Την φώναζαν Κόκκινη. Όχι μόνο για τα μαλλιά της. Αλλά γιατί τα έβαλε με όλους, τραγούδησε Μπρεχτ και Μίκη, και ξεκίνησε από ένα βυρσοδεψείο — χωρίς παπούτσια, χωρίς σχολείο, χωρίς καμία ελπίδα. Η...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Την φώναζαν Κόκκινη. Όχι μόνο για τα μαλλιά της. Αλλά γιατί τα έβαλε με όλους, τραγούδησε Μπρεχτ και Μίκη, και ξεκίνησε από ένα βυρσοδεψείο — χωρίς παπούτσια, χωρίς σχολείο, χωρίς καμία ελπίδα. Η Μίλβα γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια. Όχι εκείνη την φτωχιά που τη δείχνουμε στις ταινίες. Την αληθινή. Την κάθε μέρα. Σε ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Ιταλίας, εκεί όπου ο Πάδος συναντά την Αδριατική. Ο πατέρας της ψαράς. Η μάνα της μοδίστρα. Η μικρή Μίλβα ήθελε να γίνει μοδίστρα κι εκείνη. Να ράβει όμορφα φορέματα. Αντί γι' αυτό, παράτησε το σχολείο παιδί. Πήγε να δουλέψει σε βυρσοδεψείο. Ήταν το κορίτσι που έκανε τα θελήματα. Αυτή που έτρεχε, που καθάριζε, που σκούπιζε, που υπέγραφε την απουσία της με την παρουσία της στη βρώμα και την κούραση. Κανείς δεν περίμενε τίποτα από εκείνο το κορίτσι. Ούτε μια λέξη. Ούτε ένα όνειρο. Αλλά το κορίτσι είχε φωνή. Στα είκοσί της, τόλμησε κάτι που ακόμα και σήμερα μοιάζει με θαύμα. Δήλωσε συμμετοχή σε έναν εθνικό διαγωνισμό νέων ταλέντων. Ανάμεσα σε 7.600 υποψήφιους, εκείνη — η ανύπαντρη μητέρα, η εργάτρια του βυρσοδεψείου, το παιδί που δεν τελείωσε ποτέ το σχολείο — βγήκε πρώτη. Φανταστείτε το. Μια ολόκληρη αίθουσα. Χιλιάδες άνθρωποι. Επιτροπές, κριτικές, φώτα. Και από τη μέση όλων αυτών, εκείνο το κορίτσι να σηκώνεται και να τραγουδά. «Ποια είναι αυτή; Από πού ήρθε;» ψιθύριζαν. Κάπου εκεί, μέσα σε εκείνη τη βροντή χεριών, γεννήθηκε ο μύθος. Πήγε σε ένα κομμωτήριο και έγινε κοκκινομάλλα. Σχεδόν τυχαία. Αλλά εκείνο το χρώμα κόλλησε πάνω της για πάντα. Ήταν πια η Κόκκινη. La Rossa. Όχι μόνο για τα μαλλιά. Για τις ιδέες της. Σοσιαλίστρια με την πιο αγνή, ανυπόταχτη έννοια. Δεν ήθελε ετικέτες. Ήθελε η τέχνη της να είναι η φωνή των αδύναμων. Περπατούσε ξυπόλητη. Κρατούσε τα παπούτσια της σε μια τσάντα, γιατί έτσι είχε μάθει από τα παιδικά της χρόνια. Ακόμα και όταν έγινε διάσημη, ακόμα και όταν τα περιοδικά την κυνηγούσαν, εκείνη προτιμούσε να νιώθει το χώμα και το μάρμαρο κάτω από τα γυμνά της πόδια. Τη γείωνε. Τη θύμιζε από πού ήρθε. Το 1965, πολύ πριν γίνει παγκόσμιος ύμνος, ηχογράφησε το Bella Ciao. Το έβαλε σε έναν δίσκο που λεγόταν «Τραγούδια της Ελευθερίας». Και δεν κοίταξε ποτέ πίσω. Δεν της άρεσε η ελαφριά μουσική. Τα εύκολα τραγουδάκια. Ήθελε κάτι πιο βαθύ. Ερμήνευσε Μπρεχτ. Συνεργάστηκε με τον Στρέλερ. Έμαθε γερμανικά και γαλλικά μόνη της. Τραγούδησε σε επτά γλώσσες. Και μετά, ήρθε η Ελλάδα. Η Μίλβα αγάπησε αυτόν τον τόπο σαν δεύτερη πατρίδα της. Τραγούδησε Μίκη Θεοδωράκη. Τραγούδησε Μάνο Χατζιδάκι. Τραγούδησε Θάνο Μικρούτσικο. Ο δίσκος της Volpe d’amore με τον Θάνο είναι αριστούργημα. Ο ίδιος ο Μίκης την επέλεγε προσωπικά. Την ήθελε εκείνη. Κανέναν άλλον. Την είπαν Πάνθηρα του Γκόρο. Γιατί πάνω στη σκηνή ήταν ένα άγριο, υπέροχο ζώο. Τα μαλλιά της πετάριζαν, το κορμί της λύγιζε, τα μάτια της έκαιγαν. Δεν έκανε εκπτώσεις. Ποτέ. Ηχογράφησε 173 άλμπουμ. Κατέβηκε στο Σανρέμο δεκαπέντε φορές. Δεκαπέντε. Και δεν κέρδισε ποτέ. Κανένα πρώτο βραβείο. Είναι το ρεκόρ για τις περισσότερες συμμετοχές χωρίς νίκη. Κι όμως, όλοι ήξεραν ποια ήταν η Μίλβα. Το Σανρέμο δεν τη χρειαζόταν. Εκείνη ήταν πάνω από το Σανρέμο. Η ζωή της όμως είχε πολύ πόνο. Αποτυχημένους γάμους. Σχέσεις που τελείωσαν άσχημα. Ο τρίτος σύντροφός της αυτοκτόνησε. Εκείνη πάλευε χρόνια με την κατάθλιψη, με το σκοτάδι που καμιά φήμη δεν μπορεί να φωτίσει. Κι όμως, δεν το έβαλε κάτω ποτέ. Το 2010, έγραψε ένα συγκλονιστικό σημείωμα. Ανακοίνωσε ότι αποσύρεται οριστικά. Μετά από 52 χρόνια. Χωρίς δάκρυα. Χωρίς θέατρο. Είπε αντίο με αξιοπρέπεια. Λίγα χρόνια αργότερα, η κόρη της άρχισε να παρατηρεί κάτι περίεργο. Η Μίλβα ξεχνούσε στίχους. Δεν αναγνώριζε παλιές φωτογραφίες. Κάποιο βράδυ, την βρήκε να κάθεται στο σκοτάδι, κοιτάζοντας τον τοίχο, χωρίς να θυμάται ποια ήταν. Η κόρη την πήρε αγκαλιά. Και τότε, η Μίλβα άνοιξε το στόμα της και ψιθύρισε κάτι που η κόρη δεν θα ξεχάσει ποτέ. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους