ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ ΜΑΣΚΑΡΑΔΕΣ. ΞΕΦΤΙΛΙΖΕΤΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑΝ ΜΑΣ, ΔΙΕΘΝΩΣ ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ Οργή έχει προκαλέσει σε κύκλους ενασχολούμενων με τα θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής της χώρας...
ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ ΜΑΣΚΑΡΑΔΕΣ. ΞΕΦΤΙΛΙΖΕΤΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑΝ ΜΑΣ, ΔΙΕΘΝΩΣ
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ Οργή έχει προκαλέσει σε κύκλους ενασχολούμενων με τα θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής της χώρας, το δημοσίευμα που περιέχει στοχευμένες διαρροές για το πλέγμα των σχέσεων της Ελλάδας με την Ουκρανία.
Ο τομέας της άμυνας διαπλέκεται εξ ορισμού με αυτόν της εξωτερικής πολιτικής.
Όμως τα συμπεράσματα που, μόνο κολακευτικά δεν είναι για τους ελληνικούς χειρισμούς.
Ας τα δούμε αναλυτικά.
ΞΕΦΤΙΛΑ .
Καταρχάς, οι διαρροές που περιέχονται στο ρεπορτάζ έχουν ως εξόφθαλμο στόχο τη δημοσιοποίηση στοιχείων που έχει κατ’ επανάληψη αιτηθεί η αντιπολίτευση και αφορούν το είδος και τις ποσότητες της ενίσχυσης της Ουκρανίας με οπλικά συστήματα.
Διέρρευσαν ότι η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει περί το μισό δισ. ευρώ, με προφανή στόχο να δημιουργηθεί έμμεσα η εντύπωση ότι από τους κυβερνητικούς χειρισμούς εξυπηρετήθηκε το ελληνικό εθνικό συμφέρον.
Προς το παρόν βέβαια δεν έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση του τι έχει πουληθεί και τι όχι με σκοπό να φτάσει στην Ουκρανία μέσω τρίτων χωρών.
Οι απόψεις μπορεί να διίστανται, όμως οι πωλήσεις αυτές δεν είναι αυτομάτως είτε σωστές είτε λανθασμένες.
Ωστόσο, είναι δεδομένο ότι η προτιμώμενη πρακτική είναι η απόκρυψη των στοιχείων και η στοχευμένη διαρροή σε κάποια βολική συγκυρία.
Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς, πως όταν η κοινωνία έχει στραμμένη την προσοχή της στο τριήμερο της Πρωτομαγιάς, οι πιθανότητες να περάσει το δημοσίευμα απαρατήρητο, ή τουλάχιστον να μη συγκεντρώσει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του είναι αυξημένες.
Όμως, δυστυχώς για τους εμπνευστές αυτού του επικοινωνιακού χειρισμού, αντί να επιτευχθεί ο στόχος, ανοίγει περισσότερα θέματα από το απλό εξοπλιστικό εμπόριο με την Ουκρανία.
Επειδή η πολιτική ηγεσία κάνει ρητορική κατάχρηση των -δήθεν- διδαγμάτων από τους πολέμους που βρίσκονται σε εξέλιξη, καλό θα ήταν κάποιος να τους θυμίσει ένα από τα βασικότερα διδάγματα: Την τρομακτική ταχύτητα κατανάλωσης πυρομαχικών κάθε είδους και τον κατ’ αντιστοιχία δυσανάλογα αργό ρυθμό αναπλήρωσης.
Να θυμίσουμε με την ευκαιρία την παραχώρηση αρκετών δεκάδων πυραύλων αναχαίτισης που αξιοποιούνται από το σύστημα Patriot σε χώρες της Μέσης Ανατολής, οι οποίες δέχθηκαν πυραυλικές επιθέσεις από το Ιράν.
Η επίσκεψη του Εμίρη του Κατάρ πρόσφερε προς το παρόν αποκλειστικά και μόνο επικοινωνιακά αποτελέσματα.
Κουβέντα για αναπλήρωση όσων δόθηκαν και μόνο υποσχέσεις περί μελλοντικών σημαντικών επενδύσεων.
Τα καλάλόγια τα έχουμε ακούσει κατ’ επανάληψη .
Εξάλλου, ούτε στις αποκαλύψεις του DP για τα C-17 Globemaster του Κατάρ αντέδρασε κανείς.
Προσποιούνταν για μεγάλο διάστημα ότι το θέμα δεν υπήρχε, έχοντας… τρόπο να πείσουν και τα συστημικά ΜΜΕ να μην ασχοληθούν.
Μέχρι που ήρθε η ώρα και πάλι με κάποια στοχευμένη διαρροή το πληροφορηθήκαμε.
Θυμίζουμε δε, ότι με το Κατάρ δεν έχει υπογραφτεί αμυντικό σύμφωνο που να προβλέπει και ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής όπως με τα ΗΑΕ, C-17 των οποίων βρέθηκαν σε ελληνικές αεροπορικές βάσεις ουκ ολίγες φορές.
Κι αν η βοήθεια σε συμμάχους με όπλα πρώτης γραμμής επιβαλλόταν, ιδιαίτερα όταν είχε επιδειχθεί έμπρακτα η αλληλεγγύη στο παρελθόν, το δίδαγμα των σύγχρονων συρράξεων που ξεχνούν όλοι βολικά, είναι ότι αν η σύγκρουση παραταθεί πέραν των βολικών προβλέψεων τότε είναι πιθανό να χρειαστεί να βγουν από τις αποθήκες παλιά συστήματα και πυρομαχικά που διαθέτουμε σε μεγάλες ποσότητες.
Αν κάτι έχει αποδειχθεί επίσης, είναι ότι οι πεποιθήσεις περί «σύντομων και σημειακών» κρίσεων που ευημερούν στην Αθήνα και καθορίζουν αποφάσεις για τις ποσότητες των όπλων, θα μπορούσαν να αποδειχθούν το αδύνατο σημείο της ελληνικής άμυνας.
Άρα, καλό θα ήταν να λείπουν τα επιπόλαια συμπεράσματα για το τι είναι άχρηστο και τι όχι.
Εξάλλου, εάν όντως υπήρχε συναίσθηση κινδύνου, δεν θα «λιβανίζαμε» την έτοιμη σύμβαση για την εκ νέου πιστοποίηση των βλημάτων αέριος-αέριος MICA επί μια τριετία, πριν την υπογράψουμε κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του Γάλλου προέδρου στην Αθήνα.
Ευτυχώς που ήρθε δηλαδή… Ουδέποτε είπαμε… όχι σε όλα επιχειρηματολογήσει στο παρελθόν, υπέρ του «ξεστοκαρίσματος» από όπλα που διατίθενται σε πολύ μεγάλους αριθμούς και καταλαμβάνουν χώρο (υπερπολύτιμες αποθήκες), ενώ δαπανώνται και κονδύλια για την ασφαλή φύλαξή τους.
Κατά συνέπεια, ένα πρώτο θέμα που εγείρεται είναι το τι δόθηκε και το αν και κατά πόσον έπρεπε να παραμείνει ή όχι στο ελληνικό οπλοστάσιο.
Επίσης, πολλές χώρες της Δύσης που υποστηρίζουν ανοιχτά τους Ουκρανούς, ενεπλάκησαν -και εξακολουθούν- σε επικερδές εξοπλιστικό εμπόριο.
Κάτι τέτοιο έγινε και στην περίπτωση της Ελλάδας.
Οι πωλήσεις δεν έγιναν απευθείας στους Ουκρανούς, αλλά σε συμμαχικές χώρες, οι αμυντικές βιομηχανίες των οποίων φρόντισαν να συντηρήσουν και ίσως να αναβαθμίσουν στοιχειωδώς όπλα και συστήματα, πουλώντας τα εν συνεχεία με σημαντικό κέρδος στο Κίεβο.
Η τήρηση των προσχημάτων από ελληνικής πλευράς με την αποφυγή απευθείας πώλησης στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, δεν αποτελεί ούτε καν φύλλο συκής απέναντι στη Ρωσία.
Διότι ατύπως λέγεται από κυβερνητικούς αξιωματούχους, ότι στόχος είναι να μην εξοργιστεί η Mόσχα.
Πρόκειται περί ανοησίας, κυριολεκτικά.
Διότι τη Μόσχα πιο πολύ την ενοχλούν οι «ενθουσιώδεις» δηλώσεις ταύτισης, όπως φάνηκε και από αντιδράσεις αξιωματούχων όπως η Μαρία Ζαχάροβα. Η Ρωσία πάντα μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα του εθνικού συμφέροντος και αυτό φάνηκε στην τακτική συνεργασία με την Τουρκία, η οποία πλέον ίσως και να πνέει τα λοίσθια.
Μόνο αφελείς θεωρούσαν ότι η ρωσική διπλωματία επένδυσε το μέλλον της στην Τουρκία και ξέχασε π.χ. την παραδοασιακή θέση ότι το Ανατολικό Ζήτημα παραμένει ανοικτό! Ακόμα κι αν αντιδρούσε… για την τιμή των όπλων, θα κατανοούσε πολύ καλά το όφελος για την Ελλάδα.
Φυσικά θα συντηρούσε τη γκρίνια για να εγγράψει υποθήκες για το μέλλον, καθώς παρά τους «πολεμικούς τόνους» στη ρητορική, η πραγματικότητα ήδη οδηγεί σε προσαρμογές στόχων επί το ρεαλιστικότερο.
Όταν όμως οι ρητορικές εξάρσεις ανέδυαν πάντα ως βασικό κίνητρο την ψυχολογική ανάγκη να γίνουμε αρεστοί στην Ουάσινγκτον, οι παραδοσιακές διπλωματικές «σχολές» σε Ανατολή και Δύση, δεν θα μπορούσαν παρά να διαπιστώσουν και να καταγράψουν αναξιοπρέπεια συγκεκαλυμμένη πίσω από τη ρητορική περί «εξωτερικής πολιτικής αρχών» και της αποσπασματικής χρήσης του επιχειρήματος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974.
Κάτι μας διαφεύγει με τα Magura; Αφέθηκε για το τέλος η πιο εξοργιστική παρατήρηση που αφορά τους περιορισμούς στη χρήση των USV Magura.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, αυτό οφείλεται στην ανάγκη του Κιέβου να τηρήσει ισορροπίες με την Άγκυρα! Ο ισχυρισμός περί ελληνικής αναξιοπρέπειας του τίτλου, επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτό… Αλήθεια υπήρξε Έλληνας διπλωματικός ή στρατιωτικός αξιωματούχος που το άκουσε αυτό και το «κατάπιε» χωρίς να διαμηνυθεί στον κ.
Ζελένσκι πως αν δεν αποσυρθεί αυτή η άκρως προσβλητική για την Αθήνα απαίτηση, οι συνομιλίες θα τερματίζονταν άμεσα; Δηλαδή η «πολιτισμένη» ελληνική διπλωματία το ανέχθηκε, χωρίς καν να αντιτείνει ότι η Ελλάδα από την πλευρά της στήριξε χωρίς αστερίσκους την Ουκρανία, θυσιάζοντας τους λόγους που θα επέβαλαν τήρηση δικών της διπλωματικών ισορροπιών απέναντι στη Μόσχα; Έγινε δηλαδή και από εμάς ανεκτή η «τουρκική ιδιαιτερότητα»; Ή μήπως τα δυο μέτρα και δυο σταθμά του Κιέβου απέναντι στην Αθήνα; Με εμάς να δείχνουμε… αιωνίως κατανόηση; Εκτός κι αν υπάρχει άλλος λόγος.
Εάν δηλαδή ο κ.
Ζελένσκι δεν έθεσε θέμα εναντίον ποιου θα το χρησιμοποιήσουμε, αλλά ζήτησε να τεθούν απαγορεύσεις σε ενδεχόμενη εξαγωγική προώθησή του από την Ελλάδα.
Μπορεί να ερωτηθεί εάν έχει υπόψη του κάποια προηγούμενη συνεργασία που να εμπλέκει ουκρανική τεχνολογία και μας κατηγορεί για οικειοποίηση και απόπειρες εξαγωγής.
Αν μη τι άλλο χρήζει διερεύνησης, διότι με τον οίστρο της καινοτομίας που επικρατεί στη χώρα, την επικράτηση των επικοινωνιακών αναγκών έναντι της ουσίας, που οδηγεί σε αφόρητα υπερφίαλες αναφορές-μεγαλοστομίες και προβληματικούς χειρισμούς, δεν αποκλείεται να μας προκύψει τίποτε ενδιαφέρον.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους