Σπασμένη Κούκλα — Ειρήνη, ήταν απλά υπέροχο! Η Μαργαρίτα είναι θαύμα! Και τι φωνή! Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι πιο όμορφο στη ζωή μου! Αν και ξέρεις, συχνάζω συχνά στη Λυρική Σκηνή και ανακατεύομαι με...
Σπασμένη Κούκλα — Ειρήνη, ήταν απλά υπέροχο! Η Μαργαρίτα είναι θαύμα! Και τι φωνή! Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι πιο όμορφο στη ζωή μου! Αν και ξέρεις, συχνάζω συχνά στη Λυρική Σκηνή και ανακατεύομαι με τους πιο ένθερμους φαν.
Πρέπει να τραγουδήσει εκεί! Εκεί! Αδιαμφισβήτητα! — Αγνή, σ’ ευχαριστώ που είδες τόσο ψηλά το ταλέντο της κόρης μου! Η Μαργαρίτα το κυνηγούσε χρόνια.
Τόση κόπος, τόση προσπάθεια κι επιτέλους, η «Κάρμεν»! — Υπέροχα! Υπέροχα! Ειρήνη, τώρα που η Μαργαρίτα έφτασε τόσο ψηλά, δεν ήρθε κι η ώρα να σκεφτεί το μέλλον; Είναι αηδόνι, αλλά δεν μπορεί μια ζωή από κλαδί σε κλαδί… Και η φωλιά; Τα πουλάκια; — Δεν ξέρω, Αγνή.
Νομίζω πως είναι νωρίς ακόμη.
Είναι νέα και η επιτυχία της είναι απλώς το πρώτο βήμα. — Ειρήνη! Ο Ανέστης περιμένει καιρό να παντρευτούν, πόσο ακόμη να περιμένει; Την αγαπάει! Δεν αντέχει μέρα χωρίς εκείνη! Κι εμείς, όπως φαίνεται, μόνο εμπόδια βάζουμε στην ευτυχία τους! — Η Αγνή Κωνσταντίνου τράβηξε ένα δαντελένιο μαντίλι και σκούπισε τα μάτια της. — Ποιοι είμαστε εμείς, Ειρήνη, να βάζουμε φρένο στους έρωτές τους; Η Ειρήνη Φωκά δεν απάντησε.
Ήξερε πως η παλιά της φίλη δε θα τα παρατούσε εύκολα, αλλά δεν επιθυμούσε να συνεχίσει άλλη μια τέτοια συζήτηση.
Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η εκατοστή. Η Αγνή, που της ήταν γνωστή από κορίτσι, ήταν πάντα σταθερή στα θέλω της.
Όποτε ποθούσε κάτι, το έπιανε, χωρίς να βλέπει μπροστά της εμπόδια.
Πρέπει να το παραδεχτεί κανείς το θάρρος και την ευρηματικότητά της – στη μνήμη της Ειρήνης, ποτέ δεν της είχε μείνει κάτι απραγματοποίητο.
Ακόμα και η γνωριμία τους ξεκίνησε με την εκπλήρωση μιας επιθυμίας, κάτι που η Ειρήνη θυμόταν με εμμονή και μια γλυκόπικρη πικρία.
Την όμορφη κούκλα Σοφία, όπως την ονόμασε τρυφερά η μικρή Ειρήνη, της την είχε φέρει ο πατέρας από ταξίδι στην Ιταλία.
Ξανθά λινά μαλλιά, βαθιά μπλε μάτια, παράξενο φορεματάκι.
Την λάτρευε.
Της έστηνε μικροσκοπικά τραπέζια τσαγιού, επέμενε σε κανόνες ευγένειας που δίδασκε η μητέρα. Η Αγνή είδε πρώτη φορά τη Σοφία μία εβδομάδα αργότερα και... «χάθηκε».
Δεν κατάφερε να τη ζητήσει ευθύς όπως τις άλλες φορές. Η Ειρήνη δεν ήθελε να της τη δώσει.
Και τότε η Αγνή «αρρώστησε» στ’ αλήθεια.
Με πυρετό, με δάκρυα.
Τόση λύπη, που η Ειρήνη αυτοβούλως της έφερε την κούκλα. «Πώς αλλιώς, αν η Αγνή είναι τόσο χάλια;» σκεφτόταν.
Μόλις την έδωσε, μετάνιωσε.
Είδε τα δάκρυα της Αγνής να στεγνώνουν, και την παλιά κούκλα Μαρία να πετιέται με το πόδι στο κάτω-κάτω κουτί. — Από δω και πέρα θα ζεις εδώ! Κάτι ξένισε την Ειρήνη — της ήταν αδύνατο να το εξηγήσει. Τη Μαρία τη λυπήθηκε τόσο, που τελικά τη ζήτησε πίσω από την Αγνή.
Το πήρε χωρίς δεύτερη ματιά η άλλη, απορροφημένη με το νέο της απόκτημα.
Στο σπίτι, η Ειρήνη έδωσε τη Μαρία στη μητέρα, να τη φτιάξει λίγο.
Της ράγιζε η καρδιά για τη «χαμένη» της Σοφία και καταλάβαινε πως σύντομα η ίδια μοίρα θα περιμένει κι αυτή τη νέα αγαπημένη της Αγνής.
Ποτέ δεν σκέφτηκε να παρακαλέσει να της δώσουν πίσω τη Σοφία.
Δεν το θεωρούσε σωστό.
Αυτό που θεώρησε σωστό, ήταν το ότι η Μαρία παρέμεινε μαζί της χρόνια.
Όταν μεγάλωσε, έκανε κόρη και η κούκλα στεκόταν ακόμα στο ράφι, με ανοιχτά χέρια και μάτια σα να ψάχνουν κατανόηση, από καιρό άδεια από βλεφαρίδες.
Για την Ειρήνη, η Μαρία έγινε σύμβολο ότι κάποιοι άνθρωποι εγκαταλείπουν τους δεσμούς τους μόλις κάτι καινούργιο φανεί — όχι μόνο με παιχνίδια, αλλά γενικότερα. Η Αγνή ήταν η μοναδική φίλη και γειτόνισσα — περίεργη τύχη, δεν υπήρχαν άλλα κορίτσια εκεί κοντά και η Ειρήνη αποφάσισε πως δεν άξιζε τον κόπο να χαλάσει σχέση εξαιτίας παράξενης συμπεριφοράς.
Άλλωστε, ποιος ξέρει πώς θα ’ρθουν τα πράγματα...
Σ’ αυτό το μισοφωτισμένο σπίτι, μετακόμισαν όταν χάθηκε ο παππούς — τον θυμόταν αμυδρά, αλλά το όνομά του, ο Γεώργιος, λεγόταν πάντα με ψίθυλο και δέος.
Αργότερα μόνο έμαθε πως ο παππούς ήταν κατάσκοπος — όταν πια είχε φύγει κι ο πατέρας της, χειρουργός στα μεγάλα νοσοκομεία της Αθήνας. — Τώρα είμαστε πια μόνες, Ειρηνάκι.
Πρέπει να τα βγάλουμε πέρα οι ίδιες.
Πως θα γίνει; Δεν ξέρω ακόμα. — Γιατί; — Πάντα κρυβόμουν πίσω από τους άντρες της οικογένειας.
Ο παππούς, μετά ο πατέρας σου — αυτοί αποφάσιζαν τα πάντα. — Μα γιατί το δεχόσουν, μαμά; — Πού να πάω; Και τι κακό έχει να κρατάει την ευθύνη ο άντρας της οικογένειας; Στην οικογένεια του πατέρα σου μπήκα σχεδόν άστεγη.
Η μάνα μου με είχε αφήσει.
Ήξερες την ντροπή εκείνων των καιρών; Δεν μπορώ και να πω, ίσως και να ’μαι ευγνώμων που με άφησε πίσω... — Μαμά... — Το ορφανοτροφείο ήταν για μένα το μόνο σπίτι.
Εκεί μας ετοίμαζαν για τις δυσκολίες… Μας αγαπούσαν με τρόπο που δεν φαινόταν, αλλά μας αγαπούσαν.
Αυτό είναι το μητρικό: να φοβάσαι μη χτυπήσει το παιδί σου, όχι να το σκεπάζεις απλώς με τρυφερότητες. — Εσύ για μένα φοβόσουν; — Πάρα πολύ. Πάντα.
Ο πατέρας σου δεν το καταλάβαινε — τον έμαθαν αλλιώς. — Πώς; — Να στηρίζεται μόνο στα πόδια του, να παίρνει αποφάσεις.
Και οι δυο, παππούς κι ο πατέρας σου, μεγάλωσαν με γιαγιάδες και τέλειωσαν στη Στρατιωτική Σχολή.
Μόνο που ο πατέρας σου έφυγε για να γίνει γιατρός.
Ο παππούς δεν έφερε αντίρρηση — «είπες, θα κάνεις». — Και ο μπαμπάς έγινε υπέροχος γιατρός... — Γιατρός φοβερός! Και τον γνώρισα εντελώς τυχαία: Έσπασα το τακούνι μου μες στη μέση της Ερμού, φόραγα ξένες γόβες — έξι κοπέλες σε ένα δωμάτιο, οι ίδιες τρεις γόβες για όλες! Ήρθε ο πατέρας σου, έτρεξε να το επισκευάσει και με γύρισε σπίτι μου.
Δεν φοβήθηκε τους δικούς μου, αν και ήξερε πως ήταν σκληροί με τους ξένους... — Και ο παππούς; — Μέχρι να γεννηθείς παρατηρούσε, ποτέ δεν με αγκάλιασε...
Με αποδέχτηκε μονάχα όταν εσένα άρχισε να σε φροντίζει.
Με αποκαλούσε Ολγάκι, κι όχι πια κυρία Ολγα όπως ως τότε. — Και τότε κατάλαβες πως σε δέχτηκε η οικογένεια. — Εκεί που ήμουν τυχερή: εσένα σε λάτρεψε, δε νοιάστηκε για το φύλο.
Θυμάσαι τη φωτογραφία που σου δένει κορδέλα; Ο πιο σοβαρός άνθρωπος, να σου βάζει φιόγκο με προσοχή. Η Ειρήνη ανέτρεφε μόνη πια τη Μαργαρίτα, όταν κι η μητέρα της, η Ολυμπία, έφυγε.
Δεν άφησε ποτέ τον εαυτό της να χαθεί στη θλίψη — τώρα η Μαργαρίτα δεν είχε άλλον. Η Αγνή πάντα συνέχιζε να την παροτρύνει: «Ταλαντούχα άτομα πρέπει να παντρεύονται ταλαντούχους!».
Ο γιος της, ο Ανέστης, ακολούθησε κι εκείνος τα χνάρια του πατέρα του κι έγινε ζωγράφος. Η Αγνή μετακόμισε σε αρχοντικό με εργαστήρι.
Η φιλία τους έμεινε τυπική, από απόσταση... Η Ειρήνη δεν έλεγε ποτέ πως δεν ήθελε ως γαμπρό τον Ανέστη.
Δεν άξιζε να τσακωθούν, αφού δε θα καταλάβαινε ποτέ τα κίνητρά της.
Ήταν σίγουρη πως η Μαργαρίτα δε θα είχε ζωή με τον Ανέστη — είδος βιολιστή που τίποτε δεν κερδίζει μόνος του.
Ο πατέρας της Μαργαρίτας είχε χαθεί σχεδόν μόλις εκείνη γεννήθηκε· η φωτογραφία του ήταν πιο αληθινή γνωριμία απ’ ό,τι οι ιστορίες τους.
Η γιαγιά και η μητέρα πάντα της έλεγαν: «Ο μπαμπάς σου θα ήταν πολύ περήφανος για σένα».
Για τη Μαργαρίτα, καλύτερη φιλοφρόνηση δεν υπήρχε.
Όμως στην καρδιά, δεν ήξερε η Μαργαρίτα πως τελικά θα αγαπήσει τον ίδιο τον Ανέστη.
Και πότε έγινε; Δεν κατάλαβε.
Ξαφνικά της έλειπε να τον βλέπει· της άρεσε το ανέμελό του, ό,τι έλειπε από τη σοβαρή Μαργαρίτα. Ο Ανέστης όλο την κράταγε από το χέρι και της έλεγε για σαββατοκύριακα στα Ζαγοροχώρια με σκι.
Εκείνη τα σκι τα φοβόταν αλλά ο Ανέστης την ενθάρρυνε: — Μπορείς! Όλα μπορείς! Ένα απόγευμα με φίλους, της έκανε πρόταση γάμου πανηγυρικά.
Τα κορίτσια φώναζαν «Να ζήσετε!», σαμπάνιες άνοιγαν. Η Μαργαρίτα δέχθηκε και μετά δάκρυζε κοιτάζοντας το ακριβό δαχτυλίδι — η Αγνή είχε φροντίσει για όλα.
Η δεξίωση έγινε στην παλιά οικογενειακή πολυκατοικία στα Πατήσια· έμειναν εκεί ως νιόπαντροι.
Μετά από έναν χρόνο, άρχισαν οι ερωτήσεις. Η Μαργαρίτα τραγουδούσε, ο Ανέστης ζωγράφιζε, η Αγνή όμως ήθελε εγγόνια. — Έφτασε η ώρα! Τώρα που μπορούμε να σας βοηθήσουμε με τα παιδιά! Όταν γεράσουμε θα είναι αργά! Η τέχνη είναι ωραία, αλλά η ζωή δεν μπορεί να μένει στο περίμενε — έλεγε. Η Ειρήνη ήξερε ότι η Μαργαρίτα ήθελε παιδιά.
Το πρόβλημα ήταν ο Ανέστης — ο οποίος έλεγε: — Μη το πεις στη μάνα μου! Δε θέλω πιτσιρίκια να χαλάνε το εργαστήρι μου! Θέλω να ζήσω, δεν έχω χρόνο να πιάνω κουκλάκια και μπιμπερό! Για τη Μαργαρίτα αυτό ήταν τραγωδία. Ο Ανέστης ήθελε να πετύχει μεγάλα πράγματα — δεν ήθελε παιδιά. — Είμαστε ίδιοι! Μας ενώνει η τέχνη, το είπε κι η μάνα μου! — της έλεγε.
Με τη Βαγγελιώ, την πεθερά, έκοψε οσο μπορούσε κάθε επαφή, καταλαβαίνοντας πως δεν θα έβρισκε δικαίωση εκεί. — Μαργαρίτα! Δεν καταλαβαίνω! Ο Ανέστης θέλει παιδί κι εσύ τραγουδάκια! Έχεις κάτι γυναικείο μέσα σου; — έλεγε η Αγνή. Η Μαργαρίτα παρέμενε σιωπηλή.
Δεν μπορούσε να κάνει τον άντρα της να παραδεχτεί στην μητέρα του πως δεν θέλει παιδιά — μα ούτε και να δηλώνει δική της "απροθυμία". — Ειρήνη! Κάνε κάτι με την κόρη σου! Αν δεν δει το θέμα της υγείας της τώρα, πότε; — φώναζε η Αγνή.
Και τότε ήρθε το γεγονός που τελείωσε όλα — ο γάμος και οι οικογένειες έσπασαν.
Σε μια καινούρια εκδρομή στις Πίνδο, ο Ανέστης φάνηκε νευρικός.
Επέμενε να κατέβει η Μαργαρίτα μια πίστα.
Για να μην τον θυμώσει, υπάκουσε — και το μετάνιωσε πικρά. — Γιατί να θέλεις εκπαιδευτή; Εγώ θα σου δείξω! Γιατί φοβάσαι; — της είπε.
Δεν του χάλασε χατίρι, προτίμησε την ειρήνη — ας ήταν άχαρη.
Όταν άνοιξε τα μάτια της, ήταν στο νοσοκομείο στη Λάρισα.
Η μάνα της, μες στα δάκρυα. Ο Ανέστης, άφαντος.
Είχε φύγει πίσω στην Αθήνα — «Τι περιμένετε από μένα; Δεν είμαι γιατρός! Έχω να ετοιμάσω έκθεση!». Η Ειρήνη, οργανώνοντας την μεταφορά της Μαργαρίτας στην Κλινική Μητέρα, ορκίστηκε πως δε θα παραιτηθεί. — Δεν θα σε αφήσω, κόρη μου! Δεν το έμαθα έτσι! Είμαι όλη σου η οικογένεια! Θα σε ξανασηκώσω, με όποιο τρόπο! Ο Ανέστης αδιάφορος: "Τι να κάνω; Να μένω δίπλα της; Δεν έχει νόημα! Η ζωή είναι μία..." Με απαντοχή, η Ειρήνη εστίασε στην αποκατάσταση — κι ενάντια σε όλα, τα κατάφερε. Η Μαργαρίτα, με κόπο, περπάτησε και στάθηκε.
Το τραγούδι όμως έγινε σιωπή.
Δεν ξέραν αν έφταιγαν τα χειρουργεία ή οι ώρες σπαραγμού στην πίστα.
Έμαθε αργότερα πως ο Ανέστης ούτε που την αναζήτησε... — Μαμά… Με παράτησαν… Δεν χρειάζονται "μαριονέτα με σπασμένα πόδια".
Δεν είμαι η Μαρία... — Δεν θα είσαι ποτέ η Μαρία! — φώναξε η Ειρήνη.
Τα χρόνια πέρασαν.
Στη λίμνη της Καισαριανής, μια νέα γυναίκα περπατά με λίγο βήχιο.
Βγάζει απ’ το καρότσι ένα αγοράκι: — Μπροστά, αγόρι μου! Σε περιμένουν θαύματα! Σιγά όμως, να σε προλάβει η μαμά.
Πιάσε χεράκι! Το παιδί τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά της μεγάλης γιαγιάς που φτάνει με χαμόγελα. — Ώ, καλοί μου! Μου λείψατε! Η Μαργαρίτα αγκαλιάζει τη μάνα της: — Πώς πήγε το ταξίδι; — Τέλεια! Δεν φαντάζεσαι ποια συνάντησα… — Ποια; — Την Αγνή. — Πώς είναι; — Ταλαιπωρημένη. Ο Ανέστης μόνος, εκείνη γερνάει — εγγόνι ούτε για δείγμα. — Κι εσύ; — Τίποτα, Μαράκι.
Δεν μίλησα για σένα, ούτε πως παντρεύτηκες ξανά, ούτε για το δεύτερο παιδί σου.
Τη λυπάμαι. — Κι εγώ… Περίεργα πλάσματα οι άνθρωποι, μαμά… — Ε, τι να κάνουμε; Όλοι διαφορετικοί.
Μα για πες μου, δείξε το νέο δοντάκι στο γιαγιά! Σίγουρα έχει όσα πρέπει; Μήπως πολλά; — Αχ μαμά! Μ’ αποτελειώνεις! Η Μαργαρίτα παίρνει το… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους