Το τριακόσια είκοσι στην αχανή Περσία γεννήθηκε από βασιλείς ένα παιδί μ' αξία... Το θρόνο τους δεν είχανε τέκνο για να αφήσουν τη θέση και τα πλούτοι τους να του κληροδοτήσουν Ήτανε δούλοι Του Θεού...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Το τριακόσια είκοσι στην αχανή Περσία γεννήθηκε από βασιλείς ένα παιδί μ' αξία... Το θρόνο τους δεν είχανε τέκνο για να αφήσουν τη θέση και τα πλούτοι τους να του κληροδοτήσουν Ήτανε δούλοι Του Θεού και είχανε ανοίξει την αγκαλιά τους τη ζεστή στον πόνο και στη θλίψη Φροντίζαν κάθε ορφανό κι είχαν και πάλι ελπίδα στην καλοσύνη έβρισκαν του θάρρους ηλιαχτίδα Για όλα ετούτα τα καλά όπου καταγινόταν Ο Κύριος θα έδειχνε πως τους εμπιστευόταν Έστειλε τον Ονουφριο τον Άγιο Του σπόρο στης Άγιας βασίλισσας το σπλαχνικό της χώρο Ήρθε η χαρά στα χείλη τους και η δοξολογία που στο παλάτι δόθηκε μεγάλη ευλογία Ο Ουρανός τους μίλησε Χριστού φωνή ακούνε γρήγορα να 'χει βάπτισμα κι Ονούφρη να το πούνε Κι έπειτα είπε ο Κύριος να φύγει απ' το παλάτι η μάνα το χαιρέτησε με δακρυσμένο μάτι... Η πίστη της την κράτησε στη θλίψη να μην τρέχει ήτανε θέλημα Θεού κι εγωισμούς δεν έχει... Φίλησε η μάνα το παιδί και ξεκινά ο πατέρας τέτοια ιερή αποστολή είχε να φέρει εις πέρας... Μα ποίος μωρό θα τάιζε χωρίς της μάνας γάλα; Με εμπιστοσύνη γίνονται τα αδύνατα μεγάλα! Στο δρόμο μία έλαφος ξωπίσω ακολουθούσε φάνηκε θα 'ταν η πηγή που θα το ξεδιψούσε... Πιάνει ο πατέρας βάζει το στου ελαφιού το στήθος καλύτερα το έπιασε κι από ελάφι ίσως! Στην Αίγυπτο θα μεταβούν μέρες θα περπατάνε και οι Πατέρες της μονής πλέον γονείς του θα' ναι... Ένας ψηλός καλόγερος την πόρτα τους ανοίγει με έκπληξη τον βασιλιά με το μωρό ξανοίγει Ο βασιλιάς του εξηγεί... στο πόδι του μιλάει το βρέφος να κρατήσουνε τόνε παρακαλάει... "Είναι το δώρο Του Θεού κι εσύ το χρέος κάνε.." Τους λέει ο ηγούμενος αδίκως το ζητάνε... "Εδώ δε γίνεται κανείς τέτοια δουλειά να κάνει στο νου σας βλέπω ο διάβολος τέτοια βουλή πως βάνει" Όμως του λέει ο βασιλιάς "Του Ύψιστου είναι πλάνα... ορίστε δες πως τρέφεται το βρέφος δίχως μάνα" Σαν ειδε με τα μάτια του πίστεψε κι άνοιξε του και με χαρά το δέχτηκε κι ακριβοφίλησε το! Θηλάζει κι αναθρέφεται με Του Θεού το χέρι και το θαυμάζαν ιερείς λαός και καλογέροι Η έλαφος το έθρεφε ώσπου τριών θα πάει κι ήτανε Θέλημα Θεού πότε και πώς θα φάει... Νηστεία μόνο του έκανε κι όταν τροφή ποθούσε απ' Τους Ουράνιους γονείς μονάχο του ζητούσε... Πέντε χρονών θα ήτανε μα σ' άλλο κόσμο ζούσε ο Ονούφριος σαν Άγγελος με Τον Χριστό μιλούσε! Στέκει μπροστά στο εικόνισμα λίγο ψωμί κρατάει και Τον Χριστό που 'ναι μωρό άμα πεινά ρωτάει! Κι απλώνει το χεράκι Του Ο Κύριος Του Όλου δεν τρέμει δεν ταράζεται ο Ονούφριος καθόλου! Τη Χάρη που ' χε το παιδί όλοι τους διακρίναν να δοκιμάσουν ακριβώς το τι συμβαίνει κρίναν... "Να πεις σ' Εκείνο το παιδί σαν θα το ανταμώσεις πως το ψωμί τελείωσε δεν έχεις να Του δώσεις" Κρυφά ξανά παρατηρούν στο εικόνισμα μιλάει τώρα γι' αυτόν Ο Κύριος ένα ψωμί βαστάει! Το δίνει στον Ονουφριο και τρέχει τ' ελαφάκι "Ελάτε! μου 'δώσε ψωμί κι εμένα το παιδάκι"! Το Πιάσανε στα χέρια τους κι όλοι σαν χάνοι γίναν κόβαν και δεν τελείωνε σε χίλιους κι αν το δίναν! Έτσι περνούσε ο καιρός κι έμαθε να διαβάζει μεγάλωνε με άσκηση που ζυγαριά δε βάζει! Είχε Τον Τίμιο Πρόδρομο ήρωα να του μοιάσει και τον Ηλία πρότυπο σ' ερήμους να μονάσει Παίρνει ευχή και ξεκινά στην έρημο πηγαίνει Ο Ερμείας είχε πληροφορηθεί το ποιόν θα περιμένει Μαζί του μένει αρχικά να δει αν το μπορούσε κι ύστερα τον οδήγησε στο μέρος που θα ζούσε Μιά όαση με φοίνικα και μιά πηγή κοντά του και μία παράγκα δίπλα της θα είχε κάλυμμα του Δώδεκα κλώνοι να τραφεί ένας για κάθε μήνα και Άγγελο για συντροφιά στο κρύο και στην πείνα Μια μέρα θα φανερωθεί στην προσευχή που κάνει του λέει θα τονε κρατεί μέχρι που να πεθάνει Παλεύει με τον διάβολο στα χρόνια αγώνα δίνει λιώνουν τα ρούχα και γυμνό το σώμα έχει μείνει Ζέστη και κρύο αγαπά φύλλα για ρούχο έχει μπορεί να διανοηθεί κανείς τέτοια ζωη πως έχει; Σκελετομένος ήτανε με γένια ως το χώμα κανένας τέτοιο βασιλιά δε γνώρισε ακόμα... Του δίνει τρίχωμα πυκνό Ο Κύριος στο σώμα κι έτσι κουτσοβολεύεται σαν πουπουλένιο στρώμα Κάθε που ήταν Κυριακή ο Άγγελος ερχόταν τον κοινωνούσε κι έφευγε και πάλι ξανα 'ρχόταν... Έζησε εκεί στη χουρμαδιά σαν εβδομήντα χρόνια πριν τον καλέσει Ο Κύριος Στην Όαση Του Αιώνια Μπροστά του ο Παφνούτιος βρίσκεται και τρομάζει του λέει ο Ονούφριος τι Ο Θεός προστάζει Βάζει μετάνοια θερμή και τον παρακαλάει να μείνει στην καλύβα του μαζί του του ζητάει... Του λέει πως θα κοιμηθεί πως και γιατί μην ψάξει κατ' εντολή Του έφτασε εκεί για να τον θάψει Όντως όταν ξημέρωσε ο Άγιος κοιμόταν τί έπρεπε ο Παφνούτιος να κάνει το θυμόταν Τον θάβει και το ρούχο του βάζει για σκέπασμα του κι ένας σεισμός του έδειξε Ποιο 'ταν Το Θέλημα Του! Χάθηκαν όλα μονομιάς φοίνικας και καλύβα ως κι η πηγή που έπινε νερό μέσα στο λίβα Όσα του εξιστορήθηκε τα έκαναν βιβλίο και τ' Ονουφρίου έγραψε τον Άγιο του βίο Και τη στερνή του προσευχή για όλα τα παιδιά του κι όσους ζητούν βοήθεια με πίστη στ' όνομα του Όταν χαράζει η αυγή δώδεκα Ιουνίου είναι η μέρα της γιορτής τ' Αγίου Ονουφρίου Ελενη Ζεακη 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους