δεν θα φτάσει στη δική τους θύρα.
Κάνουν λάθος.
Το κακό όταν αρχίζει δεν σταματά στην θύρα τού γείτονα.
Τελειώνει όσα έχει σχεδιάσει εκεί και μετά ανενόχλητο συνεχίζει στην επόμενη.
Έτσι ο κάθε είδους πόλεμος ο εσωτερικός αλλά και ο κοινωνικός και άλλοι, συνεχίζονται.
Οι φιλοσοφημένοι και γνώστες βλέπουν αυτήν την επανάληψη και προσπαθούν να δώσουν μηνύματα, ειδοποιούν, αλλά δυστυχώς οι περισσότεροι δεν ακούνε.
Συνεχίζουν να αδιαφορούν να βλάπτονται και να μην αντιδρούν και να δέχονται αδρανείς το κακό και στον γείτονα αλλά και στην οικία τους.
Έτσι κάποια στιγμή, όταν ένας λογικός άνθρωπος τα βλέπει αυτά, κάνει πίσω και αφήνει μόνο μια ειδοποίηση.
Το είδα αυτό σε ένα μήνυμα/ειδοποίηση που δημοσίευσα σε κοινωνικό δίκτυο – δύο χιλιάδες το κατάλαβαν, οι υπόλοιποι το παρέκαμψαν και συνέχισαν σε άλλες πιο εύπεπτες δημοσιεύσεις.» Ο Μάρκος Αυρήλιος τον κοίταξε. «Και εσύ, Πλάτωνα, όταν αφήνεις τέτοια μηνύματα και βλέπεις ότι μόνο λίγοι βλέπουν τη θύρα που τούς δείχνεις, πώς νιώθεις; Απογοήτευση; Αποστασιοποίηση; Ή ακόμα πιστεύεις ότι αξίζει να δείχνεις τη θύρα έστω για εκείνους τους ολίγους;» Ο Πλάτων πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ένιωσε την παλιά ένταση να ανεβαίνει – τον θυμό που γεννιόταν όταν έβλεπε την άρνηση. «Θυμώνω μερικές φορές.
Το σώμα αντιδρά αμέσως: ένταση, ορμόνες που θολώνουν τη σκέψη.
Αλλά εκεί ακριβώς κάνω πίσω.
Προτιμώ την αταραξία από το να γίνω τυφλό θηρίο.
Δεν θέλω να γίνω σαν αυτούς που με ενοχλούν.
Επιλέγω άμυνα, όχι επίθεση.
Κρατάω ό,τι έχω κερδίσει εσωτερικά.
Δεν είναι απομόνωση – είναι ενεργητική αντίσταση.
Οι αυτοκρατορίες πέρασαν, αλλά οι φιλόσοφοι και οι ιδέες τους επέζησαν επειδή αμύνθηκαν σωστά, χωρίς να σπαταλήσουν τις δυνάμεις τους σε μάταιους αγώνες.» Ο Μάρκος έγνεψε με κατανόηση. «Αυτή ακριβώς είναι Στωική πρακτική.
Αναγνωρίζεις την παθιασμένη βία την στιγμή που γεννιέται και αρχίζει να σε δηλητηριάζει και επιλέγεις την ηρεμία.
Και όταν βλέπεις εκείνες τις “μαύρες τρύπες” – ανθρώπους που εκπέμπουν κενότητα, ψέμα και τοξικότητα, κάτι τόσο απωθητικό που ακόμα και η φύση φαίνεται να το απορρίπτει – πώς το διαχειρίζεσαι;» Ο Πλάτων χαμογέλασε σκληρά, και πρόσθεσε έναν κυνικό αμαυρό αστεϊσμό. «Γίνομαι καθρέφτης.
Δέχομαι αυτό που εκπέμπουν και το αντανακλώ πίσω χωρίς να το κρατάω μέσα μου.
Δεν παγιδεύομαι στη συναισθηματική παγίδα.
Αφήνω να περάσουν μόνο μερικά σωστά, αναλόγως με το πόσο εκπέμπουν – άλλοι πολύ, άλλοι λίγο.
Τα υπόλοιπα που αισθάνομαι πως είναι βλαβερά τα αντανακλώ πίσω στους πέμποντες.
Κάνω λάθη, αλλά αυτά μένουν δικά μου, δεν βλάπτουν κανέναν.
Και ναι, υπάρχει πικρία για τον χρόνο και την ενέργεια που χάθηκε.
Αλλά την ανακτώ.
Η υγεία του σώματος και του νου είναι μεγαλύτερο κέρδος.» Σταμάτησαν σε ένα σημείο με θέα προς την Ακρόπολη.
Ο ήλιος έδυε, βάφοντας τον ουρανό με κροκοειδής αποχρώσεις. Ο Μάρκος ρώτησε ήσυχα: «Και η ευθύνη σου; Νιώθεις ευθύνη μόνο προς το Σύμπαν και τα δώρα του, αλλά σε κανέναν άρρωστο αυτής της γης;» Ο Πλάτων κοίταξε αορίστως μακριά και απάντησε: «Είναι σαν τον έρωτα.
Όταν κάποιος είναι πραγματικά ερωτευμένος, δεν χρειάζεται να τον πείσεις.
Βλέπει, αισθάνεται και αντιδρά από μόνος του.
Όταν όμως δεν είναι, όσα και να του δείξεις, χίλια αποδεικτικά δικά σου στοιχεία, να κλάψεις, να φωνάξεις, ακόμα και να γίνεις βίαιος από απελπισία – και πάλι δεν θα πειστεί.
Γιατί μέσα του δεν υπάρχει η κατάσταση εκείνη που θα του επέτρεπε να δει αυτό που βλέπεις εσύ.
Έτσι είναι και με την αλήθεια.
Δεν γίνεται να σώσεις αυτόν που δεν θέλει να σωθεί.
Δείχνω τη θύρα – όπως εσύ στα Εις Εαυτόν, όπως εγώ στην Πολιτεία.
Δεν την ανοίγω εγώ για αυτούς, δεν τους σπρώχνω, δεν τους απειλώ.
Αν δεν θέλουν, δεν πειράζει.
Δεν είμαι ολοκληρωτικός σωτήρας που υπόσχεται ότι πίσω από τη θύρα την δική μου είναι η σωτηρία και θα τους αναγκάσω να εισέλθουν.» Ο Μάρκος Αυρήλιος έβαλε το χέρι στον ώμο του φίλου του για μια στιγμή. «Και όμως, Πλάτωνα… μήπως έτσι απομονώνεσαι, κρύβεσαι... για να σωθείς.» Ο Πλάτων τον διέκοψε απαλά, με φωνή σταθερή και ήρεμη: «Όχι, δεν αδιαφορώ.
Και γι’ αυτό αφήνω μηνύματα.
Σώζω εμένα για να αφήσω όσο περισσότερα μηνύματα γίνεται.
Για να δείξω όσο δυνατόν περισσότερες θύρες.» Ο άνεμος φύσηξε ανάμεσα στα πεύκα. Η Αθήνα συνέχιζε κάτω την αέναη επανάληψή της όπως κάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια, ενώ οι δύο φιλόσοφοι συνέχισαν τον περίπατό τους στο λόφο, κρατώντας καθαρή την ύλη και την ενέργεια που τους είχε δωρίσει το Σύμπαν προσπαθώντας να τη επιστρέψουν όσο δυνατόν καθαρότερη και ισχυρότερη για να διατηρηθεί η νεότητα τού σύμπαντος. Γλαύκωψ Στέφανος 1/5/2025
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους