Συντρίμμια μιας φιλίας Η Ιφιγένεια στέκεται μπροστά στην παλιά πόρτα του διαμερίσματος στην Καισαριανή, τα χέρια βαριά – λες και ο αέρας του απογευματινού αθηναϊκού δρόμου έχει κολλήσει στους ώμους...
Συντρίμμια μιας φιλίας Η Ιφιγένεια στέκεται μπροστά στην παλιά πόρτα του διαμερίσματος στην Καισαριανή, τα χέρια βαριά – λες και ο αέρας του απογευματινού αθηναϊκού δρόμου έχει κολλήσει στους ώμους της.
Ξεκλειδώνει, μπαίνει σα να την οδηγεί ο αυτόματος πιλότος της κούρασης, και αφήνει προσεκτικά τα παπούτσια στο χαλάκι.
Στο σπίτι κυριαρχεί μια απροσδόκητη σιωπή, μόνο απ’ την κουζίνα ακούγεται πνιχτά το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση.
Μένει ακίνητη, λίγα δευτερόλεπτα, παίρνοντας κουράγιο για το επόμενο βήμα – φαινομενικά οικείο, μα σήμερα δυσβάσταχτο.
Προχωρά στην κουζίνα, όπου ο Μανώλης, ο άντρας της, κάθεται μπροστά στο πιάτο με τη φασολάδα.
Τρώει αργά, ρίχνοντας ματιές στο δελτίο.
Μόλις μπαίνει η Ιφιγένεια, την κοιτάζει με ανησυχία. – Πιο νωρίς σήμερα, ε; Όλα καλά; ρωτάει με ήρεμη φωνή, μα στα μάτια του γράφεται άγχος. Η Ιφιγένεια κάθεται απέναντί του, αγκαλιάζοντας τις ίδιες της τις αγκαλιές – να προστατευτεί, να προφυλαχθεί.
Το βλέμμα κι ο τρόπος της πείθουν αμέσως τον Μανώλη πως κάτι σοβαρό συνέβη. – Όχι, τίποτα δεν είναι καλά, μουρμουρίζει, κοιτώντας τη μοκέτα δίπλα.
Μόλις γύρισα από την Αγαθή.
Δεν... δεν είμαστε πια φίλες. Ο Μανώλης ακουμπά αργά το κουτάλι, το πρόσωπό του ξαφνικά μαζεύει όλη τη σοβαρότητα του κόσμου· της χαρίζει χώρο, αλλά όλη του η στάση φωνάζει: «Είμαι εδώ, πες μου». – Τι έγινε; ρωτάει τελικά. Η Ιφιγένεια παίρνει βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να βρει τη δύναμη. – Όλα ξεκίνησαν απ’ τον άντρα της, λέει τελικά. Ο Νίκος την απάτησε.
Αλλά αντί να στραφεί σ’ εκείνον, ξέσπασε στην άλλη κοπέλα.
Φώναζε, προσέβαλε, έλεγε ότι ήξερε πως ο Νίκος είναι παντρεμένος αλλά παρ’ όλα αυτά... – Η φωνή της Ιφιγένειας σπάει, συνεχίζει πεισματικά: – Προσπάθησα να της μιλήσω, να εξηγήσω ότι ο μόνος ένοχος είναι ο Νίκος.
Ότι πρώτα εκείνος πρέπει να της εξηγήσει...
Δεν με άκουγε! Με κατηγόρησε πως δεν την υποστηρίζω, πως παίρνω το μέρος της “άλλης”. Ο Μανώλης στριφογυρίζει το κουτάλι στα χέρια του, δείχνει να το ζει αληθινά μαζί της. – Ήξερε η άλλη κοπέλα ότι ήταν παντρεμένος; τη ρωτάει. Η Ιφιγένεια τινάζει τα χέρια εκνευρισμένη. – Φυσικά και όχι! Μόλις είχε πιστέψει πως ο Νίκος είναι χωρισμένος, της είπε ψέματα – δεν της έδειξε ποτέ χαρτιά, τίποτα...
Εξήγησα στην Αγαθή πως δεν είναι δική της η ευθύνη.
Δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον για το ψέμα ενός άλλου! Αλλά με αποκάλεσε «προστάτρια των άπιστων» και με υπονόησε... Ο Μανώλης σφίγγεται, θίγεται για χάρη της. – Μμμμ, και μετά; λέει. – Μετά χειρότερα, συνεχίζει σιγανά η Ιφιγένεια. Η Αγαθή άρχισε να λέει σε όλους τους γνωστούς ότι εγώ τάχα υπερασπίζομαι υπερβολικά αυτή την κοπέλα – ότι έχω κι εγώ “λερωμένη τη φωλιά μου”.
Μπορείς να το πιστέψεις; Ήταν φίλη για τόσα χρόνια... κι όμως, με στιγμάτισε.
Η σιωπή της κουζίνας γίνεται σχεδόν υλική. Η Ιφιγένεια τρίβει νευρικά το πετσετάκι στο τραπέζι, αναζητώντας ανακούφιση σ’ αυτή την απλή, μηχανική κίνηση.
Ξαφνικά ο κόσμος της φαντάζει μικρός, πνιγηρός – η απώλεια της φιλίας να βαραίνει ανείπωτα. – Το πιο πικρό είναι ότι ήθελα μόνο να τη βοηθήσω, λέει με πνιχτή φωνή, το βλέμμα χαμένο στις κορυφές των δέντρων.
Να καταλάβει ποιος πραγματικά φταίει.
Τώρα, οι μισοί γνωστοί της με βλέπουν σαν εχθρό.
Κι όλο αυτό επειδή προτιμούν να πιστέψουν τα ψέματα... Ο Μανώλης πλησιάζει, της ακουμπά τρυφερά τους ώμους με δύναμη διακριτική, σιγουριά. – Ξέρεις ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου, της λέει με ήρεμη βεβαιότητα. – Το ξέρω, αλλά δεν παρηγορεί, απαντά εκείνη.
Τόσα χρόνια φιλίας – και όλα να γκρεμίζονται έτσι...
Ένας θυμός, μία ασήμαντη αφορμή, λίγο ψέμα και... τέλος.
Είναι πολύ άδικο...
**************** Τις επόμενες μέρες η Ιφιγένεια αποφεύγει να βγει απ’ το σπίτι.
Η ιδέα ότι μπορεί να συναντήσει γνωστούς στη λαική ή στο σούπερ μάρκετ της δημιουργεί ταχυπαλμίες.
Βλέμματα, μουρμουρητά, ξαφνικές σιωπές αν τύχει να περνά: ολόκληρη η γειτονιά της φαίνεται εχθρικό τοπίο.
Προσπαθεί να γεμίζει τον χρόνο της.
Ανακατεύει βιβλία στις βιβλιοθήκες, κάνει μεγάλη καθαριότητα, μαγειρεύει συνταγές που ήθελαν πολλή προσοχή.
Όμως πάντα το μυαλό της γυρνά στα ίδια γεγονότα – στο πώς άλλαξε η ζωή της έως εκείνη τη στιγμή.
Μερικές νύχτες φαντάζεται να φεύγει, να φτάνει κάπου στον Βόλο ή στη Χαλκιδική, όπου κανείς δε ξέρει ούτε εκείνη, ούτε την Αγαθή, ούτε την ιστορία τους.
Θέλει χώρο, αέρα, να ανασάνει χωρίς να νιώθει τα μάτια των άλλων πάνω της.
Ένα βράδυ, καθώς έρχεται η ψύχρα και οι πολυκατοικίες φωτίζονται, η Ιφιγένεια και ο Μανώλης στολίζουν την κουζίνα με φλιτζάνια καυτού τσαγιού και μια απλή λάμπα πεταρίζει ήρεμα.
Η σιωπή μεταξύ τους μεγάλη. Ο Μανώλης σπάει τον πάγο: – Σκέφτηκα κάτι, λέει μαλακά.
Μήπως να φύγουμε; Έστω, σε άλλο διαμέρισμα, μακριά από εδώ.’Ισως έτσι αλλάξει το κλίμα. Η Ιφιγένεια σηκώνει τα μάτια έκπληκτη.
Δεν περίμενε τέτοια πρόταση – μέσα της φτερουγίζει η ελπίδα, αλλά και ο φόβος. – Πιστεύεις ότι θα βοηθήσει; ρωτά, φοβισμένη μα γεμάτη προσδοκία. – Είμαι σίγουρος, απαντά εκείνος.
Εδώ, όλα σε κρατάνε πίσω.
Αν φύγουμε, ίσως βρεις χρόνο να γιατρέψεις τις πληγές σου.
Σ’ αυτό το μέρος, έγινες θύμα της κακογλωσσιάς... Η Ιφιγένεια χαμηλώνει το βλέμμα στο φλιτζάνι.
Η ιδέα του φευγιού της φαντάζει ταυτόχρονα ευχάριστη και τρομακτική.
Σκέφτεται φίλους, δουλειά, τη γειτονιά – όμως αναδύονται και όνειρα για φρέσκια αρχή, χωρίς σκιές. – Εντάξει... λέει τελικά.
Ας το δοκιμάσουμε. Ο Μανώλης της χαμογελά θερμά.
Πιάνει το χέρι της απαλά. – Θα βρούμε ένα σπίτι κοντά στη φύση.
Να μπορούμε να αναπνέουμε.
Κι αυτή η μικρή σπίθα ελπίδας αρχίζει να ζωντανεύει, έστω δειλά.
Μια υποσχόμενη αλλαγή.
Αρχίζουν να ψάχνουν σπίτια: κάθε αγγελία, κάθε τηλέφωνο σε μεσίτη μια ασπίδα απέναντι στο παλιό. Η Ιφιγένεια πιο προσεκτική, ο Μανώλης αναλαμβάνει το οργανωτικό κομμάτι.
Βλέπουν σπίτια – άλλοτε τους τραβά η φωτογραφία, άλλοτε το ίδιο το σπίτι είναι ψυχρό, άλλες φορές η γειτονιά αποθαρρυντική.
Στο ενδιάμεσο, το μυαλό της Ιφιγένειας γυρνά στην Αγαθή.
Πονά ακόμα.
Θυμάται τα κοινά καλοκαίρια, τις χαρές και τα μυστικά που μοιραζόταν.
Επιστρέφει συχνά στη σκέψη μήπως άξιζε άλλη μια προσπάθεια συνεννόησης.
Μα η ανάμνηση της τελευταίας τους συνάντησης – τα λόγια, το ύφος – βάζουν τελεία.
Ένα μεσημέρι, ψάχνοντας φωτογραφίες, πέφτει πάνω σε μια εικόνα από τα παλιά: εκείνη και η Αγαθή, γελαστές, στην Αίγινα, ξένοιαστες κάτω απ’ τον ήλιο.
Ήταν τότε που τίποτα δεν φαίνονταν ικανό να σπάσει τη χαρά τους.
Τώρα, η φωτογραφία μοιάζει με σκηνή από άλλο παραμύθι. Η Ιφιγένεια τη φυλά ξανά στο κουτί – όπως φυλάμε τα όνειρα που δεν θα γυρίσουν.
Τελικά, βρίσκουν ένα συμπαθητικό διαμέρισμα στην Ηλιούπολη: ήσυχο, γεμάτο φως, με κήπο μικρό και πάρκο λίγο παραπέρα.
Οι οικοδεσπότες ζητούν μόνο ησυχία και αξιοπρέπεια, και αυτό μόνο προσθέτει πόντους στη νέα αρχή.
Η μετακόμιση κουράζει σιγά-σιγά – μικρές μεταφορές, απαλή συνεννόηση.
Όταν πια τα τελευταία χαρτοκούτια αδειάζουν και βρίσκουν τη θέση τους όλα, η Ιφιγένεια στέκεται στο μεγάλο παράθυρο.
Βλέπει τα δέντρα, τη παιδική χαρά, περαστικούς λαμπερούς από τον ήλιο.
Κάτι μέσα της γαληνεύει για χάρη πρώτη φορά – εδώ, το παρελθόν δεν έχει θέση.
********************** Πριν φύγουν για τα καλά, η Ιφιγένεια κάνει μια κίνηση που ούτε η ίδια περιμένει.
Παίρνει τηλέφωνο τον Νίκο, τον άντρα της Αγαθής, και δίνουν ραντεβού σ’ ένα μικρό καφενεδάκι στο Παγκράτι. Ο Νίκος έρχεται αμήχανος, τα χέρια του παίζουν με το γιακά.
Κάθεται απέναντί της. – Καλησπέρα...
Δεν περίμενα να θέλεις να βρεθούμε, ψελλίζει. Η Ιφιγένεια κρατά το φλυτζάνι της τσάι και μιλά ήρεμα, μα αποφασιστικά. – Ξέρω ότι προχωράτε σε διαζύγιο, λέει.
Κι ότι η Αγαθή μαζεύει αποδείξεις για να βγει καθαρή στη διαδικασία.
Όμως... κι εκείνη έχει τα δικά της μυστικά.
Για να είμαστε δίκαιοι, ας φανούν όλα.
Βγάζει έναν φάκελο – ελάχιστα χαρτιά, φωτογραφίες, μερικά απόδειξη για σχέση με κάποιον άγνωστο στη Θεσσαλονίκη.
Τα αφήνει μπροστά του. Ο Νίκος μένει ακίνητος.
Μετά από στιγμή, τα παίρνει σιγά-σιγά. – Σ’ ευχαριστώ...
Δεν το περίμενα, λέει αργά. – Ούτε εγώ, απαντά σιγανά η Ιφιγένεια.
Κουράστηκα με τα ψέματα.
Αν είναι να βγουν όλα στο φως, ας γίνει με ανταμοιβή την αλήθεια.
Σηκώνεται, αποχαιρετά με ένα απλό «στο καλό».
Ο αέρας έξω είναι δροσερός, αλλά η Ιφιγένεια νιώθει μια αδιόρατη λευτεριά – έκλεισε τον τελευταίο λογαριασμό με το παρελθόν.
********************** Τις επόμενες μέρες, κόβει διστακτικά κάθε δεσμό: διαγράφει το τηλέφωνο της Αγαθής, κάνει ξεκαθάρισμα στις επαφές, αποσυνδέεται από τα social media με το όνομά της.
Όλες αυτές οι κινήσεις, τόσο απλές, λειτουργούν σαν γόμα: σβήνουν έναν-έναν τους δεσμούς με το παλιό.
Στο νέο διαμέρισμα, η ζωή αρχίζει ξανά: με τον Μανώλη παίρνουν χρόνο να γνωρίσουν τις αυλές, τα μαγαζιά, τους γείτονες.
Κανείς δεν δείχνει ενδιαφέρον για τα παλιά, κανείς δεν την κοιτάζει περίεργα, κι αυτή η ησυχία της φαίνεται σχεδόν ξένη, μα πολύτιμη.
Αρχίζει να εργάζεται εξ αποστάσεως, ενώ στο κενό που αφήνει το παλιό, χωράνε μαθήματα ακουαρέλας και εξερευνήσεις στους τριγύρω λόφους.
Κάθε εβδομάδα προσθέτει μια καινούρια φωτογραφία στον διάδρομο – κάθε μία, από εδώ και μπρος.
Κάθεται συχνά στο μπαλκόνι, με το φλυτζάνι ζεστό τσάι με περγαμόντο.
Ο ήλιος χαϊδεύει τα κεραμίδια, μυρίζει βροχή και φρέσκο ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς. Ο Μανώλης κάθεται δίπλα της, βάζοντας το χέρι γύρω από τους ώμους της. – Νομίζω ότι τελικά, έκανα το σωστό, λέει η Ιφιγένεια ξαφνικά. – Εσύ ήξερες τι έπρεπε να κάνεις, απαντά ο Μανώλης.
Εγώ είμαι εδώ.
Αυτό μονάχα αρκεί.
********************** Έξι μήνες αργότερα, η Ιφιγένεια ξυπνά σε δωμάτιο γεμάτο φως.
Ξεκινά τα διαδικτυακά της μαθήματα λίγο αργά. Ο Μανώλης γυρνάει πλευρό, η κουβέρτα του μισοπέφτει από το κρεβάτι.
Είναι η νέα της καθημερινότητα.
Μέσα σε όλα, βρίσκει το κουράγιο να παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής, κάτι που χρόνια ήθελε.
Η πρόοδος αργή αλλά γλυκιά – κάθε χρώμα, ένα βήμα στη θεραπεία.
Ένα βράδυ, στο τάμπλετ, λαμβάνει μήνυμα από παλιά συνάδελφο, την Ελένη: «Έμαθες νέα για την Αγαθή; Συνάντησα τυχαία μια παλιά της γειτόνισσα...» Η Ιφιγένεια κοντοστέκεται πριν συνεχίσει – πάει καιρός που σταμάτησε να ασχολείται.
Περιέργεια όμως τρυπώνει. «...Η Αγαθή πήγε το διαζύγιο στα άκρα. Νοίκιασε ακριβό δικηγόρο, έκανε ότι ήταν το… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους