Οι Μικροί Λούστροι του Συντάγματος Αθήνα, 1908 Τους λένε "σπουργίτια". Έτσι τους φωνάζουν οι μεγάλοι. Γιατί είναι μικροί, μαυριδεροί, και πετάγονται ανάμεσα στα τραμ και τις άμαξες. Το Σύνταγμα είναι...
Οι Μικροί Λούστροι του Συντάγματος Αθήνα, 1908 Τους λένε "σπουργίτια". Έτσι τους φωνάζουν οι μεγάλοι.
Γιατί είναι μικροί, μαυριδεροί, και πετάγονται ανάμεσα στα τραμ και τις άμαξες. Το Σύνταγμα είναι δικό τους από τις 6 το πρωί.
Μόλις φέξει, στήνουν τα κασελάκια μπροστά στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρεταννία".
Εκεί κατεβαίνουν οι πλούσιοι.
Εκείνοι με τα λουστρίνια παπούτσια που θέλουν γυάλισμα.
Είναι 9 παιδιά.
Ο μεγαλύτερος ο Αντρέας, 13 χρονών.
Ο μικρότερος ο Θωμάς, 6 χρονών. Ο Αντρέας κρατάει την πειθαρχία.
Μοιράζει τις γωνίες. "Εσύ, Κωστάκη, στη στήλη. Εσύ, Νικολιό, στα φανάρια.
Μην πατάτε ο ένας στα χωράφια του άλλου.
Και μακριά από τους μεγάλους λούστρους της Ομόνοιας.
Αυτοί δέρνουν." Το κασελάκι είναι η ζωή τους.
Ξύλινο, βαρύ, με ένα λουρί για τον ώμο.
Μέσα έχει τα πάντα: δύο βούρτσες — μια σκληρή, μια μαλακή — μαύρο βερνίκι, καφέ βερνίκι, ένα πανί που κάποτε ήταν άσπρο, και το σίδερο για να στηρίζεις το πόδι του πελάτη.
Το κασελάκι δεν το αφήνουν ποτέ.
Κοιμούνται μαζί του.
Γιατί αν στο κλέψουν, τελείωσες. 5 δραχμές κάνει καινούργιο. 5 δραχμές είναι ένας μήνας ψωμί. Ο Θωμάς είναι 6 χρονών.
Ορφανός από τη χολέρα του ’05.
Τον μάζεψε ο Αντρέας από το λιμάνι. "Θα γίνεις λούστρος", του είπε. "Θα ζήσεις." Σήμερα είναι η πρώτη του μέρα μόνος. Τρέμει.
Κρατάει μια εφημερίδα "Το Άστυ" για να τη δείχνει.
Δεν ξέρει να διαβάζει.
Μα ξέρει να φωνάζει: "Άααστυ! Νέα από την Ευρώπη! Άααστυ!" Στις 10 έρχεται ο πρώτος πελάτης.
Κύριος με ρεπούμπλικο και μπαστούνι. "Γυάλισε τα, μικρέ." Ο Θωμάς γονατίζει.
Τα χέρια του τρέμουν.
Βάζει βερνίκι πολύ.
Λερώνει την κάλτσα. "Βρωμόχερο!" φωνάζει ο κύριος και τον κλωτσάει.
Φεύγει χωρίς να πληρώσει. Ο Θωμάς μένει γονατιστός. Δακρύζει.
Μα δεν κλαίει.
Οι λούστροι δεν κλαίνε.
Έρχεται ο Αντρέας.
Τον σηκώνει. "Έτσι είναι, μικρέ.
Την πρώτη φορά όλοι τις τρώμε.
Πάρε ανάσα.
Και την επόμενη, λιγότερο βερνίκι." Του δίνει μια κουλούρα. "Φάε.
Έχεις δουλειά." Το μεσημέρι μαζεύονται όλοι πίσω από τη στήλη του Άγνωστου Στρατιώτη.
Δεν υπάρχει ακόμα ο Στρατιώτης — θα έρθει 20 χρόνια μετά.
Τώρα είναι απλώς μια κολώνα.
Βγάζουν το φαγητό.
Ένα καρβέλι ψωμί για όλους.
Μια ντομάτα που έκλεψε ο Κωστάκης από τη λαϊκή.
Λίγες ελιές.
Το κόβουν με σουγιά.
Το μοιράζουν στα ίσα. Νόμος. Ο Νικολιός, 9 χρονών, λέει ιστορίες. "Χτες είδα τον Βασιλιά! Πέρασε με την άμαξα.
Φορούσε στολή χρυσή." "Ψέματα λες", λέει ο Μήτσος. "Αλήθεια! Και με κοίταξε!" Γελάνε όλοι.
Για 10 λεπτά ξεχνούν την πείνα, το κρύο, τις κλωτσιές.
Είναι παιδιά.
Στις 7 μαζεύουν τα κασελάκια.
Μετράνε τα λεφτά. Ο Αντρέας έβγαλε 2 δραχμές. Ο Θωμάς 30 λεπτά.
Καλά για πρώτη μέρα.
Περπατάνε όλοι μαζί για τον Ψυρρή.
Εκεί, σε ένα υπόγειο, νοικιάζουν με 50 λεπτά το κεφάλι.
Στρώματα στο πάτωμα, 15 παιδιά μαζί.
Ψείρες, ποντίκια, υγρασία.
Μα είναι ζεστά.
Και είναι μαζί.
Πριν κοιμηθούν, ο Αντρέας τους μαθαίνει γράμματα.
Με ένα κάρβουνο στον τοίχο. "Α", "Β", "Γ". "Για να μην μείνετε λούστροι όλη σας τη ζωή", λέει. Ο Θωμάς τον κοιτάει και τον πιστεύει.
Το 1912 ο Αντρέας πήγε στον πόλεμο. Βαλκανικοί.
Δεν γύρισε. Ο Κωστάκης έγινε ταξιτζής. Ο Νικολιός πέθανε από φυματίωση το ’18. Ο Μήτσος έφυγε στην Αμερική.
Κι ο Θωμάς; Ο Θωμάς έμαθε γράμματα.
Το ’22, 20 χρονών, άνοιξε δικό του μαγαζί. "Λούστρος Θωμάς — Ειδικά Λουστρίνια". Στο Κολωνάκι.
Γυάλιζε τα παπούτσια των υπουργών.
Κράτησε το παλιό του κασελάκι.
Το είχε στο ράφι, δίπλα στη φωτογραφία.
Εκείνη την ασπρόμαυρη, του 1908, στο Σύνταγμα. 9 παιδιά με τραγιάσκες, σοβαρά.
Κάθε πρωί, πριν ανοίξει, το κοίταζε.
Και ψιθύριζε: "Ευχαριστώ, Αντρέα.
Για την κουλούρα.
Για το γράμμα Α.
Για όλα." Αυτοί ήταν οι λούστροι του Συντάγματος. Σπουργίτια της Αθήνας. Μεγάλωσαν με βερνίκι, κλωτσιές και κουλούρια. Και κάποιοι, σαν τον Θωμά, πέταξαν.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους