«Μια λάμψη ὁ ἄνθρωπος κι ἂν εἶδες, εἶδες…» Μια λάμψη ὁ Στέφανος… κι ἂν εἶδες, εἶδες. Σαν σήμερα… 1 Μαΐου 2011. Και πέρασαν 15 ολόκληρα χρόνια από τότε… Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν γράφονται απλώς...
«Μια λάμψη ὁ ἄνθρωπος κι ἂν εἶδες, εἶδες…» Μια λάμψη ὁ Στέφανος… κι ἂν εἶδες, εἶδες.
Σαν σήμερα… 1 Μαΐου 2011.
Και πέρασαν 15 ολόκληρα χρόνια από τότε… Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν γράφονται απλώς στο ημερολόγιο.
Γράφονται μέσα στην ψυχή.
Δεν τις θυμάσαι.
Τις κουβαλάς.
Και κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, κάτι μέσα σου ξαναγυρίζει εκεί.
Στην ώρα του αποχαιρετισμού.
Στην ώρα που σιώπησε μια φωνή.
Στην ώρα που έφυγε από τα μάτια σου ένας άνθρωπος, αλλά έμεινε για πάντα μέσα σου σαν πληγή, σαν ευλογία, σαν φως.
Αγαπημένε μου Παππού Στέφανε… Λένε: «Μια λάμψη ὁ ἄνθρωπος κι ἂν εἶδες, εἶδες…» Κι εγώ είδα.
Είδα μια λάμψη ανθρώπου αληθινού.
Είδα μια καρδιά που δεν είχε πολλά, μα έδινε τα πάντα.
Είδα δύο χέρια κουρασμένα, μα πάντα ανοιχτά για μένα.
Είδα έναν άνθρωπο που δεν είχε ανάγκη να πει πως αγαπά, γιατί όλη του η ζωή ήταν αγάπη.
Μια λάμψη ὁ Στέφανος… κι ἂν εἶδες, εἶδες.
Κι εγώ σε είδα, παππού μου.
Σε είδα όχι μέσα σε πλούτη, όχι μέσα σε ανέσεις, όχι μέσα σε εύκολες μέρες.
Σε είδα μέσα στη φτώχεια.
Μέσα στη στέρηση.
Μέσα στον κόπο.
Μέσα στην αγωνία.
Μέσα στη σιωπηλή θυσία που δεν φωτογραφίζεται, δεν διαφημίζεται, δεν χειροκροτείται, αλλά τη βλέπει ο Θεός.
Εγώ δεν γνώρισα πατέρα.
Δεν έζησα την πατρική παρουσία όπως άλλα παιδιά.
Δεν είχα εκείνο το χέρι που για πολλούς είναι αυτονόητο.
Μα ο Θεός δεν με άφησε άσκεπο.
Μου έδωσε εσένα.
Κι εσύ δεν στάθηκες απλώς παππούς.
Έγινες πατέρας.
Έγινες λιμάνι.
Έγινες σκεπή.
Έγινες προστασία.
Έγινες το αποκούμπι μου.
Έγινες η ασφάλεια μέσα σε έναν κόσμο που θα μπορούσε να με είχε συντρίψει.
Πήρες ένα παιδί ορφανό και το κράτησες.
Δεν το μέτρησες σαν βάρος.
Δεν το είδες σαν υποχρέωση.
Δεν το άφησες να νιώσει πως περισσεύει.
Το πήρες από το χέρι και του είπες με τη ζωή σου: «Εσύ δεν θα χαθείς.
Εγώ είμαι εδώ.» Και δεν χάθηκα, παππού μου.
Γιατί ήσουν εσύ.
Μεγάλωσες ένα ορφανό μέσα σε φτώχεια και στερήσεις, αλλά με αρχοντιά ψυχής.
Ίσως να μην είχες πολλά να μου δώσεις.
Μα μου έδωσες το πιο μεγάλο: τον εαυτό σου.
Στερήθηκες για να μη στερηθώ.
Κουράστηκες για να σταθώ.
Πόνεσες για να μη λυγίσω.
Έκρυψες την αγωνία σου για να μη φοβηθώ.
Έκανες το λίγο αρκετό, το δύσκολο δρόμο, το αδύνατο θυσία.
Και με σπούδασες.
Με ανέβασες.
Με έκανες άνθρωπο.
Όχι με λόγια μεγάλα, αλλά με πράξεις μεγάλες.
Πόσες φορές, άραγε, έδωσες χωρίς να το μάθω; Πόσες φορές σιώπησες ενώ πονούσες; Πόσες φορές χαμογέλασες για να μη δω την κούρασή σου; Πόσες φορές έβαλες εμένα μπροστά και εσένα τελευταίο; Αυτά δεν τα γράφουν οι ιστορίες.
Τα γράφει όμως ο Θεός.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που θορυβούν πολύ και δεν αφήνουν τίποτα.
Και υπάρχουν άνθρωποι σιωπηλοί, φτωχοί, κουρασμένοι, ταπεινοί, που περνούν από τη ζωή σαν άγιο φως.
Δεν ζητούν δόξα.
Δεν ζητούν αναγνώριση.
Δεν απαιτούν ευχαριστώ.
Μόνο αγαπούν.
Και σώζουν.
Εσύ ήσουν από αυτούς.
Δεν μου έμαθες την αγάπη με μαθήματα.
Μου την έδειξες με τη ζωή σου.
Δεν μου μίλησες για θυσία.
Έγινες θυσία.
Δεν μου εξήγησες τι θα πει πατέρας.
Έγινες πατέρας.
Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω ακόμη περισσότερο το μεγαλείο σου.
Γιατί όταν είσαι παιδί, νομίζεις πως κάποια πράγματα είναι φυσικά και αυτονόητα και δεδομένα.
Όταν μεγαλώσεις, καταλαβαίνεις πως πίσω από κάθε «δεδομένο» υπήρχε ένας άνθρωπος που μάτωνε σιωπηλά για να μη ματώσεις εσύ.
Σήμερα το ξέρω.
Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο.
Όλα ήταν θυσία.
Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ σε ευγνωμονώ.
Όχι λιγότερο.
Πιο πολύ.
Γιατί βλέπω καθαρότερα.
Βλέπω τον κόπο σου.
Βλέπω την αγωνία σου.
Βλέπω την πατρική σου καρδιά.
Βλέπω τον παππού μου Στέφανο που δεν φόρεσε στεφάνι δόξας στη γη, αλλά πιστεύω πως το φόρεσε στον ουρανό.
Γιατί ένας άνθρωπος που μεγαλώνει ένα ορφανό παιδί, που γίνεται πατέρας εκεί που υπάρχει κενό, που σηκώνει βάρη που δεν του ανήκαν και τα κάνει αγάπη, αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ξένος στη Βασιλεία του Θεού.
Εγώ είμαι Ορθόδοξος κληρικός.
Είμαι ιερέας του υψίστου και βιώνω την αιώνια ζωή σε κάθε λειτουργία που τελώ.
Πιστεύω στην Ανάσταση.
Την κηρύττω.
Τη ζω ως ελπίδα της Εκκλησίας μας.
Στέκομαι μπροστά στους τάφους και λέω πως ο Χριστός ανέστη, πως ο θάνατος νικήθηκε και δεν υπάρχει πια, πως η ζωή δεν τελειώνει στο χώμα, πως η αγάπη δεν θάβεται.
Και τα πιστεύω όλα αυτά με όλο μου το είναι.
Με όλη μου την ψυχή.
Αλλά η πίστη δεν καταργεί τα συναισθήματα.
Η πίστη δεν σε κάνει πέτρα.
Δεν σου απαγορεύει να κλάψεις.
Δεν σου ζητά να προσποιηθείς πως δεν πονάς.
Δεν σβήνει την ανθρώπινη απουσία.
Δεν γεμίζει μαγικά την άδεια καρέκλα, τη σιωπηλή γωνιά, τη φωνή που δεν ξανακούγεται.
Η πίστη δεν καταργεί το δάκρυ.
Το φωτίζει.
Δεν καταργεί τον πόνο.
Τον μεταμορφώνει σε προσευχή.
Δεν καταργεί τη νοσταλγία.
Τη βαπτίζει σε ελπίδα.
Και σήμερα, παππού μου, δακρύζω.
Όχι σαν άνθρωπος χωρίς ελπίδα.
Αλλά σαν άνθρωπος που αγάπησε πολύ.
Γιατί μόνο όποιος αγάπησε πολύ πονά τόσο βαθιά.
Και μόνο όποιος ευλογήθηκε από τέτοια αγάπη καταλαβαίνει τι σημαίνει να λείπει ένας άνθρωπος και όμως να είναι παντού.
Μου λείπεις.
Μου λείπει η μορφή σου.
Μου λείπει η φωνή και τα όμορφα τραγούδια σου.
Μου λείπει το βλέμμα σου.
Μου λείπει εκείνη η απλή σου παρουσία που μου έλεγε χωρίς λόγια πως όλα θα αντέχονται.
Μου λείπει εκείνο το τραγούδι που μου έλεγες πάντα: «μην φοβάσαι, μην φοβάσαι, στο πλευρό μου πάντα θα σε, φτάνει εσύ να μ’ αγαπάς, φτάνει εσύ να μ’ αγαπάς.
Του κοσμάκη η κακία, διόλου να μην σε τρομάζει, με τη ξένη δυστυχία, πάντα ο κόσμος διασκεδάζει.
Μην μου κλαις απελπισμένα, και γω θα ‘μαι δω για σένα, φτάνει εσύ να μ’ αγαπάς, φτάνει εσύ να μ’ αγαπάς».
Πάντα θα σ’ αγαπώ… Θα ήθελα σήμερα να μπορούσα να γυρίσω λίγο τον χρόνο πίσω.
Να σου φιλήσω το χέρι.
Να καθίσω δίπλα σου.
Να σου πω όσα ίσως δεν πρόλαβα.
Να σου πω ένα «ευχαριστώ» που να χωρά όλες τις θυσίες σου.
Να σου πω πως τίποτα δεν πήγε χαμένο.
Πως ο κόπος σου έπιασε τόπο.
Πως η αγάπη σου έγινε μέσα μου ρίζα.
Πως αν στάθηκα, στάθηκα γιατί εσύ με κράτησες.
Μα ξέρω πως η αγάπη βρίσκει δρόμο.
Ακόμη κι όταν τα χείλη δεν μπορούν να μιλήσουν στον άνθρωπο που έφυγε, η προσευχή μιλά στον Θεό γι’ αυτόν.
Και σήμερα προσεύχομαι.
Να σε αναπαύει ο Θεός, παππού μου.
Να σου ανταποδώσει όσα εγώ δεν μπόρεσα.
Να σου δώσει φως για τα σκοτάδια που πέρασες.
Να σου δώσει χαρά για τις πίκρες που κατάπιες.
Να σου δώσει ανάπαυση για τους κόπους που σήκωσες.
Να σου δώσει Βασιλεία για την αγάπη που έζησες.
Γιατί αν η αγάπη είναι το μέτρο της Κρίσεως, τότε εσύ έχεις πολλά να καταθέσεις μπροστά στον Θεό.
Όχι λόγια. Πράξεις.
Ένα παιδί μεγαλωμένο.
Ένα ορφανό που δεν εγκαταλείφθηκε.
Μια ζωή που στηρίχθηκε πάνω στη δική σου θυσία.
Ένα μέλλον που άνοιξε από τον δικό σου κόπο.
Αυτό είναι μαρτυρία.
Αυτό είναι Ευαγγέλιο στην πράξη.
Αυτό είναι αγάπη που δεν φωνάζει, αλλά ανεβαίνει στον ουρανό σαν θυμίαμα. Αγαπημένε Παππού Στέφανε… Σήμερα δεν σε μνημονεύω σαν κάτι που τελείωσε.
Σε μνημονεύω σαν κάτι που συνεχίζεται μέσα μου.
Σε κάθε θεία λειτουργία σε συναντώ στην ιερά προσκομιδή που μνημονεύω χιλιάδες ονόματα…το δικό σου όμως παραμένει πάντα πρώτο στη σειρά, πάντα πρώτο στην καρδιά, στη ψυχή και τη ζωή μου.
Είσαι στον τρόπο που στέκομαι.
Στον τρόπο που παλεύω.
Στον τρόπο που αντέχω.
Στον τρόπο που αγαπώ.
Στον τρόπο που συγκινούμαι μπροστά στους αδικημένους, στους φτωχούς, στα ορφανά, στους ανθρώπους που δεν είχαν εύκολη ζωή.
Γιατί εσύ μου έμαθες πως η αγάπη δεν είναι θεωρία.
Είναι να είσαι εκεί.
Να σηκώνεις.
Να προστατεύεις.
Να θυσιάζεσαι.
Να γίνεσαι πατέρας για εκείνον που δεν είχε.
Και αν κάποτε με ρωτήσουν τι θα πει πατέρας, δεν θα χρειαστώ πολλές λέξεις.
Θα πω: Στέφανος.
Ο παππούς μου.
Ο άνθρωπος που έγινε πατέρας μου.
Ο άνθρωπος που με μεγάλωσε.
Ο άνθρωπος που με σπούδασε.
Ο άνθρωπος που με κράτησε όρθιο.
Ο άνθρωπος που μέσα στη φτώχεια έζησε με αρχοντιά.
Ο άνθρωπος που δεν είχε πολλά, αλλά μου έδωσε τα πάντα.
Μια λάμψη ο Στέφανος… κι αν είδες, είδες.
Κι εγώ είδα.
Και δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι περνούν από τη γη και χάνονται.
Και κάποιοι άλλοι περνούν από τη γη και γίνονται ουρανός μέσα σου.
Εσύ, παππού μου, έγινες ουρανός μέσα μου.
Αιωνία σου η μνήμη.
Αιωνία η ευγνωμοσύνη μου.
Αιωνία η αγάπη μου.
Και μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα της μεγάλης συνάντησης, εκεί όπου δεν θα υπάρχει πόνος, χωρισμός, ορφάνια και δάκρυ, θα σε κουβαλώ μέσα μου σαν ευχή.
Όχι σαν απουσία.
Σαν παρουσία.
Όχι σαν τέλος.
Σαν φως.
Όχι σαν χαμένη μορφή.
Σαν πατέρα που ακόμη με ευλογεί. Καλό Παράδεισο, αιώνια Βασιλεία του Θεού παππού μου Στέφανε. Καλή αντάμωση στο φως της Αναστάσεως.
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους