Τριάντα πέντε χρόνια θήτευσα ως πρόεδρος της Επιτροπής Κοινωνικής Ασφάλισης και Αναπηρίας στην Πάτρα και σκληρά στερούσα τα επιδόματα αναπηρίας απ’ όσους ακόμα μπορούσαν να δουλέψουν. Υπερηφανευόμουν...
Τριάντα πέντε χρόνια θήτευσα ως πρόεδρος της Επιτροπής Κοινωνικής Ασφάλισης και Αναπηρίας στην Πάτρα και σκληρά στερούσα τα επιδόματα αναπηρίας απ’ όσους ακόμα μπορούσαν να δουλέψουν.
Υπερηφανευόμουν που προστάτευα τα δημόσια χρήματα.
Όμως όταν ο άνδρας μου, ο Κώστας, έπαθε εγκεφαλικό και οι δικές μου πρώην συνάδελφοι του αρνήθηκαν, χαμογελώντας, ακόμα και τα πάνες, λέγοντας: «Αφού κουνάει ακόμη το χέρι του!», κατάλαβα πως όλη μου τη ζωή ήμουν ο φύλακας ενός συστήματος που απεχθάνεται τα γηρατειά και την αδυναμία. Στην Ελλάδα αναπηρικό επίδομα δεν στο δίνουν — το διεκδικείς με νύχια και με δόντια, αποδεικνύοντας πως είσαι πια σχεδόν πεθαμένος.
Κι εγώ ήμουν ο τοίχος πάνω στον οποίο γκρεμίζονταν όλες αυτές οι προσπάθειες.
Με λένε Αλεξάνδρα Παππά.
Στα εξήντα οκτώ μου, μέχρι πέρυσι, προΐσταμαι της Επιτροπής Αναπηρικών Επιδόματων στην περιφέρεια.
Το γραφείο μου πέρασαν χιλιάδες άνθρωποι: ακρωτηριασμένοι, τυφλοί, καρκινοπαθείς, διαβητικοί.
Με ήξεραν ως «σιδερένια κυρία».
Γνώριζα όλα τα παραθυράκια, εντόπιζα την υποκρισία.
Καταλάβαινα ποιος ήθελε τη σύνταξη κυρίως για μείωση στα δημοτικά τέλη ή κάτι παραπάνω στη σύνταξη.
Η εντολή που είχα άνωθεν ήταν απλή, όσο κι αν δεν το λέγαμε ευθέως: να εξοικονομώ χρήματα για το ταμείο.
Όσοι λιγότεροι δικαιούχοι, τόσο μεγαλύτερο το μπόνους για τη διοίκηση.
Έκοβα παροχές ακόμη κι όταν κάποιοι έχασαν δάχτυλα απ’ τα χέρια· τους έλεγα κατάματα: — Έχετε ακόμη το άλλο χέρι.
Μπορείτε να εργαστείτε ως θυρωρός ή τηλεφωνήτρια.
Το κράτος δεν έχει υποχρέωση να σας ταΐζει.
Αφαιρούμε τη δεύτερη ομάδα, σας αφήνουμε στην τρίτη – μπορείτε να εργαστείτε. Επόμενος! Αρνήθηκα σε μητέρες παιδιών με εγκεφαλική παράλυση την έγκριση για ακριβές ξένες αναπηρικές καρέκλες, συνταγογραφώντας ελληνικές φτηνές, όπου τα παιδιά σπάραζαν από τον πόνο.
Έλεγα: — Αυτά ορίζουν οι κανονισμοί.
Τα ελληνικά είναι επαρκή. Υπομονή.
Κοιμόμουν ήσυχα τη νύχτα.
Θεωρούσα τον εαυτό μου φρουρό απέναντι στους καταχραστές του κοινωνικού συστήματος.
Είχα καλό μισθό, σεβασμό, κρατικό αυτοκίνητο και ένα ζεστό σπίτι.
Ώσπου η συμφορά χτύπησε και τη δική μου πόρτα.
Συμβαίνει αιφνιδίως.
Ο άνδρας μου, ο Κώστας, στα εξήντα εννιά του, γερός και χαμογελαστός, χρόνια τεχνικός σε εργοστάσιο.
Σχεδιάζαμε σύνταξη, ένα σπιτάκι στην Κέρκυρα, παιχνίδια με τα εγγόνια.
Όλα τελείωσαν σ’ ένα καλοκαιρινό πρωινό στην εξοχή.
Βαρύ ισχαιμικό εγκεφαλικό.
Έφτασα στην εντατική σαν τρελή.
Ο γιατρός ούτε που με κοίταξε στα μάτια. — Κυρία Παππά, ξέρετε τα ιατρικά… Η δεξιά πλευρά τελείως παράλυτη.
Η κατάποση χαμένη.
Καμία ομιλία.
Θα ζήσει, αλλά... βαριά αναπηρία στο εξής.
Πήρα τον Κώστα στο σπίτι μετά από ένα μήνα.
Ο δυνατός, περήφανος άντρας μου έγινε ανήμπορο παιδί στο σώμα ενός ώριμου άνδρα.
Ξαπλωμένος, με το βλέμμα καρφωμένο, σάλιο να τρέχει απ’ το στόμα.
Ξεκίνησε η κόλαση που ξέρει κάθε γυναίκα που φροντίζει κατάκοιτο: να γυρνάς τον ασθενή κάθε δύο ώρες, αλλαγή πανών, τάισμα με σύριγγα και πολτοποιημένες σούπες.
Μέσα σε δύο μήνες έχασα δέκα κιλά, κατέρρευσα από τη μέση και δεν κοιμόμουν πάνω από τρεις ώρες συνεχόμενα.
Τα χρήματα τελείωναν — η σύνταξη του Κώστα μοίραζε ανάμεσα σε φροντίστρια όσο έλειπα στη δουλειά και φάρμακα.
Χρειαζόμασταν οπωσδήποτε πρώτη ομάδα αναπηρίας.
Και την ατομική κάρτα αποκατάστασης, για να πάρουμε δωρεάν πάνες, αντι-κατακλιτικό στρώμα και λειτουργικό κρεβάτι απ’ το κράτος.
Μάζεψα χαρτιά και πέρασα στην επιτροπή.
Τη δική μου παλιά επιτροπή.
Πλέον από την άλλη πλευρά του τραπεζιού.
Τη συνεδρίαση ηγήθηκε η πρώην αναπληρώτριά μου, η Ειρήνη.
Εκείνη την είχα εγώ μάθει να είναι σκληρή, αδιάλλακτη.
Έσυρα τον Κώστα στο γραφείο πάνω σε παλιά αναπηρική καρέκλα, δανεική κι αυτή. Η Ειρήνη μάς κοίταξε πίσω απ’ τα γυαλιά.
Καμία συμπόνια στα μάτια της — μονάχα η ψυχρή ματιά του «λογιστηρίου» που είχα τόσα χρόνια κι εγώ.
Πλησίασε τον Κώστα και του ζήτησε να σηκώσει το αριστερό του χέρι.
Με κόπο, το σήκωσε, τρέμοντας. — Να, κυρία Παππά, χαμογέλασε η Ειρήνη.
Βλέπετε βελτίωση — λειτουργεί η αριστερή πλευρά.
Υπάρχουν αντανακλαστικά. — Ειρήνη, κάνει επάνω του! Δεν μιλάει! Ποια βελτίωση; Έχουμε αρχή κατακλίσεων, θέλουμε πρώτη ομάδα και οπωσδήποτε στρώμα! Η Ειρήνη αναστέναξε, χαμογελώντας συγκαταβατικά όπως έκανα κι εγώ παλιά. — Ξέρετε τους κανονισμούς.
Πρώτη ομάδα μονάχα σε πλήρη ανικανότητα αυτοεξυπηρέτησης.
Ο κύριος Κώστας μπορεί να φέρει το κουτάλι στο στόμα με το αριστερό, άρα διατηρείται εν μέρει η αυτοεξυπηρέτηση.
Θα πάρει δεύτερη ομάδα. — Και οι πάνες; — η φωνή μου έσπασε. — Χρειάζομαι πέντε τη μέρα! Δεν βγαίνουμε με τις συντάξεις μας. — Το ΠΕΔΥ ορίζει τρεις πάνες τη μέρα για δεύτερη ομάδα.
Το στρώμα ακόμη δεν δικαιούται.
Έπρεπε να τον γυρίζετε πιο συχνά.
Ο προϋπολογισμός δεν είναι λάστιχο, κυρία Παππά.
Εσείς με διδάξατε να είμαι αυστηρή. Επόμενος! Το μπούμερανγκ γύρισε.
Έβγαλα τον άνδρα μου διαδρόμου.
Εκεί περίμεναν δεκάδες.
Ηλικιωμένοι με μαγκούρες.
Γυναίκες χωρίς μαλλιά από τη χημειοθεραπεία.
Μητέρες με παιδιά σε αμαξίδια.
Ώρες περίμεναν εκεί, να πασχίσουν να αποδείξουν τον πόνο τους σε στημένες κυρίες με λευκές μπλούζες.
Τους κοίταξα.
Και ξαφνικά θυμήθηκα τον καθένα.
Θυμήθηκα τον Λευτέρη, βετεράνο του Αφγανιστάν, που αρνήθηκα το καλό γερμανικό προσθετικό γιατί «είστε πια μεγάλος, θα σας φτάσει το ελληνικό για το σπίτι».
Έκλαψε στο γραφείο μου.
Θυμήθηκα την Αργυρώ, με καρκίνο στο στήθος στα τελικά στάδια.
Της έδωσα δεύτερη ομάδα, «θα ράβετε στο σπίτι, τώρα θεραπεύεται ο καρκίνος».
Πέθανε δυο μήνες μετά.
Κατάλαβα πως δεν προστάτευα κρατικό χρήμα.
Έκλεβα την αξιοπρέπειά των γερόντων.
Ήμουν γρανάζι σ’ ένα σκληρό μηχανισμό, που κάνει τον άρρωστο να ντρέπεται για την αρρώστια του.
Κι αυτή η μηχανή τώρα καταβροχθίζει εμένα.
Έκατσα στα πόδια του Κώστα, στο διάδρομο.
Μουσούδαζε, ανήμπορος.
Δάκρυ μοναχικό κύλησε από το μάτι του. Καταλάβαινε.
Ήξερε ότι τον έβγαλαν άχρηστο.
Τίποτα για τα χρόνια και τους φόρους που έδινε.
Ούτε μια πάνα παραπάνω. — Συγχώρεσέ με, Κωστή, ψιθύρισα, σκυμμένη στα γόνατά του.
Συγχωρέστε με όλοι.
Θεέ μου, συγχώρεσέ με.
Την επόμενη μέρα παραιτήθηκα.
Αρνήθηκα τον κρατικό μισθό, έφυγα με φασαρία.
Πούλησα το αυτοκίνητό μας — αγόρασα στον Κώστα καλό κρεβάτι και γερμανικό στρώμα, αγοράζω εγώ τις πάνες.
Κι έκανα κάτι ακόμα.
Τώρα δουλεύω δωρεάν.
Εφοδιάζω ηλικιωμένους και ασθενείς με νομικές γνώσεις· τους συνοδεύω στις επιτροπές.
Ξέρω όλους τους κανονισμούς, τα τερτίπια, τα ψιλά γράμματα που κρύβουν.
Όταν κάποια «σιδερένια κυρία» πάει να αρνηθεί πάνες σε ανήμπορη γιαγιά, απλώνω τα νομοθετήματα στο τραπέζι — απειλώ με εισαγγελέα.
Παλεύω να κερδίζω αμαξίδια, φάρμακα, επιδόματα.
Τώρα το σύστημα το πολεμώ με τα δικά του όπλα. Ο Κώστας δεν ξανασηκώθηκε.
Οι γιατροί λένε δεν του απομένει πολύς καιρός.
Όμως κάθε φορά που κερδίζω για κάποιον παραπληγικό γέροντα την πρώτη ομάδα αναπηρίας, επιστρέφω στο σπίτι, πιάνω το ανεμικό χέρι του άντρα μου και του λέω: — Σήμερα σώσαμε ακόμη έναν, Κώστα.
Κι εκείνη τη στιγμή, θαρρείς, χαμογελάει.
Ζούμε σε σκληρό κόσμο, όπου τα γηρατειά είναι ντροπή.
Αργά ή γρήγορα, η καμπάνα αυτή θα χτυπήσει για όλους μας.
Καμία θέση, καμία γνωριμία δεν μας σώζει από το εγκεφαλικό, τον καρκίνο, την αρρώστια.
Κι αν σήμερα αρνηθείς συμπόνια στον αδύναμο, μην απορείς αν αύριο … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους