Γεώργιος Κίμογλου: Ο Γιατρός που Διάλεξε τον Άνθρωπο Του Δημήτρη Κίμογλου Μεσάνυχτα Πρωτομαγιάς. Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται απόψε από τη στιγμή που ο πατέρας μου, ο Γεώργιος Κίμογλου, έφυγε από κοντά...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Γεώργιος Κίμογλου: Ο Γιατρός που Διάλεξε τον Άνθρωπο Του Δημήτρη Κίμογλου Μεσάνυχτα Πρωτομαγιάς. Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται απόψε από τη στιγμή που ο πατέρας μου, ο Γεώργιος Κίμογλου, έφυγε από κοντά μας. Έφυγε την ημέρα που η φύση ανθίζει, εκείνος που πέρασε όλη του τη ζωή προσφέροντας τους καρπούς της ψυχής του στους άλλους, χωρίς να ζητήσει ποτέ το παραμικρό αντάλλαγμα. Η ιστορία του ξεκίνησε από την Ξυλοκερατιά. Παιδί μιας εξαμελούς οικογένειας που μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες δυσκολίες μιας σκληρής εποχής, με μοναδικό εφόδιο την αγάπη του για τα γράμματα, κατάφερε να αποφοιτήσει από την Ιατρική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τη δεκαετία του '50, μέσα σε ένα κρύο και φτωχικό υπόγειο στις δυτικές συνοικίες της πόλης, περνούσε τις νύχτες του πάνω από τα βιβλία χωρίς ρεύμα, διαβάζοντας με το λιγοστό φως μιας λάμπας πετρελαίου. Με μόνη του στήριξη το δέμα με το σπιτικό φαγητό που του έστελναν από το χωριό, ονειρευόταν έναν κόσμο με λιγότερο πόνο. Εκείνες οι δυσκολίες ήταν που τον δίδαξαν να αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου πέρα από τα πλούτη και τα αξιώματα. Αν και ήταν ένας άριστος επιστήμονας, με πόρτες ανοιχτές για μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα —καθώς πολλοί συμφοιτητές του έγιναν αργότερα καθηγητές πανεπιστημίου στην Ιατρική — εκείνος έκανε μια συνειδητή επιλογή ζωής. Διάλεξε τους Προμάχους. Επέλεξε να γίνει ο γιατρός του χωριού, ο άνθρωπος που θα ακουμπούσε τον πόνο του κάθε συγχωριανού, μακριά από τα φώτα και τη δόξα. Για 37 χρόνια, έμεινε πιστός σε αυτή την αποστολή. Κυκλοφορούσε με μια σπάνια απλότητα και μηδενική έπαρση. Ο «γιατρός μας» παρέμενε ο άνθρωπος που έβρισκε γαλήνη στα μελίσσια του, πάντα γήινος και προσιτός. Με τον απλό τότε μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου, έγινε ο σιωπηλός προστάτης της Αλμωπίας. Πλήρωνε τα φάρμακα εκείνων που δεν είχαν, αθόρυβα και διακριτικά, ενώ άνοιγε δρόμους για χειρουργεία στον Καναδά και την Αμερική, παλεύοντας για τη ζωή του καθενός σαν να ήταν δικός του άνθρωπος. Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, μένει μια πικρή γεύση για τον τρόπο που η επίσημη πλευρά επέλεξε να τον «θυμάται». Είναι πραγματικά λυπηρό να σκέφτεσαι ότι οκτώ ολόκληρα χρόνια δεν στάθηκαν αρκετά για να μπει μια απλή ταμπελίτσα με το όνομα του στο ιατρείο του. Μια πινακίδα των δέκα ευρώ. Ίσως φταίει που ο Γεώργιος Κίμογλου δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος των συστημάτων, των κομμάτων και των σκοπιμοτήτων. Δεν έμαθε να «εξαργυρώνει» την προσφορά του, ούτε εκείνος ούτε η οικογένειά του. Φαίνεται πως στην εποχή μας, το ενδιαφέρον των υπευθύνων εξαντλείται εκεί που υπάρχει συναλλαγή. Όταν ένας άνθρωπος δεν έχει πια να σου «προσφέρει» κάτι σε αντάλλαγμα, η μνήμη του γίνεται βάρος στα συρτάρια σας. Χρειάζεται πραγματική ανθρωπιά για να τιμήσεις κάποιον που πρόσφερε τα πάντα χωρίς να ζητήσει τίποτα. Και αυτή η ανθρωπιά, δυστυχώς, δεν αγοράζεται με δέκα ευρώ. Όπως και να έχει, η δική του αξία δεν περιμένει μια ταμπέλα για να φανεί. Είναι ήδη χαραγμένη στις ζωές των ανθρώπων που γιάτρεψε και στην ευγνωμοσύνη μιας ολόκληρης περιοχής. Η δική τους αδιαφορία είναι που θα μείνει να θυμίζει τη μικρότητά τους. Η μνήμη του παραμένει ζωντανή, πέρα από υποσχέσεις και καθυστερήσεις. Γιατί όλοι θυμούνται πως, από αυτούς τους δρόμους, ξεκινώντας από εκείνο το φτωχό υπόγειο για να προσφέρει όλη του τη ζωή, πέρασε ένας πραγματικός Άνθρωπος. Δεν ξέρω πού είσαι, αν κάπου υπάρχεις και αν μπορείς από εκεί που βρίσκεσαι να μας ακούς. Θέλω όμως να ξέρεις πως αισθάνομαι βαθιά περήφανος για σένα. Με έμαθες να βλέπω τον άνθρωπο ως Άνθρωπο, πέρα από τίτλους και αξιώματα. Ξέρω πως δεν θα καταφέρω ποτέ να φτάσω το δικό σου ανάστημα, Ήταν πολύ ψηλό, φτιαγμένο από θυσίες που δεν διαλαλήθηκαν ποτέ. αλλά προσπαθώ να βαδίζω στα χνάρια σου. Και νομίζω πως, ακριβώς επειδή κράτησα τις δικές σου αξίες, μπορώ ακόμα και κοιμάμαι ήσυχος το βράδυ. Δεν ξέρω πού ταξιδεύεις τώρα, πατέρα, ούτε αν η φωνή μου μπορεί να σε φτάσει. Θέλω όμως να ξέρεις πως η περηφάνια που νιώθω για σένα είναι το μοναδικό μου φυλαχτό. Με έμαθες να να σκύβω πάνω από τον πόνο και να προσφέρω χωρίς να μετράω. Και ξέρεις κάτι; Ίσως τελικά να είναι ευλογία που αυτή η ταμπέλα δεν μπήκε ποτέ. Δεν σου ταίριαζαν εσένα οι επίσημες σφραγίδες και οι τυπικές αναγνωρίσεις. Το όνομά σου δεν χωράει σε μια πινακίδα των δέκα ευρώ, γιατί είναι ήδη σκαλισμένο με δάκρυα ευγνωμοσύνης στα σπίτια της Αλμωπίας. Ας κρατήσουν εκείνοι τη σιωπή τους. Εμένα μου φτάνει που μου έμαθες να περπατώ στον κόσμο με το κεφάλι ψηλά. Σε ευχαριστώ που μου έδειξες πώς είναι να είσαι πραγματικός Άνθρωπος. Καλή αντάμωση, γιατρέ μου. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους