– Κώστα μου, έχεις φτάσει την ώρα σου. Θα σου πρότεινα να επισκεφτείς έναν γιατρό. Να ελέγξεις την καρδιά σου. – Γιατί, τι έχει δηλαδή η καρδιά μου; – Νομίζω απλώς ότι… δεν υπάρχει! Ο Πέτρος δεν...
– Κώστα μου, έχεις φτάσει την ώρα σου. Θα σου πρότεινα να επισκεφτείς έναν γιατρό.
Να ελέγξεις την καρδιά σου. – Γιατί, τι έχει δηλαδή η καρδιά μου; – Νομίζω απλώς ότι… δεν υπάρχει! Ο Πέτρος δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο η είσοδος της πολυκατοικίας, από την οποία τόσες φορές είχαν γυρίσει σπίτι μετά τη βόλτα, ήταν κλειδωμένη.
Καθόταν απέναντι από τη χτυπημένη καφέ πόρτα, σκεπτικός. – Μήπως έκανα λάθος; – αναρωτήθηκε. – Όχι! – απάντησε σίγουρα στον εαυτό του.
Τα αρώματα του έλεγαν ότι ήταν το σωστό. – Μόνο να περιμένω λίγο ακόμα… Ο άνθρωπός μου θα καταλάβει ότι με πήγε με το αυτοκίνητο στο βουνό και με άφησε εκεί για κάποιο λόγο.
Παιχνίδι είναι! Μα εγώ βρήκα τον δρόμο πίσω.
Τώρα, ας περιμένω! Άρχισε να χιονίζει.
Οι πατούσες του Πέτρου πάγωναν ολοένα και περισσότερο.
Το σώμα του έτρεμε, η γούνα δεν τον βοηθούσε πια. – Το βασικό είναι να μην σκέφτομαι το φαγητό.
Θα με δουν μόλις ανοίξουν, θα χαρούν, θα μου δώσουν ένα τεράστιο νόστιμο κόκαλο… Ο μικρόσωμος σκύλος τρεμουλιάζοντας πλησίασε σε έναν σωρό χιονιού και άρχισε να τρώει λίγο χιόνι.
Λιγότερη δίψα, περισσότερη παγωνιά.
Όχι ότι μπορούσε να παγώσει κι άλλο. – Σύντομα θα με αφήσουν να μπω και θα ξαπλώσω δίπλα στη μεγάλη λευκή καλοριφέρ.
Αλλά πρώτα, το κόκαλο.
Και σούπα.
Και μετά θα τους γρυλίζω όλους για να θυμούνται.
Κατά βάθος ήξερα ότι είναι παιχνίδι.
Έτσι με εκπαίδευσαν. – Αλλά έψαχνα την αυλή μας αρκετές νύχτες.
Χθες κατάφερα και τρύπωσα σε μια ανοιχτή είσοδο, να ζεσταθώ.
Το πρωί με ξύπνησε μια κλωτσιά του θυρωρού.
Ούρλιαξα, δεν είχα δύναμη ούτε να τον δαγκώσω. – Παράξενοι οι άνθρωποι.
Όταν είμαι στο λουρί μαζί με το αφεντικό, σχεδόν όλος ο δρόμος χαμογελά και του μιλάει.
Όταν είμαι μόνος, όλοι με κοιτάνε με μίσος, κι εκείνος με κλότσησε.
Ακόμα πονάω στα πλευρά. Ο Πέτρος για ώρες κοίταζε κινήτα προς την πόρτα της εισόδου.
Κανείς δεν μπήκε, κανείς δεν βγήκε.
Άρχισε να κλαψουρίζει σιγανά.
Στη φαντασία του είχε ήδη φάει και έλιωνε στη ζέστη. – Απλά να περιμένω λίγο ακόμα… Λίγο.
Το χιόνι θέριεψε. Ο Πέτρος είχε χάσει ήδη σχεδόν κάθε αίσθηση στα πόδια του.
Ξάπλωσε, κουλουριάστηκε.
Η συνείδησή του έφευγε αργά-αργά μακριά.
Είχε εκτελέσει το καθήκον του.
Ναι, ήταν δύσκολο αλλά βρήκε την είσοδο του.
Ήταν ήρωας! Τώρα μπορούσε να κοιμηθεί… Ο Βασίλης Κωνσταντίνου ήταν μόνος του στο διαμέρισμα.
Οι υποχρεώσεις απεριόριστες: θά’βλεπε τηλεόραση, θα έπινε τσάι, μετά πάλι τηλεόραση, μετά πάλι τσάι, μετά ύπνο και ξανά τσάι… Άλλες δουλειές για σήμερα δεν είχε.
Εδώ που τα λέμε, το ίδιο πρόγραμμα είχε για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Παλιά ήταν αλλιώς! Οδηγός προαστιακού.
Μετέφερε κόσμο από τα προάστια στο κέντρο της Αθήνας.
Ήταν κομμάτι του κυκλοφορικού συστήματος της πόλης.
Κυρίως ένιωθε χρήσιμος. – Δεν πειράζει! – παρηγορούσε τον εαυτό του – Σε λίγο έρχεται η άνοιξη.
Θα φυτέψω τα φυτάρια μου.
Μετά πιάνουν τα Σαββατοκύριακα στη Σαλαμίνα.
Υπομονή, θα τον βγάλω κι αυτόν τον χειμώνα.
Προχώρησε στην κουζίνα.
Έβαλε το βραστήρα.
Παλιά, όσο βράζει το νερό, μοιραζόταν μια κουβέντα, λίγο γκρίνια.
Τώρα, τον είχαν σχεδόν κοροϊδέψει.
Βιαστικά, τον είχαν αφήσει μόνο του.
Ο βραστήρας σφύριξε. Ο Βασίλης άνοιξε το ντουλάπι για το τσάι.
Άδειο τελείως.
Μόνο το κουτί είχε μείνει. – Άι στο καλό! Τέλειωσε! Πρέπει να πάω μέχρι το μπακάλικο, – ψιλοχάρηκε στη σκέψη της βόλτας.
Ντύθηκε και βγήκε από το διαμέρισμα. – Στη σκάλα πάλι άλλαξαν λάμπα ή κάποιος την έκλεψε; – αναρωτήθηκε για την σκάλα της πολυκατοικίας. – Θα πάρω στη γυρίσω πίσω, σκέφτηκε.
Βγαίνοντας απ’ την είσοδο και κάνοντας μερικά βήματα, σκόνταψε σε κάτι και παραλίγο να βρεθεί κάτω. – Τι φάση! – μούγκρισε.
Αυτό το κάτι ήταν ένας σκύλος κάτω απ’ το χιόνι.
Το χιόνι ούτε που έλιωνε από πάνω του. – Πέτρο! – Ο Βασίλης αναγνώρισε τον σκύλο του γείτονα. – Πέτρο, τι κάνεις εδώ; Πώς κατάντησες έτσι; Περίμενε, θα χτυπήσω το κουδούνι στους ιδιοκτήτες σου. – Έτρεξε στο θυροτηλέφωνο, καλεί το διαμέρισμα του Πέτρου.
Καμία απάντηση.
Καλεί τους γείτονες — εκεί απαντούν. – Εδώ ο γείτονας.
Μήπως ξέρετε πού είναι αυτοί από το πέμπτο; Ο σκύλος τους θα πεθάνει από το κρύο! – Αυτοί έφυγαν.
Χώρισαν, μάλλον.
Το διαμέρισμα πωλείται πλέον. – Όλα κι όλα… Ευχαριστώ πολύ. Ο Βασίλης έβγαλε το μπουφάν του, το έστρωσε δίπλα στον σκύλο.
Με το γάντι καθάρισε το χιόνι, και μετακίνησε τον Πέτρο πάνω στο μπουφάν.
Ο σκύλος σχεδόν δεν αναπνοούσε. – Άϊ στα κομμάτια, ρε Πέτρο! Δώσε πόνο! Σύρθηκε μαζί του μέσα στο κτήριο, δίπλα στο καλοριφέρ.
Τον χάιδεψε στη frozen γούνα.
Χτύπησε τα πρώτα πόρτα στο ισόγειο.
Άνοιξε η γειτόνισσα η Ντίνα. – Βασίλη Κωνσταντίνου, τι συμβαίνει; – Ντίνα μου, βοήθα λίγο.
Ψάξε στο κινητό τον πλησιέστερο κτηνίατρο και φώναξε μας ένα ταξί. – Ναι, Έλενα; – Ναι, ποιος είναι; – Ο γείτονας από το δεύτερο, Βασίλης. Η Ντίνα μου έδωσε το κινητό σας. – Α, χαίρεται, κύριε Βασίλη. – Για τον Πέτρο τηλεφωνώ. – Του Κώστα είναι αυτός, εγώ ποτέ δεν ήθελα αυτό το χαζό σκυλί. – Εεμμ… Τώρα πάμε στον κτηνίατρο με τον Πέτρο… – Κύριε Βασίλη, αυτός εκεί ο τεμπέλης ούτε τα χρέη του δεν μπορεί να ξεπληρώσει… Και πήρε και σκυλί.
Χρόνια το σπίτι πάνω μου το κρατούσα, και ζήτησα να δώσει το σκυλί — ούτε αυτό δεν τα κατάφερε! Αντίο σας! – Κώστα; Εδώ Βασίλης.
Πρώην γείτονας. Ο Πέτρος γύρισε σπίτι! – Κάποιο λάθος κάνετε! Ο Πέτρος χάθηκε στο βουνό. – Σας λέω, αυτός είναι σίγουρα ο Πέτρος! – Αδύνατον. – Μάλιστα… δεν πρέπει να φέρεστε έτσι. – Δεν καταλαβαίνω; – Καταλαβαίνεις και παρα-καταλαβαίνεις.
Ανακουφίζομαι που εγώ δεν έχω τέτοιους γείτονες πια.
Ήδη είχαν περάσει μήνες και ο Πέτρος ζούσε στο νέο του σπίτι.
Έχασε τη μύτη από τα αυτιά και δύο πατούσες πονούσαν ακόμα, αλλά συνήθισε. Ο Πέτρος πλέον ήξερε πολύ καλά ότι αυτό δεν ήταν καθόλου παιχνίδι.
Ή μάλλον, ήταν ένα παιχνίδι δύο μεγάλων ανθρώπων, που ζητούσαν από τον Πέτρο μία μόνο εντολή: «ψόφα».
Αυτή ήταν η αλήθεια.
Τώρα όμως είχε νέο αφεντικό.
Βγαίνανε βόλτα τρεις φορές τη μέρα. Ο Βασίλης δεν ήταν και κανένα νιάνιαρο, και για να μην κολλήσει για καλά στον… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους