Κόκκινη κορδέλα Σηκώθηκα σήμερα το πρωί και ήμουν πάλι μπροστά στην κουζίνα, κοιτώντας τον ατμό που σηκωνόταν βασανιστικά αργά από την κατσαρόλα με το φαγόπυρο. Όχι το καλό, το χρυσαφένιο που...
Κόκκινη κορδέλα Σηκώθηκα σήμερα το πρωί και ήμουν πάλι μπροστά στην κουζίνα, κοιτώντας τον ατμό που σηκωνόταν βασανιστικά αργά από την κατσαρόλα με το φαγόπυρο.
Όχι το καλό, το χρυσαφένιο που διαφημίζουν οι μεγάλες αλυσίδες, αλλά αυτό που παίρνω σε προσφορά στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, 0,35 ευρώ το φακελάκι — φτηνό, κομματάκι πικρό, γεμάτο απρόσκλητες αναμνήσεις.
Ανακάτεψα, έκλεισα το καπάκι, κουράστηκα.
Έγειρα στην παλιά λευκή μου «ΙΖΟΛΑ», το ψυγείο, που μουρμούρισε με το γνώριμο του ήχο, λες και ήθελε να με καθησυχάσει όπως πάντα.
Έξω από το παράθυρο απλωνόταν η οδός Εργατών.
Πολυκατοικίες πέντε ορόφων, πικροδάφνες που κάθε Άνοιξη με το ζόρι μπαίνουν στα ανοιχτά παράθυρα, λουλουδάδικο στη γωνία να σκορπάει μυρωδιές στα πλακάκια.
Δώδεκα χρόνια εδώ κι η οδός έχει γίνει ένα με μένα: και το κάλο στο πόδι, και η γνώση πως η τέταρτη σκάλα τρίζει πάντα. Ο Βασίλης μπήκε στην κουζίνα, όπως συνήθιζε, αθόρυβα και χωρίς προειδοποίηση.
Ψηλός, γεροδεμένος, με ένα ανοιχτό γκρι πουκάμισο που δεν είχα ξαναδεί.
Όχι πως πρόλαβα να το παρατηρήσω.
Το πρώτο που ένιωσα ήταν μια ξένη μυρωδιά, κάπως λουλουδάτη και ζεστή — όχι δικιά μου, όχι του αντρικού αρώματος του, όχι της αντίληψης του δέρματος στο αυτοκίνητό του.
Μια άλλη. — Τι κάνεις, Σταχτοπουτίτσα μου; — είπε σκύβοντας πάνω από την κατσαρόλα με ύφος αστείου αποδοκιμασίας. — Πάλι λιτότητα; — Φαγόπυρο, — απάντησα. — Με κρεμμύδι. — Α, με κρεμμύδι, κοσμοπολίτικο πιάτο! — με σκούντησε φιλικά. — Κάνε λίγη ακόμη υπομονή.
Λίγο ακόμα κι όλα θα πάνε καλά.
Θα δεις, τα «Δεντράκια» δεν πρόκειται να πάνε πουθενά. Έγνεψα.
Είχα μάθει να γνέφω έτσι ώστε να μοιάζει με συγκατάβαση αλλά να είναι απλώς κούραση.
Είχα για άλλη μια φορά ζαλάδα.
Τρίτη μέρα σερί, με εκείνο το ελαφρύ, κουραστικό βουητό που κάνει το δωμάτιο να γέρνει λίγο.
Ξέρω ότι αυτό φταίει.
Η διατροφή, η ένταση, η βουβαμάρα μου για να μην επιβαρύνω. — Έφαγες τίποτα; — ρώτησα. — Στη δουλειά business lunch, καλή φάση ήταν.
Γέμισε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση, το ήπιε όρθιος και το άφησε στον νεροχύτη.
Γύρισε στο σαλόνι.
Εγώ έμεινα να κοιτάζω το ποτήρι∙ μετά έκλεισα το μάτι στη φωτιά κι άρχισα να σερβίρω το φαγόπυρο.
Στα χρόνια της οικονομίας μας συνήθισα από αρκετά.
Αντί για μυζηθροτύρι παίρνω φθηνό κεφίρ∙ το μπουφάν που φορώ είναι ίδιο πέντε σεζόν κι εγώ το ράβω μόνη στο μανίκι∙ το τελευταίο κούρεμα μου το έκανα μόνη, στο μικρό μπάνιο μπροστά στο ξεθωριασμένο καθρέφτη, αποφεύγοντας το κομμωτήριο από το Νοέμβρη του προπέρσινου.
Κάποιες φορές βγαίνει αξιοπρεπώς.
Συνήθως όχι.
Τρία χρόνια πριν, ο Βασίλης μου είχε φέρει φωτογραφίες: ένα σπιτάκι στα «Δεντράκια», σαράντα λεπτά από την Αθήνα με τον προαστιακό.
Τούβλα, σοφίτα, μηλιές στον κήπο, παλιό πηγάδι-στολίδι.
Πράσινα πατζούρια.
Ξύλινη βεράντα με παγκάκι κάτω από πασχαλιά. — Να, — μου ‘χε πει τότε, αφήνοντας το λάπτοπ στα γόνατά μου. — Κοίταξε.
Κι εγώ κοίταξα.
Ένα ζεστό κάτι μου ανακατεύτηκε στο στήθος.
Όχι χαρά ακριβώς, αλλά μία ευκαιρία.
Όλη μου τη ζωή τη βγάζω σε διαμερίσματα, σε ξένους τοίχους, με μυρωδιές αλλότριες.
Κι εδώ, στην οθόνη, άνθιζαν μηλιές. — Θα χρειαστούμε γύρω στα τρία χρόνια, λιτή ζωή, — υπολόγισε λογιστικά. — Άμα βάζουμε κάθε μήνα αυτά εδώ και κάνεις λίγη οικονομία... — Πόσο κοστίζει; Είπε το ποσό.
Σώπασα. — Είναι πολλά. — Είναι σπίτι όμως, Άννα.
Το σπίτι μας.
Κήπος, αέρας, ησυχία...
Νομίζεις πως γίνεται με λίγα; Συμφώνησα.
Όχι αμέσως.
Άνοιξα κοινό λογαριασμό.
Έμπαινε ο μισός μου μισθός, κάτι έξτρα από τις μισές απασχολήσεις αλλά καθόλου μεγάλα ποσά. Ο Βασίλης υποτίθεται πως έβαζε τριπλάσια.
Τον πίστευα.
Είχα μάθει να πιστεύω τους ανθρώπους.
Όχι από βλακεία.
Είναι ευκολότερο να πιστεύεις.
Το άλλο κουράζει.
Ο πρώτος χειμώνας σχεδόν χαριτωμένος.
Έτρωγα πιο απλά, ντυνόμουν πιο συντηρητικά, το έβλεπα σαν παιχνίδι, σαν αυτά που σκαρφιζόμουν μικρή όταν δεν υπήρχαν λεφτά για παγωτό: έβρισκα άλλη χαρά στη φαντασία.
Έβραζα σούπες, διάβαζα συμβουλές για οικονομικούς μεζέδες, χαιρόμουν όταν πετύχαινα προσφορά.
Σχεδόν με διασκέδαζε.
Το δεύτερο έτος δυσκόλεψε.
Το σώμα άρχισε να διαμαρτύρεται.
Μια αδυναμία στα πόδια, υπνηλία που δεν έφευγε ούτε με ύπνο.
Μερικές φορές στο λεωφορείο ανακάλυπτα ότι δεν ήξερα καν που πήγαινα, κοιτούσα το παράθυρο απλώς αφηρημένη.
Για γιατρό ούτε λόγος: τα έξοδα, η αναμονή στο ΙΚΑ. — Πρέπει κάποια στιγμή να κάνεις εξετάσεις, — είπα στον Βασίλη. — Σε ιδιωτικό; — Τουλάχιστον εκεί δεν έχει ουρές. — Άννα, κάθε 40 ευρώ μετράνε τώρα...
Δες το στο δημόσιο. Πήγα.
Περίμενα, πήρα το παραπεμπτικό.
Οριακός σίδηρος στο αίμα, τίποτα σοβαρό αλλά κι όχι ευχάριστο.
Περισσότερο κόκκινο κρέας, είπαν.
Πήρα τις φθηνότερες βιταμίνες του φαρμακείου.
Κρέας δε χώραγε στο μπάτζετ μου.
Τρίτο έτος σταμάτησα τις ζυγαριές.
Ο καθρέφτης με διαβεβαίωνε επαρκώς.
Πιο αγριεμένο πρόσωπο, ματάκια μελιά, μαλλιά άτονα.
Σε second hand στην Πατησίων ανακάλυψα ένα πανωφόρι, σκούρο μπλε, σχεδόν καινούργιο. — Καλό παλτό, — είπε η κοντούλα κυρία με το βαμμένο καροτί μαλλί. — Το ξέρω, — είπα. — Κοίτα, όλοι το ξέρουμε εδώ, — μου απάντησε σιγανή αλλά με κατανόηση.
Πήρα το παλτό.
Βαδίζοντας είδα το είδωλό μου στη βιτρίνα και στάθηκα για λίγο.
Μετά συνέχισα. Ο Βασίλης ήξερε να ενθαρρύνει.
Δημιουργούσε πάντα προσδοκία ότι έρχεται κάτι καλό – αρκεί λίγη ακόμη υπομονή.
Το «έλα λίγο ακόμα» έγινε ρεφρέν – ακούς, αλλά δεν δίνεις σημασία. — Μπράβο, Άννα, — όταν με έβλεπε με ταπεινό φαγητό. — Σπαρτιάτισσα! Χαμογελούσα.
Αληθινό, όχι πια χαρούμενο.
Οι μύες του προσώπου μου ήξεραν τη σκηνή.
Ρώταγα τη Χρυσάνθη, τη κόρη μου, στα τηλέφωνα, σπανίως — είχε τα δικά της, και δεν ήθελα να παραπονιέμαι. — Τι κάνεις, μαμά; — Καλά.
Μαζεύουμε για το σπίτι. — Ακόμη μαζεύετε; — Κοντεύουμε. — Ε, μπράβο.
Τα θέματα της καθημερινότητας έπαιρναν τη σκυτάλη στο διάλογο.
Κι εγώ ύστερα στην κουζίνα, στη σιωπή.
Μετά η όσφρησή μου κόφτεψε.
Άλλη μια λειτουργία ενός οργανισμού σε ανάγκη — σαν ζώο που λιμοκτονεί.
Το άρωμα από το πουκάμισο του Βασίλη με χτύπησε πρώτη φορά τον Οκτώβριο.
Έπειτα πείστηκα πως η φαντασία έφταιγε. Το Νοέμβριο όμως, όταν ο Βασίλης ήρθε αργά και βοήθησα να βγάλει το μπουφάν, το άρωμα ήταν πάλι εκεί.
Γλυκό, λουλουδάτο, όχι το δικό μου, ούτε από τύπο αποσμητικό.
Καταλάβαινα πια, δεν ήθελα, αλλά καταλάβαινα. — Κουράστηκες; — Τι να σου πω...
Τρίωρο μίτινγκ, δεν παλεύεται...
Έφυγε στο μπάνιο.
Έμεινα κοιτώντας το μπουφάν ακίνητη.
Μετά μαγείρεψα.
Είμαι από τις γυναίκες που ξέρουν να αλλάζουν το ρεύμα της σκέψης όπως διώχνουν το νερό.
Όχι από δειλία.
Μάλλον από φόβο να αναλαμβάνω κάθε φορά να κάνω κάτι, αν σκέφτομαι που οδηγεί η αλήθεια.
Δεν φοβάμαι το σκηνικό.
Φοβάμαι το επακόλουθο.
Ο κοινός λογαριασμός μεγάλωνε αργά. Ο Βασίλης έδειχνε αποδείξεις, πάντα θετικός. — Είδες; Άνοιξη κάνουμε την πρώτη σοβαρή κίνηση. — Τι σημαίνει πρώτη κίνηση; — Θα μιλήσω με τους ιδιοκτήτες, θα παίξουμε σε λεπτομέρειες.
Έχει κόλπα.
Γνώριζε εκείνος τα κόλπα.
Εγώ τη λιτότητα. Το Δεκέμβριο άργησε συχνά.
Εταιρικές εκδηλώσεις και γιορτές, πάντα λελογισμένο άλλοθι.
Εγώ πάντα κατανοητική.
Μέχρι που εκείνο το βράδυ γύρισε μία το βράδυ κι έμοιαζε χαλαρός – ξεκούραστος.
Καινούργια λέξη, αλλά ήταν η μόνη που μου ήρθε.
Τα μάτια διαυγή, κίνηση ήρεμη, απαλό χαμόγελο. — Έλιωσες σήμερα; — τον ρώτησα. — Τι να κάνουμε... έτσι δουλεύω πια.
Αλλά άμα πάμε στα Δεντράκια, τέλος όλα αυτά.
Με φίλησε στο μέτωπο και πήγε μέσα κι εγώ με το μουγκρητό της IZOLA συντροφιά και το χιόνι να πέφτει έξω, σκεφτόμουν.
Κι ερχόταν Γενάρης.
Κι εκεί βρήκα τη “ρουκέτα”.
Τυχαία — όπως όλα τα σημαντικά.
Θα καθάριζα το καινούριο σακάκι, το βραδινό των γιορτών, που είχε αφήσει στη καρέκλα.
Κοίταξα τσέπες μηχανικά.
Μικρό λευκό χαρτάκι.
Εστιατόριο «Όστρακα στη Σταδίου».
Hμερομηνία: 28 Δεκεμβρίου. Ποσό.
Έμεινα να κοιτάω το νούμερο αρκετή ώρα.
Ώσπου συνειδητοποίησα ξανά πως είναι το ποσό που βγάζω οριακά για τα τρόφιμα του μήνα — το φαγόπυρο, τα φτηνά ζυμαρικά, το φτηνό λάδι που ζύγιζα για να φτάσει.
Ούτε ευρώ περίσσευμα.
Ξαναέβαλα το χαρτί στην τσέπη.
Κρέμασα το σακάκι στη ντουλάπα.
Πήγα κουζίνα. Η IZOLA μουρμούρισε.
Γέμισα ένα ποτήρι νερό, το ήπια, ξαναγέμισα, δίστασα. Ο Βασίλης ήταν στην δουλειά.
Εγώ δούλευα από το σπίτι, τα λογιστικά της μικρής εταιρείας που με πλήρωνε όσο μπορούσε.
Είχα χρόνο να σκεφτώ ποιος τρώει τέλος Δεκέμβρη σε τέτοιο εστιατόριο.
Καμία φορά είναι θέμα διαφημίσεων — ξέρω το μαγαζί από τις βιτρίνες, λευκά τραπεζομάντηλα, κυριλέ. Ακριβό.
Εκείνη τη μέρα υποτίθεται πως φιλοξενούσε «παλιούς συμμαθητές».
Άργησε, γύρισε ήσυχος, με άρωμα που δεν ήταν κρασί.
Δε βγάζω συμπεράσματα εύκολα.
Ξέρω να κρατάω τις διαπιστώσεις μακριά.
Ίσως ήταν μόνος.
Ίσως επαγγελματικό δείπνο. Μπορεί.
Το βράδυ τον είδα αλλιώς.
Ούτε εχθρικά ούτε ελεγκτικά.
Απλώς όπως βλέπεις κάτι που έχει αλλάξει θέση στο δωμάτιο. — Πώς πήγε η μέρα; — Εντάξει, — είπε. — Έφαγες; — Στη δουλειά κάτι βρήκα. — Έφτιαξα σούπα. — Φέρε.
Έφαγε τη σούπα σκυμμένος στο κινητό.
Καμία αμηχανία, ίσως γιατί ξέρει να παίζει ρόλους. — Βασίλη, — είπα. — Ε; — Το «Όστρακα στη Σταδίου» είναι ακριβό; Με κοίταξε.
Μισό δευτερόλεπτο. — Να σου πω αλήθεια, δεν έχω πάει ποτέ. — Α, — είπα. — Το πέτυχα σε μια διαφήμιση κι αναρωτήθηκα.
Έμεινε στο κινητό.
Εγώ ήπια το τσάι μου. Ο Φλεβάρης ήταν ήσυχος, ψυχρός.
Στο μπλε παλτό μου γύριζα στα λεωφορεία, πάγωνα.
Ζαλάδα πιο έντονη.
Πήγα πάλι στο ΙΚΑ.
Οι εξετάσεις έβγαλαν τα ίδια: οριακές τιμές.
Τίποτα χειρότερο, τίποτα καλύτερο. — Παίρνω βιταμίνες, — είπα στη γιατρό. — Τις φθηνές, ε; Αν μπορείς... — Δεν μπορώ, — απάντησα.
Δε συνέχισε η γιατρός. Ο Βασίλης Φλεβάρη έκανε σαν να του είχαν βγει φτερά.
Καινούργια ζώνη, καινούργιο παπούτσι — ακριβό, κομψό κι εντελώς καινούργιο. — Καινούργια; — Προσφορά, τα προηγούμενα είχαν καταστραφεί. — Α, προσφορά... — Ε μα, δεν πήγα και σε μπουτίκ. Έγνεψα.
Στις αρχές Μαρτίου είδα ειδοποίηση στο κινητό του.
Ήμουν κοντά, διάβαζα βιβλίο — υποτίθεται.
Εκείνος στο μπάνιο.
Εμφάνιση: «AutoHellin».
Μήνυμα: «Το νέο σας City-Cruiser είναι έτοιμο για παραλαβή.
Κόκκινη κορδέλα όπως ζητήσατε, σας περιμένουμε όποτε θέλετε».
Άφησα το βιβλίο.
City-Cruiser ήξερα. Μεγάλο SUV, το έβλεπα στο δρόμο.
Πανάκριβο για τα δεδομένα μας. «Κόκκινη κορδέλα».
Σε διαφημίσεις τα κάνουν αυτά – όταν αγοράζεις δώρο βγάζουν μεγάλη κόκκινη κορδέλα στο αυτοκίνητο.
Το βράδυ, όταν ο Βασίλης κοιμόταν δίπλα, σκεφτόμουν τη νέα μυρωδιά στο πουκάμισο.
Την άλλη μέρα τηλεφώνησα στην τράπεζα, ζήτησα ενημέρωση για τον κοινό λογαριασμό.
Περίμενα να ακούσω το ποσό.
Παρέλειπαν τα μισά.
Δυο χρόνια, κι είχαν χαθεί τα μισά.
Έμεινα στην κουζίνα κοιτώντας το τραπέζι, στην τραπεζομάντηλα με το λουλουδάτο σχέδιο, εκείνο το μικρό λεκέ από το καφέ που μάταια τρίβω μήνες. — Άννα! — ακούστηκε φωνή από το σαλόνι. — Έβαλες τσάι; — Βάζω τώρα, — απάντησα.
Σηκώθηκα βαριά.
Έβαλα τσαγιέρα.
Στα πόδια μου σήμερα, το μούδιασμα πιο έντονο απ’ το συνηθισμένο.
Δεν άρχισα να τον «παρακολουθώ» αμέσως.
Μου φαινόταν εξευτελιστικό και μόνο σαν λέξη.
Ένα απόγευμα Πέμπτης, όμως, που είπε πως θα «έβγαινε με συνεργάτες» μετά τη δουλειά, βγήκα κι εγώ, απλώς πρόφαση για βόλτα.
Το παλιό μας αυτοκίνητο, το γκρι Hyundai, δεν ήταν ούτε στο γραφείο ούτε σε κάποιο εστιατόριο.
Ήταν στο εμπορικό κέντρο, στη Λεωφόρο Κηφισίας.
Περίμενα λίγο, μπήκα μέσα.
Στον δεύτερο όροφο, στο κοσμηματοπωλείο, τον βρήκα.
Μιλάει με γυναίκα γύρω στα 35, λίγο μεγαλύτερη, ξανθιά, προσεγμένη.
Τα λέγανε από κοντά, σαν άνθρωποι που ξέρουν ο ένας τον άλλον.
Δεν πλησίασα.
Έκανα δήθεν μήνυμα στο κινητό.
Γέλασε, είδε κάτι στη βιτρίνα, έβγαλε κάρτα, πλήρωσε, της έδωσε το πακέτο και βγήκαν μαζί.
Εγώ έμεινα πίσω.
Ο κόσμος συνέχισε: παιδιά στα καροτσάκια, τηλεφωνήματα, γέλιο — και μυρωδιά καφέ από τον κοντινό φούρνο.
Βγήκα σιγά, πήρα ανάσα και περπάτησα μέχρι το σπίτι.
Κάθισα σε μια εξωτερική παλιά παγκάκι, Μάρτης ακόμα, το ξύλο σκληρό μα στεγνό.
Κοίταζα τον κόσμο, τα φανάρια, μια μεγάλη λακκούβα.
Δεν έκλαψα.
Μέσα μου ένιωθα κάτι σκληρό και ήσυχο, σαν γη κάτω από το χιόνι.
Ούτε κενό, ούτε πόνος.
Μόνο βαρύ.
Μέρες μετά συνέχισα μηχανικά.
Μαγείρεμα, λογιστικά, τηλεόραση. Ο Βασίλης πάντα με το ίδιο στιλ, χαρούμενος, υπομονετικός, προσποιητά αφηρημένος.
Μιλούσε για τα Δεντράκια.
Το θέρος θα πηγαίναμε. — Ξέρεις τι σκέφτομαι; — είπε ένα βράδυ. — Μπορούμε να πάρουμε το σπίτι με δόσεις.
Δεν χρειάζεται πια τόση συγκέντρωση χρημάτων. — Με δόσεις... — Ναι, άνεση.
Ένα μέρος τώρα, τα υπόλοιπα αργότερα. — Πόσα έχουμε τώρα; — Ε, με τις τελευταίες μεταφορές είμαστε καλά.
Να δω ακριβώς. — Δες αν θέλεις. — Αργότερα, — είπε.
Πήγα στην κουζίνα.
Εκείνο το βράδυ τηλεφώνησα στη Χρυσάνθη. — Όλα καλά, μαμά; Ακούγεσαι περίεργα. — Καλά είμαι, κουράστηκα. — Ακόμη κάνετε οικονομία; — Ναι. — Μαμά, μήπως να αγοράζατε ένα διαμέρισμα εδώ κοντά, πιο λογικά; Τι τα θέλετε τα Δεντράκια; — Θέλει ο Βασίλης. — Κι εσύ τι θέλεις; Σώπασα. — Το θέλω, — απάντησα χαμηλόφωνα. — Έχει μηλιές και πασχαλιές. — Ω, ρε μαμά.
Δεν είπα τίποτα άλλο.
Μιλούσαμε μετά για τα εγγόνια, το σχολείο, τους καιρούς.
Μετά το τηλέφωνο σκέφτηκα: ήταν αληθινές οι μηλιές; Ή το σπίτι στο Ίντερνετ, στην οθόνη ενός άντρα που ήξερε πόσο σημαίνουν για μένα μηλιές και πασχαλιές; Μετά από λίγες μέρες τηλεφώνησα στην AutoHellin. — Να ρωτήσω για το νέο City-Cruiser, — είπα στην υπάλληλο. — Μάλιστα, — μου είπε, — μόλις παραδώσαμε ένα με κόκκινη κορδέλα, υπέροχο δώρο, ο πελάτης το έκανε για γυναίκα.
Πολύ συγκινητική ιστορία. — Δώρο... — Με μεγάλη κόκκινη κορδέλα, όπως ζητήθηκε. — Κατάλαβα, — είπα. Έκλεισα.
Έβαλα τσάι να βράζει.
Ήμουν ήσυχη.
Βαριά, αλλά ήσυχη.
Μπήκα στον λογαριασμό, κοίταξα την κίνηση.
Τα δικά μου χρήματα πάντοτε στην ώρα.
Τα δικά του, σπανιότερα, συχνά τα μισά απ’ όσα έλεγε.
Εξοφλήσεις συχνές, κάποιες αδικαιολόγητες κι όχι πάντα μικρές.
Πήρα το τετράδιο των εξόδων, αυτό με τις στήλες και τις στήλες λογαριασμών.
Άνοιξα καινούργια σελίδα.
Υπολόγιζα ώρες.
Όχι όλα σε ένα κομμάτι — το παζλ ήταν τεθλασμένο, αλλά σιγά σιγά στο τέλος είδες την εικόνα.
Τρία χρόνια να κόβω τα πάντα, να μικραίνω, να συγκρατώ, να απορροφούμαι στις ανάγκες των άλλων.
Και το χρήμα να φεύγει.
Για κοσμήματα μιας άλλης. Για City-Cruiser με κόκκινη κορδέλα.
Για εστιατόριο με οστρακοειδή.
Έκλεισα το λάπτοπ, πήγα στο σαλόνι που ο Βασίλης έβλεπε ειδήσεις. — Πεινάς; — ρώτησα. — Όχι, ευχαριστώ, αργά πια. — Καληνύχτα, τότε. Ξάπλωσα. Ο Βασίλης ήρθε αργότερα, κοιμήθηκε αμέσως.
Εγώ όχι.
Σκεφτόμουν εμένα.
Πότε ήταν η τελευταία φορά που φρόντισα εμένα; Όχι φάρμακα ή ένα μπουφάν που να ζεσταίνει, κάτι που δίνει χαρά; Αγαπούσα τον καλό καφέ.
Δυο χρόνια τώρα παίρνω μόνο στιγμιαίο, από εκείνα τα φακελάκια των 0,15 ευρώ.
Παλιότερα έκλεβα λίγη χαρά με ένα καλό τυρί.
Ένα κομμάτι ροκφόρ με ψωμί και σταφύλι, έτσι, βράδυ.
Οστρακοειδή είχα φάει μια φορά στη ζωή μου, κάτι καλοκαίρια νέων στις Κυκλάδες.
Κι όλη νύχτα μετά σκεφτόμουν πόσο ξεχωριστό ήταν.
Δεν βιάστηκα να πάρω απόφαση.
Ήρθε αργά, όπως φουσκώνει ζύμη στη γαβάθα.
Το πρωί το ήξερα.
Καθαρά πια.
Οι επόμενες μέρες συνεχίστηκαν σαν κανονικές.
Τίποτα δεν άλλαζε.
Τον ακολούθησα ξανά, θέλησα να βεβαιωθώ — αλλά ήξερα.
Στο ίδιο πάρκο στη Χαλάνδρι, συνάντησε τη ξανθιά, της έδωσε πακέτο, φιλήθηκαν.
Κατέβασα το βλέμμα στα χέρια μου — με τα λεπτά γάντια, κοκκινίλες από τη ψύχρα.
Πήρα το λεωφορείο.
Ο δρόμος της Αθήνας, τα φώτα, τα δέντρα, βρεγμένος Μάρτης.
Στο σπίτι έφτιαξα τη μεγάλη μου τσάντα — όχι ολόκληρη η γκαρνταρόμπα, τα δικά μου μόνο.
Εσώρουχα, ζεστά, έγγραφα, βιβλιάριο.
Ψιλό-ψιλό, όσα είχα βάλει στην άκρη για εμένα.
Το σκούρο μπλε από το second hand το κρέμασα στην είσοδο — φόρεσα αντ’ αυτού το παλιό, μπορντό σακάκι, λίγο στενό αλλά δικό μου.
Έγραψα σε ένα χαρτί: «Ευχαριστώ για την απόδειξη από τα ‘Όστρακα’ και την κόκκινη κορδέλα.
Ελπίζω να ήταν νόστιμα».
Το άφησα στην κουζίνα πάνω στην τραπεζoμάντηλα, δίπλα στη λεκέ.
Πήρα τη τσάντα.
Είπα «αντίο» στην IZOLA.
Η ίδια μουρμούρα πάντα. Έφυγα.
Άφησα τα κλειδιά κάτω από το χαλάκι.
Η οδός Εργατών λειτουργούσε κανονικά.
Άνθρωποι, λουλουδάδικο ανοιχτό, ένας σκύλος τραβούσε το λουρί, απόηχος ζωής.
Ήξερα πού πήγαινα.
Ο μεγάλος Σκλαβενίτης δυο τετράγωνα πιο πέρα. «Γκαλερί Γεύσεων», premium, φρούτα σε καλάθια, καλός φωτισμός ήρεμου ψωνιστηρίου.
Εκεί όπου οι άνθρωποι ψωνίζουν για τις επιθυμίες, όχι τις εκπλήξεις της τσέπης. Μπήκα.
Μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί και καλό καφέ.
Περπατούσα αργά, γύρισα τα ράφια. Ψάρι.
Εκεί βρήκα φρέσκο τόνο, κομμάτι στο χρώμα του κρασιού, ζωντανό.
Ζήτησα από τον υπάλληλο συγκεκριμένο.
Μέτρησα τα ευρώ. Όστρακα.
Τα βρήκα σε κουτάκι (έξι κομμάτια).
Τα πήρα.
Τυριά: ροκφόρ, σημείωσα στον νου.
Καλό ψωμί: μαύρο, με σπόρους.
Καφές: γυρνώντας ώρα φορά στο ράφι, διάλεξα εσπρέσο εσθιοπικό (καφέ συσκευασία).
Έγραφε: «άρωμα μύρτιλο, γεύση σοκολάτα».
Στο ταμείο άθροισα τα πάντα.
Ακριβό, ναι, αλλά δικό μου.
Πλήρωσα με τη χρεωστική από τα δικά μου μικρά, έξτρα χρήματα.
Δεν ήθελα να πάω σε φίλους ούτε στη Χρυσάνθη, ούτε που να μιλήσω σε άνθρωπο.
Γύρισα σε ένα ξενοδοχείο μικρό.
Καθαρό, νορμάλ.
Άνοιξα το πακέτο μου, τα έβαλα όλα στο μικρό τραπέζι του δωματίου.
Ζήτησα ανοιχτήρι για όστρακα, η ρεσεψιονίστ μου το έφερε. — Τα καταφέρνετε; — Θα δω.
Τα κατάφερα.
Ούτε κομψά ούτε αμήχανα.
Άνοιξα, έφαγα δύο.
Μετά λίγο τόνο, ψωμί, τυρί.
Έβρασα εσπρέσο στη μικρή καφετιέρα του δωματίου.
Έτρωγα αργά, κοιτώντας έξω τα φώτα της πόλης, ζεστά, ακίνητη.
Το ράδιο έπαιζε χαμηλά, ασήμαντες νότες.
Έτρωγα και σκεφτόμουν όχι τον Βασίλη ή τα Δεντράκια ή το αύριο.
Αλλά ότι τα όστρακα μυρίζουν ακριβώς όπως εκείνη τη φορά, τότε το ‘87 στη Νάξο.
Ότι ο τόνος λιώνει, ο καφές μυρίζει στ’ αλήθεια μύρτιλο — σαν αλήθεια.
Αυτό είμαι εγώ, σκέφτηκα.
Όχι η «Σπαρτιάτισσα», όχι η γυναίκα που αντέχει.
Αυτή είμαι: αυτή που ξέρει διαφορά ανάμεσα σε αληθινή γεύση κι υποκατάστατο.
Αυτή που τρώει σωστά, μόνη, χωρίς ντροπή.
Που κάπου τρία χρόνια έλειπε κι ίσως τώρα μόλις επέστρεψε.
Ήπια καφέ γουλιά-γουλιά.
Όλη η Αθήνα έξω βουίζε. — Λοιπόν, — είπα ήρεμα, στον εαυτό μου, — καλώς ήρθες πίσω.
Γέμισα κι άλλο φλιτζάνι.
Δεν ξέρω τι κάνει το αύριο, ούτε πού θα βρω να μείνω, ούτε τι θα πω του Βασίλη αν συναντηθούμε, ούτε αν θα δω σπίτι με μηλιές — δικό μου, όχι φωτογραφία.
Δεν ξέρω αν θα πάρει η Χρυσάνθη τηλέφωνο ή αν θα της το πω αύριο. Δεν ξέρω αν θα πονέσω όσο… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους