Ξέρεις, ήμουν στην κουζίνα και έπλενα τα πιάτα, όταν σκάει μύτη ο Γιώργος, ο άντρας μου, λες και έγινε σεισμός. Και πάλι τα ίδια: η μάνα του μπλέχτηκε, πάλι η ίδια δυσπιστία. Δεν άντεχα πια. - Τι...
Ξέρεις, ήμουν στην κουζίνα και έπλενα τα πιάτα, όταν σκάει μύτη ο Γιώργος, ο άντρας μου, λες και έγινε σεισμός.
Και πάλι τα ίδια: η μάνα του μπλέχτηκε, πάλι η ίδια δυσπιστία.
Δεν άντεχα πια. - Τι είπες στη μάνα μου για τα λεφτά; Όπως ήμουν στην κουζίνα, με τα χέρια στις κίτρινες γάντια, προλαβαίνω να πετάξω ένα «Τι πράγμα; Γιώργο, τι έγινε;» - Μη μου κάνεις τη χαζή! Γιατί το έκανες αυτό; Ήταν νευριασμένος, το πουκάμισό του, που το είχα σιδερώσει το πρωί, όλο τσαλακωμένο.
Πάντα έτσι κάνει όταν νευριάζει: κινείται νευρικά, περπατάει πάνω κάτω. - Μόλις μίλησα με τη μάνα μου.
Μου λέει, «Γιώργο, η γυναίκα σου πήρε τα λεφτά που μαζεύατε για το αμάξι και τα έστειλε κάπου.» Τι σκηνικό είναι αυτό; Θα μου εξηγήσεις; Έκλεισα τη βρύση.
Έβγαλα τις γάντιες, μία-μία, τις άφησα στο νεροχύτη.
Η καρδιά μου χτυπούσε στη γλώσσα, όχι στο στήθος. - Γιώργο, περίμενε.
Ποια λεφτά; Τι εννοείς; - Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις! Η μάνα είπε πως έβγαλες ένα μεγάλο ποσό.
Από πού ήρθαν τα λεφτά και πού τα έστειλες; - Από ποιον λογαριασμό; - Από τη δική μας κάρτα! - Γιώργο... χαλάρωσε λίγο! - Είμαι ήρεμος! Το είπε τόσο δυνατά που το πιατοθήκη στο σιφόνι τρεμούλιασε.
Τον κοίταξα κι ήταν όλος κατακόκκινος.
Ήξερα αυτό το βλέμμα· σπάνιο, αλλά ποτέ καλό. - Δεν έχω βγάλει τίποτα από τον λογαριασμό μας. - Τότε τι ήθελε να πει η μάνα μου; Στάθηκα με την πλάτη στον πάγκο.
Είχε ωραία μέρα έξω, Κυριακή, σκεφτόμουν τι θα κάνω με τις κουρτίνες, αν θα αλλάξω θέση στην κομοδίνα — κι όμως, να τα σου. - Νομίζω ότι η μαμά σου κάτι μπέρδεψε. - Η μάνα μου δεν μπερδεύεται! - Όλοι οι άνθρωποι μπερδεύονται, Γιώργο. - Μην το λες αυτό για τη μάνα μου! Είδε τις κινήσεις στον λογαριασμό, τα νούμερα, όλα! - Ποια κίνηση; Εσύ της έδειξες το statement μας; Το είπα και το μετάνιωσα κατευθείαν.
Θέμα ευαίσθητο.
Η κυρία Ειρήνη ήθελε πάντα να ξέρει τα πάντα, και ο Γιώργος το έβρισκε φυσιολογικό: μάνα του, βλέπεις. - Όχι, απλώς μιλήσαμε γενικά στο τηλέφωνο. - Γενικά, ναι... - Μαρία, μη φεύγεις απ’ το θέμα! Πώς βρέθηκαν λεφτά στο λογαριασμό του πατέρα σου από εμάς; Εκεί κατάλαβα.
Τι είχε γίνει.
Αναστέναξα, πήγα και κάθισα στο τραπέζι. - Κάτσε, να τα πούμε σαν άνθρωποι. - Εγώ όρθιος μένω. - Όπως θες.
Λοιπόν, άκου: ο μπαμπάς μου, ο Θανάσης, ήθελε τον προηγούμενο μήνα να πάρει αυτοκίνητο.
Το ξέρεις. - Ποιο αυτοκίνητο; - Μία μεταχειρισμένη Toyota.
Για να πηγαινοέρχεται στο εξοχικό.
Μένει μόνος του εκεί, το λεωφορείο περνά μια φορά τη μέρα και αν...
Χωρίς αυτοκίνητο δεν γίνεται. - Και λοιπόν; - Δεν τα λέει καλά με τις κάρτες· τις φοβάται, παλιομοδίτης.
Εγώ του είπα πως ο πωλητής δέχεται μόνο κατάθεση.
Μου έδωσε τα μετρητά, τα έβαλα στη δική μου κάρτα και τα μεταβίβασα στον πωλητή.
Αυτό ήταν.
Τίποτα παραπάνω. Ο Γιώργος έμεινε σιωπηλός. - Ήταν δικά του λεφτά, Γιώργο, ούτε δικά μας, ούτε δανεικά.
Τα έβαλε ο ίδιος στην κάρτα και τα μεταβίβασα. - Γιατί δεν μου το είπες; - Γιατί είναι υπόθεση του πατέρα μου.
Δεν χρειάζεται να σου λέω κάθε του βήμα. - Μαρία, όταν περνούν τρίτα λεφτά από τον κοινό μας λογαριασμό, πρέπει να ξέρω! - Δεν είναι τρίτα· είναι του πατέρα μου. - Δεν έχει σημασία! Είμαι άντρας σου ή όχι; Εγώ τι ρόλο παίζω; Το «τι ρόλο παίζω» το άφησε να αιωρηθεί.
Τον κοίταξα καλά.
Κάτι μέσα μου είχε κουραστεί πολύ, όχι τώρα, εδώ και χρόνια. - Είσαι άντρας μου, Γιώργο.
Αλλά τώρα ήρθες και μου ούρλιαξες χωρίς να ρωτήσεις, γιατί τα είπε η μαμά σου.
Εγώ δικαιολογούμαι... - Δεν ούρλιαξα. - Γιώργο... - Ε, ίσως λίγο παραπάνω... - Φώναζες.
Σιώπησε ξανά, κοιτούσε τώρα μια φωτογραφία μας στο ψυγείο, παλιά διακοπές, νέα παιδιά, γελούσαμε.
Μετά αγνάντεψε από το παράθυρο. - Λοιπόν, πώς μου είπε τέτοια η μάνα μου; - Δεν ξέρω αν ξέρει καν πόσο κόστισε η Toyota.
Εσύ της είπες; - Όχι... - Παράξενο πάντως, το ξέρει, μουρμούρισε.
Σηκώθηκα από το σκαμνί, πήγα ώς το παράθυρο.
Εξω ο ήλιος έλαμπε, ο αέρας μύριζε άνοιξη.
Η γατούλα της διπλανής οικογένειας γυρόφερνε στη μάντρα. - Γιώργο, θα σου πω κάτι και μην το παρεξηγήσεις. - Πες. - Δεν μου αρέσει που η μαμά σου ξέρει ό,τι κινείται στους λογαριασμούς μας.
Καταλαβαίνω, είναι μάνα.
Έχει όμως τη δική της ζωή, κι εμείς τη δική μας.
Αυτές οι παρεμβάσεις... δεν είναι φυσιολογικές. - Απλά δεν τη συμπαθείς. - Δεν έχει να κάνει με συμπάθεια, Γιώργο. - Καθημερινά μιλάς λες και θέλεις να της φορτώσεις όλα.
Έκλεισα τα μάτια για λίγο.
Ανέπνευσα βαθιά. - Θυμάσαι, πριν τρία χρόνια, που σου είπε πως ξοδεύω πολλά σούπερ μάρκετ; - Εε, αμυδρά... - Είχε μετρήσει τα ψώνια μου, και μου έκανες και παρατήρηση.
Αυτό ήθελε: να ξέρει κάθε μας έξοδο. - Ήθελε να βοηθήσει... - Ήθελε να ελέγχει. - Μαρία, υπερβάλλεις. - Θυμήσου πέρσι, με τη δουλειά.
Είχες πάει αμέσως εκεί μετά από τηλεφώνημά της κι άρχισες να με ρωτάς αν έμεινα αργά στη δουλειά με όντως συνάδελφο.
Πότε ξαναείχες αμφισβητήσει; Κάγχασε αμήχανα. - Και με είχες αφήσει τρεις μέρες να τριγυρίζω στο σπίτι μουγκή.
Γιατί σε υπέδειξε πως ήμουν με κάποιο άλλο «άντρα».
Αλήθεια, με βοήθησε ο Κώστας, ο γείτονας, με τα ψώνια.
Γιώργος σιωπηλός. - Δεν σκέφτηκα τίποτα τέτοιο... - Σκέφτηκες.
Αλλά δεν το είπες.
Ξαφνικά, στο βλέμμα του, κάτι έχασε την οργή, ήταν αμήχανος, λίγο χαμένος πια. - Μαρία... - Δεν θέλω φασαρίες, Γιώργο, αλλά αυτό που έγινε τώρα συνέβη πολλές φορές πριν.
Κάθε φορά ακούς τη μάνα σου κι έρχεσαι να με κρίνεις.
Χωρίς να ρωτήσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη. - Δεν το κάνει από κακία... - Ίσως.
Αλλά η ουσία είναι μία: αμφισβητείς εμένα.
Κι εγώ έχω κουραστεί, Γιώργο.
Πολύ. - Τι θες; Να μην ξαναμιλήσω με μάνα μου; - Θέλω να μιλήσεις πρώτα μαζί μου.
Το είπα απόλυτα ήρεμα.
Ούτε φωνή, ούτε δάκρυα.
Μου ‘πεσε βουνό. Ο Γιώργος με κοίταξε καλά.
Μετά κάτω στο πάτωμα, και πάλι σ’ εμένα. - Δεν ήξερα για τον πατέρα... - Θα μπορούσες να ρωτήσεις.
Να πεις: «Μάνα είπε τούτο, τι παίζει;» Μία φράση μόνο. - Ε... ναι. - Ήρθες όμως σαν καταιγίδα. Σιωπή.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν το ψυγείο και το φως του ήλιου στο πάτωμα, απτόητο.
Τον κοίταζα. Ο Γιώργος, ο Γιωργάκης μου, μαζί τόσα χρόνια, μεγαλώσαμε παιδί, θάψαμε γονιό, αλλάξαμε σπίτι τρεις φορές, περάσαμε κρίσεις, φτώχειες, ασθένειες.
Ήξερα κάθε του ρυτίδα, κάθε του στραβό.
Ήξερα ότι με αγαπούσε.
Κι όμως... - Βγες, Γιώργο. - Τι; - Θέλω να καθίσω μόνη στην κουζίνα. - Μαρία... - Σε παρακαλώ.
Έφυγε αργά.
Δεν έκλεισε βίαια την πόρτα, απλώς έφυγε.
Τον άκουσα να μπαίνει στο σαλόνι.
Ξαναγύρισα στα πιάτα.
Πέρασα τα χέρια στο σαπούνι μηχανικά, αλλά το μυαλό μου ταξίδευε – να πάρω ή να μην πάρω τηλέφωνο τη Νάντια, τη φίλη μου από τη σχολή; Εκείνη που πάντα με άκουγε και δεν έλεγε ιστορίες.
Ή να βγω μια βόλτα.
Να αναπνεύσω.
Γιατί εδώ μέσα, με το βουητό του ψυγείου και αυτό το φως, δεν άντεχα άλλο. — Άρχισα να ετοιμάζομαι αργά.
Έβαλα ένα φούτερ στην τσάντα, μετά το άλλαξα με ένα άλλο, το αγαπημένο της Νάντιας.
Ξέχασα το φορτιστή, γύρισα κουζίνα να τον πάρω.
Το δικό του βήμα στο διάδρομο.
Σηκώθηκε. - Που πας; - Στη Νάντια. - Γιατί; - Χρειάζομαι λίγο αέρα. - Μαρία, περίμενε, θα μιλήσουμε; - Μιλήσαμε μισή ώρα.
Τα είπα όλα. - Κανονικά.
Κρατούσα τη τσάντα στο διάδρομο, στα χέρια. - Τώρα το θυμήθηκες; Ύστερα από όσα είπες; - Δεν φώναξα! - Γιώργο...
Έκλεισε τα μάτια, έτριψε το μέτωπο. - Μη φύγεις. - Τα παιδιά κλείνονται στο μπάνιο όταν τους ζορίσουμε! Θυμάσαι τον Αλέξανδρο, πώς κλειδωνόταν μέσα δύο ώρες όταν τσακωνόμασταν; - Ο Αλέξανδρος ήταν άλλο! - Φεύγω, θα επιστρέψω.
Θέλω μόνο να ανασάνω. - Να φύγεις και να μείνω εδώ να σκέφτομαι; - Βάλε τηλεόραση... - Μαρία! Έβαλα το μπουφάν. - Δεν με πιστεύεις, αυτό είναι το πρόβλημα.
Είκοσι έξι χρόνια και δεν με πιστεύεις.
Δεν απάντησε.
Εγώ γύρισα το πόμολο. - Θα γυρίσω το βράδυ.
Ή αύριο πρωί.
Δεν ξέρω.
Για πρώτη φορά τον είδα να στέκεται χαμένος, σαν μικρό παιδί.
Τα μεγάλα του χέρια δεν ήξερε πού να τα βάλει. - Μαρία...
Βγήκα. — Η πόρτα έκλεισε. Ο Γιώργος έκατσε στο σαλόνι, σηκώθηκε, ξανακάθισε.
Κοίταζε το κινητό.
Δύο μηνύματα απ’ τη μάνα του: «Τι έγινε; Μίλησες;» και «Γιώργο, απάντα!».
Κοίταζε το τηλέφωνο σιωπηλά.
Ξαφνικά, σηκώνεται, πάει παράθυρο.
Κοιτάει τις ελιές στο πάρκο· η μέρα έγερνε.
Κάνει άλλο ένα τηλεφώνημα. - Κύριε Θανάση, καλησπέρα, ο Γιώργος είμαι. - Γιωργάρα! Καλά είσαι; Τι τρέχει; - Να ρωτήσω... αγοράσατε αυτοκίνητο τις προάλλες; - Ε, αγόρασα! Μια Toyota παλιά πήρα, λίγα λεφτά, καλό παλικάρι ο πωλητής. Η Μαρία με βοήθησε με τη μεταφορά, εγώ με τις κάρτες αυτά, δεν το’χω, ξέρεις... Ο Γιώργος δεν μίλησε. - Γιωργο; - Τι να πω... ήταν δικά σας τα χρήματα; - Φυσικά! Ποιανού; Έδωσα στη Μαρία μετρητά, τα πέρασε στο λογαριασμό, έκανε τη μεταφορά.
Είναι έξυπνο κορίτσι, χρυσό παιδί.
Άντε, να πεταχτείς για μηλόπιτα - πριν το μάθει! - Θα περάσω, κύριε Θανάση, ευχαριστώ. Ο Γιώργος έκλεισε, έμεινε να κοιτάζει το τηλέφωνο.
Μετά κάθεται αργά στο τραπέζι.
Πιάνει το πρόσωπο με τα χέρια.
Αισθάνεται ηλίθιος.
Ξαφνικά καταλαβαίνει.
Τίποτα κακό δεν έκανε η Μαρία. Βοήθησε.
Πάντα βοηθάει, αν μπορεί.
Σηκώνει το τηλέφωνο.
Παίρνει τη μάνα του. - Έλα, γιε μου! Μίλησες; Τι είπε; - Μάνα, ήταν δικά του τα λεφτά. Ο Θανάσης μού το είπε ξεκάθαρα. 'Ολα καλά.
Σιωπή. - Ε καλά...
Μα εσύ έπρεπε να ξέρεις τι κινείται στο λογαριασμό σας. - Μάνα. - Δεν το κάνω για κακό, για σένα ανησυχώ... - Μάνα, άκουσέ με, σε παρακαλώ. - Ε, λέγε. - Δεν ήταν σωστό, ήρθα και μάλωσα τη Μαρία χωρίς να ξέρω.
Κι έφυγε.
Επειδή φέρθηκα ανόητα. - Κοίτα, εγώ τίποτα κακό... - Το κάνεις συχνά.
Μου λες για τη Μαρία κι εγώ κάθε φορά... Κουράστηκα.
Η οικογένειά μου είναι η Μαρία.
Να της δείχνεις σεβασμό.
Αν κάτι δεις ή υποψιαστείς, απλά να μου λες να διασταυρώσω, όχι να σπέρνεις πανικό. - Τώρα είσαι με το μέρος της; - Δεν έχει μέρος.
Είμαστε ζευγάρι, μάνα.
Έτσι είναι σωστό.
Σιωπή από την άλλη άκρη. - Σ'αγαπώ, μάνα.
Αλλά έτσι πρέπει να γίνει από ‘δω και πέρα.
Δεν περίμενε απάντηση, έκλεισε τη γραμμή.
Στάθηκε σιωπηλός.
Παίρνει τη Μαρία.
Τίποτα· φωνητικό.
Φόρεσε μπουφάν, βγήκε. — Η Νάντια ανοίγει την πόρτα και το βλέμμα της λέει όλα όσα δεν χρειάστηκε να πει. - Μπες, θα βάλω τσάι.
Στο τραπεζάκι ο Φοίβος, ο γάτος, μαζεμένος.
Βανίλια παντού.
Εγώ πιάνω μια κούπα με τα δύο χέρια. - Κουράστηκα, Νάντια. - Το βλέπω. - Δεν είναι για τον καβγά.
Αυτό περνάει.
Είναι κάτι άλλο. - Τι; Ζεσταίνω τα χέρια στην κούπα. - Δεν με εμπιστεύεται.
Ό,τι πει η μάνα του, το πιστεύει.
Εικοσιέξι χρόνια έτσι.
Δεν το αντέχω άλλο. - Σε πιστεύει όμως, απλά η μάνα του είναι... - Δική του επιλογή είναι να ακούσει εμένα ή τη μάνα του.
Δεν μιλάει. - Δεν ζητώ να αποκοπεί απ' τη μάνα του, αλλά να υπάρξει μέτρο.
Πρώτα εγώ, όχι η μάνα του. - Τα είπες σε αυτόν; - Τα είπα. - Και; - Έφυγα.
Να ένα τσάι ακόμα. - Σωστά έκανες.
Άσε τον να σκεφτεί. - Νάντια, φοβάμαι... - Τι; - Ότι τίποτα δεν θα αλλάξει αληθινά.
Θα πει “ναι, συγγνώμη” και μετά πάλι τα ίδια.
Δεν θέλω να ζω έτσι. - Οι άνθρωποι αλλάζουν... - Αλλάζουν.
Αλλά αργά.
Ή δεν αλλάζουν ποτέ.
Ποιος ξέρει; Σιωπή. Ο Φοίβος ροκανίζει την ουρά, έξω περνά ένα ταξί. - Αρκετά, - λέω και αδειάζω την κούπα. - Πάω. - Πίσω στο σπίτι; - Πίσω.
Έχω δουλειές. - Σε πήρε τηλέφωνο; Το κοιτάζω: μία αναπάντητη, ο Γιώργος. - Με πήρε. - Αυτό δεν λέει και πολλά..., λέω, αλλά σηκώνομαι να φύγω. — Στο τραμ, κοιτώ έξω. Αθήνα Άνοιξη, λίγο βρώμικη, αλλά ζωντανή.
Μανάδες με τσάντες, πιτσιρίκια με πατίνια, ένας παππούς ταΐζει περιστέρια.
Σκέφτομαι τον πατέρα μου.
Θα ‘πρεπε να πεταχτώ βδομάδα, να τον δω.
Τώρα με το αμάξι του, θα κινείται πιο εύκολα, μα να μην το παρακάνει.
Ηλικία βλέπεις...
Σκέφτομαι τον Αλέξανδρο.
Μακριά, όμως όταν καλεί, γελάμε μαζί με τη νύφη μου· θα μου κάνουν κι εγγονάκι.
Σκέφτομαι ταπετσαρίες — κίτρινες ή μπεζ; Να το δω.
Φτάνω στη στάση μου, κατεβαίνω. — Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη.
Στέκομαι λίγο, περίεργο· ο Γιώργος πάντα κλειδώνει.
Μπαίνω, βγάζω μπουφάν. - Γιώργο; - Εδώ, είπε μαλακά απ' το σαλόνι.
Καθόταν στον καναπέ, δυο κούπες μπροστά, ίσως καφές.
Σήκωσε το βλέμμα του. - Γύρισες, είπε. - Γύρισα.
Πλησιάζω, κάθομαι στην άκρη του καναπέ.
Παίρνω μια κούπα - καφές. - Πήρες τη μάνα σου; Μετά από μια παύση. - Την πήρα.
Της εξήγησα ότι δεν πρέπει να ανακατεύεται.
Τον κοίταξα. - Αλήθεια; - Αλήθεια.
Στενοχωρήθηκε, μάλλον.
Αλλά έπρεπε να το ακούσει.
Ήπια καφέ, ζεστό αλαφιασμένη. - Με συγχωρείς, Μαρία, - είπε. - Ήμουν ηλίθιος. - Ήσουν. - Το ξέρω.
Θέλεις να φτιάξουμε επιτέλους εκείνον τον χώρο; Να βάψουμε; Πήγες πρωί πρωί να κοιτάξεις και ταπετσαρία. - Δεν είναι εκεί το θέμα. - Το ξέρω.
Αλλά δεν ξέρω τι άλλο να προτείνω.
Νιώθω χαζός τώρα.
Ακουμπώ την κούπα. - Δεν θέλω κάτι.
Μόνο να με πιστεύεις. Αυτό.
Δεν είναι δύσκολο. - Σε πιστεύω - Σήμερα πίστεψες στη μάνα σου.
Ένα κοντοστάθηκε. - Σήμερα έκανα λάθος. - Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι το πρώτο. Και φοβάμαι ότι δεν θα είναι το… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους