[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δηλητήριο της Ζήλιας – Νίκο, φοβάμαι… – Η Ελένη έσφιξε νευρικά τη χαρτοπετσέτα στα χέρια της, η φωνή της έτρεμε ξεκάθαρα. Σήκωσε τα μάτια στον άντρα απέναντί της – στα μεγάλα της καστανά μάτια...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Δηλητήριο της Ζήλιας – Νίκο, φοβάμαι… – Η Ελένη έσφιξε νευρικά τη χαρτοπετσέτα στα χέρια της, η φωνή της έτρεμε ξεκάθαρα. Σήκωσε τα μάτια στον άντρα απέναντί της – στα μεγάλα της καστανά μάτια φαινόταν αληθινός φόβος. – Πάλι αυτά τα μηνύματα… Με ένα τρεμάμενο χέρι έβγαλε το κινητό από την τσάντα της, ξεκλείδωσε την οθόνη και το έδωσε στον Νίκο. Αυτός πήρε το κινητό, διάβασε προσεκτικά τα μηνύματα: «Ευχαριστώ για το υπέροχο βράδυ», «Μου λείπεις ήδη», «Πότε θα ξανασυναντηθούμε;», «Σύντομα θα σε δω πάλι», «Θα σε περιμένω μετά τη δουλειά στο μέρος μας» – και το πρόσωπό του σκλήρυνε. Μια γραμμή φάνηκε βαθιά ανάμεσα στα φρύδια του. – Πότε τα έλαβες; – ρώτησε ψύχραιμα, σχεδόν αδιάφορα, επιστρέφοντάς της το κινητό. – Το τελευταίο… πριν πέντε λεπτά. Ακριβώς όταν παραγγείλαμε, – η φωνή της τρεμόπαιζε. – Και έτσι γίνεται κάθε φορά. Πάντα όταν είμαστε μαζί. Σαν να μας παρακολουθεί κάποιος, να ξέρει αναλυτικά πού είμαστε και τι κάνουμε. Ο Νίκος έγειρε στην πλάτη της καρέκλας, πέρασε το χέρι στο πιγούνι του, το βλέμμα του έγινε πιο βαθύ, αποφασιστικό – σαν να μελετούσε ήδη τις πιθανότητες. – Δείξε μου όλα τα μηνύματα. Και ημερομηνίες – είπε σοβαρά. Η Ελένη τρεμοντας άνοιξε όλη τη συνομιλία. Ο Νίκος κοίταξε σχολαστικά στην οθόνη, σημειώνοντας ώρες και λέξεις, με το πρόσωπό του ανέκφραστο αλλά τα μάτια του έντονα, σχεδόν αρπακτικά. Στα μηνύματα υπήρχαν κι άλλα: «Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι εσένα», «Θυμάσαι την τελευταία μας κουβέντα; Περιμένω τη συνέχεια», «Ξέρεις πού θα με βρεις αν αλλάξεις γνώμη». Κάθε καινούργιο μήνυμα ενέτεινε το αίσθημα πως μια αόρατη παρουσία προσπαθούσε να διαλύσει ό,τι σημαντικό είχε η Ελένη στη ζωή της. – Παράξενο… – είπε στο τέλος ο Νίκος, η φωνή του σκληρή σαν ατσάλι. – Το κάνει μεθοδικά. Σαν να θέλει κάποιος να μου περάσει πως έχεις κάτι άλλο πίσω από την πλάτη μου. Και το κάνει πάντα όταν είμαστε μαζί. Πολύ προσεκτικά. Η Ελένη πήρε βαθιά ανάσα, οι ώμοι της έπεσαν βαριά. Ήταν 25 ετών και δούλευε ως σχεδιάστρια σε μια μικρή εταιρεία στον Νέο Κόσμο. Από καιρό ήλπιζε να βρει έναν άνθρωπο αληθινό, για κατανόηση και στήριξη, όχι για το «φαίνεσθαι». Ο Νίκος, 35, δικηγόρος με θέση σε μεγάλο γραφείο στο Κολωνάκι, της φαινόταν ακριβώς ο άνθρωπος που είχε ονειρευτεί: ήρεμος, σταθερός, ζεστός και προσεκτικός. Μαζί του νιώθει προστατευμένη – ακριβό συναίσθημα, σπάνιο. Ήταν μαζί έξι μήνες. Είχε χρόνο να εκτιμήσει το πάθος του να λύνει θέματα με ηρεμία, το χιούμορ του, το ειλικρινές ενδιαφέρον του για εκείνη. Δεν πίεζε, δεν βιαζόταν. Ήξερε ότι ήθελε οικογένεια μαζί της, χωρίς να το κρύβει. Η Ελένη συχνά σκεφτόταν πια πως ήταν έτοιμη να κάνει το βήμα παρακάτω. – Δεν καταλαβαίνω ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο, – είπε ψιθυριστά, η φωνή της έσπαγε. – Δεν υπάρχει «θαυμαστής» μου… και ποτέ δεν έδωσα δικαιώματα. Αυτές οι φράσεις, όμως… «στο δικό μας μέρος», «η τελευταία μας συζήτηση»… λες κι ο στόχος είναι να φανεί πως έχουμε σχέση και παρελθόν μαζί με κάποιον που δεν ξέρω καν. Μας παίζει κάποιος, σαν μαριονέτες… – Άσε να το ψάξω εγώ, – την έκοψε ο Νίκος σοβαρά. – Έχω γνωριμίες εκεί που πρέπει. Θα βρούμε ποιοι είναι οι αριθμοί. Πρέπει να είναι οργανωμένο, όχι τυχαίο. Τις επόμενες μέρες ο Νίκος βυθίζεται στις έρευνές του. Η Ελένη προσπαθεί να μην το σκέφτεται, βυθίζεται στη δουλειά, στις βόλτες με τις φίλες, σε κάθε μικρή χαρά για να πνίξει το φόβο που σφίγγει το στήθος της. Αλλά η ανησυχία μένει – σαν παγωμένο φίδι που κυλάει στην καρδιά. Κάθε φορά που κοιτάζει το κινητό, φοβάται – και ανασαίνει με ανακούφιση όταν δεν έχει μηνύματα. Μα ο φόβος επιστρέφει ακόμη πιο δυνατός. Την πέμπτη ημέρα, ο Νίκος τη παίρνει τηλέφωνο το βράδυ. – Ελένη, το βρήκα. Τα μηνύματα στάλθηκαν από διάφορα καρτοκινητά που αγοράστηκαν χωρίς στοιχεία, αλλά καταφέραμε να βρούμε ποιος τα αγόρασε. Είναι η Σοφία. Η Ελένη παγώνει, το κινητό παραλίγο να πέσει – η Σοφία, φίλη της από το πανεπιστήμιο, 28 ετών, διαζευγμένη με δύο παιδιά. Χρόνια αχώριστες, είχαν περάσει μαζί τα δύσκολα, μοίραζαν όλα τα μυστικά και τις χαρές. Στους τελευταίους μήνες υπήρχε μια αδιόρατη ένταση ανάμεσά τους, που μεγάλωνε. Η Σοφία συχνά παραπονιόταν για τη μοναξιά, για το ότι οι άντρες δεν θέλουν δέσμευση με μαμά με παιδιά, ότι η ζωή της κυλάει μονότονα ανάμεσα σε έξοδα και απογοητεύσεις. – Η… Σοφία; – ψιθυρίζει η Ελένη, με φωνή γεμάτη πόνο. – Γιατί; Πώς το έκανε αυτό; – Νομίζω ξέρεις… – λέει ο Νίκος χαμηλά. – Ζήλια. Είσαι ανεξάρτητη, πετυχημένη, έχεις ένα σύντροφο που σε φροντίζει. Εκείνη αισθάνεται ότι της λείπουν όλα αυτά. Και ήλπιζε, όπως φαίνεται, πως θα σε έκανε να δικαιολογείσαι σ’ εμένα, ότι θα πίστευα πως με απατάς. Λίγες εβδομάδες πριν, οι τρεις τους βρίσκονταν σε ένα σπίτι φίλων στα βόρεια προάστια. Στο σαλόνι, μουσική, κρασί, οι φίλοι άλλαζαν παρέες, γέλια, φωνές – βραδιά ελληνική. Η Ελένη φορούσε ένα καινούριο φόρεμα σε απόχρωση του πετρόλ, που τόνιζε τη μέση της και τα μάτια της. Ο Νίκος δεν την άφηνε από τα μάτια του – της πήγαινε να της φέρει ένα ποτό, να της προσφέρει μεζέ, την έβαζε ήσυχα στη συζήτηση όταν ξεκινούσαν οι ιστορίες. – Είσαστε ακριβώς σαν «περιοδικό», – σχολίασε η Σοφία με ένα χαμόγελο τεντωμένο. Σταυρωμένα τα χέρια μπροστά της, τραβούσε ντροπαλά το μανίκι του ολόλευκου της πουλόβερ. – Ιδανικό φόρεμα, ιδανικός συνοδός. – Ευχαριστώ, – της απάντησε η Ελένη, ειλικρινά χαρούμενη. – Δεν το περίμενα πως θα μου ταιριάξει τόσο όμορφα. – Ε, ναι… – είπε η Σοφία ψάχνοντας το δικό της ρούχο με το χέρι. – Μακάρι να μπορούσα να έχω παρόμοιες ευκαιρίες. Με δύο παιδιά όλα τα λεφτά πηγαίνουν αλλού, όχι στα μαγαζιά… – Μα βρε Σοφία, μην το λες έτσι, – απάντησε η Ελένη και την άγγιξε απαλά. – Έχεις απίστευτο στυλ και είσαι πάντα όμορφη, ξέρεις! – Σίγουρα… – ειρωνεύτηκε η Σοφία με ένα πικρό χαμόγελο. – Άλλοι τα έχουν όλα ετοιμοπαράδοτα, κι εμείς πρέπει να διαλέγουμε ανάμεσα σε ένα φόρεμα και παπούτσια των παιδιών. Ή ανάμεσα στο κομμωτήριο και τα φροντιστήρια του Μάνου… Ο Νίκος άλλαξε θέμα διακριτικά, μιλώντας για το νέο ταβερνάκι στους Αμπελόκηπους, τους πρότεινε να πάνε όλοι μαζί κάποια στιγμή. Η Ελένη χαμογέλασε, είδε όμως με τη γωνία του ματιού πως η Σοφία απέφευγε το βλέμμα τους, στεκόταν παράμερα, κοιτώντας όλο θλίψη εκείνους που χόρευαν και γελούσαν. Άλλο ένα «καμπανάκι» προειδοποίησης ήρθε αργότερα, σε ένα μικρό καφέ με μεγάλα τζάμια πάνω στην Πατησίων, έξω που έβρεχε δειλά. Η Ελένη μιλούσε γεμάτη ενθουσιασμό για την εκδρομή με τον Νίκο στον Παρνασσό – περπάτησαν στο δάσος, μάζεψαν κίτρινα φύλλα, άναψαν φωτιά στη φύση, γέλασαν, το βράδυ χάζευαν τ’ αστέρια. – Μαγικό ακούγεται, – είπε η Σοφία ξερά, ανακατεύοντας τον καφέ έντονα. – Ρομαντικά, εκδρομές, τέλειος σύντροφος… – Ναι, πέρασα υπέροχα, – απαντά γελαστή η Ελένη, κρατώντας την κούπα της. – Θέλουμε να ξαναπάμε χειμώνα, να μείνουμε στο καταφύγιο, να κάνω σκι – είπε πως θα μου μάθει! Να έρθεις μαζί μας! – Σκι; Χα! Αν βρεθεί χρόνος… Εγώ κάθε μέρα τρέχω: παιδικός σταθμός, ζω για να προλάβω – φαρμακεία, φροντιστήρια, μαγείρεμα, εργασίες με τον Μάνο, μετά να μαζέψω τη Βάσω από το μπαλέτο… Να η ρομαντική ζωή και να η πραγματικότητα! Το έλεγε χωρίς νεύρα, αλλά πολύ κουρασμένα. Η Κατερίνα, γενναία, παρενέβη: – Σοφία, σταμάτα – η Ελένη απλά μοιράζεται χαρές, δεν το καυχιέται! – Μα δεν είπα κάτι – απάντησε εκείνη και χτύπησε δυνατά την κούπα της στο πιατάκι. – Έτσι είναι: για κάποιους, ζωή σημαίνει εκδρομές, για άλλους ρουτίνα. Η Ελένη μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, εγώ πρέπει να οργανώνω τα πάντα και πάλι κάτι πάει στραβά… Η Ελένη ένιωσε να σφίγγεται μέσα της. Πήγε να πει μια λέξη παρηγοριάς, τελικά έπιασε ήσυχα το χέρι της Σοφίας: – Σε καταλαβαίνω, Σοφία. Θέλω να βοηθήσω. Να πάμε όλοι μαζί εκδρομή; Και τα παιδιά! Θα ψήσουμε λουκάνικα, θα περάσουμε ωραία! Η Σοφία δάκρυσε ελαφρώς, αποτραβήχτηκε και είπε: – Άσε το, δεν χρειάζεται. Θα γκρινιάζουν. Εσύ να απολαύσεις την ελευθερία σου όσο έχεις χρόνο… Η Ελένη, τότε, το έβαλε στη κακή διάθεση. Όμως τώρα, γυρίζοντας στο μυαλό της τις σκηνές, κατάλαβε ότι η ζήλια φώλιαζε μέσα στη Σοφία χρόνια – όχι σαν κακία, αλλά σαν πληγή και αίσθηση αδικίας που δεν ήξερε να εκφράσει αλλιώς. – Τι θα κάνουμε; – ρωτάει αργά η Ελένη, που ακουγόταν δυνατή αλλά και απογοητευμένη. – Θα πάμε σ’ αυτήν – σήμερα, τώρα. Θα τελειώνουμε, – λέει ο Νίκος. Φτάνουν σπίτι της Σοφίας στο Παγκράτι. Η Σοφία ανοίγει την πόρτα, τους βλέπει και χλομιάζει – σκληραίνει το πρόσωπο της και σφίγγει με τα χέρια το πουλόβερ της. – Εσείς; Τι έγινε; – η φωνή της τρέμει. – Μην κάνεις τη χαζή, – λέει αυστηρά ο Νίκος. – Ξέρουμε τι έκανες. Έχουμε αποδείξεις. Η Σοφία κάνει δύο βήματα πίσω, βρίσκεται στον τοίχο. Η έκφρασή της γεμίζει θυμό, στα μάτια της όμως γυαλίζουν δάκρυα. – Ναι, εγώ ήμουν! – φωνάζει – Και λοιπόν; Να κάθομαι να σας βλέπω να ζείτε «ονειρικά» και εγώ μόνη με δύο παιδιά και τίποτα; Εσύ, Ελένη, πάντα ήσουν η χαϊδεμένη! Πανέμορφη, ελεύθερη, χωρίς προβλήματα. Εγώ πάντα το βαρίδιο! Η φωνή της είναι γεμάτη πόνο. Κάθε λέξη της βγαίνει σαν μαχαιριά. – Δεν ξέρεις πώς είναι να νιώθεις αόρατη, – συνεχίζει. – Κάθε φορά που έλεγες για αυτά με τον Νίκο, ζήλευα, πονούσα. Ήθελα να γκρεμίσω το τέλειο κόσμο σου, να νιώσεις κι εσύ πως όλα μία στιγμή χάνονται! Η Ελένη την ακούει και πονάει – βλέπει μπροστά της μια Σοφία ξένη, πληγωμένη, όχι τη φίλη που ήξερε τόσα χρόνια. – Δηλαδή, ήθελες να χαλάσεις τη ζωή μου από ζήλια; – ρωτά απλά, με λύπη και όχι θυμό. – Τι να έκανα; – γελάει πικρά η Σοφία. – Πάντα εσύ πρωταγωνίστρια, εγώ στο περιθώριο. Όποιος με πλησίαζε, έφευγε. Παιδιά, έξοδα, και όλα δύσκολα. Το μόνο που ήθελα ήταν να καταλάβεις πώς νιώθω – να σπάσει ο τέλειος σου κύκλος. Ο Νίκος προχωράει, στέκεται δίπλα στην Ελένη, σαν προστατευτική ασπίδα. – Αρκετά, – λέει ξεκάθαρα. – Ήσουν άδικη. Τώρα πρέπει να το πληρώσεις. Η Σοφία δείχνει τύψεις, αλλά αμέσως κρύβεται πίσω από θυμό. – Τι θα κάνετε; Αστυνομία; – λέει με πρόκληση ψηλά τη φωνή. – Δεν μας νοιάζει η αστυνομία, – απαντά ψυχρά ο Νίκος. – Απλά θέλουμε να σταματήσεις. Να μην ξαναενοχλήσεις την Ελένη. Η Σοφία κοιτά την Ελένη, λύπη βαθιά περνά από τα μάτια της, αμέσως όμως αγριεύει πάλι: – Μην το παίζεις αθώα, – λέει κοφτά. – Πάντα φίρμα, πάντα το κέντρο. Πέρυσι στα γενέθλιά μου μιλούσαν όλοι μόνο για εσένα, για τη νέα δουλειά σου, για το ταλέντο σου. Εγώ, μόνη στη γωνία, κανείς μια καλή κουβέντα… Η Ελένη θυμάται τέλεια: εκείνη γελούσε, απολάμβανε τη βραδιά· η Σοφία, όμως, αφανής, κρατούσε τούρτα και κοιτούσε. Τώρα καταλαβαίνει τι ένιωθε. – Σοφία… ποτέ δεν είδα τη σχέση μας σαν ανταγωνισμό. Ήσουν πάντα φίλη μου, ίση. – Ήταν ποτέ; – λέει με νευρικότητα η Σοφία τραβώντας τα μαλλιά της. – Εσύ έχεις τα πάντα, εγώ τίποτα. Τα’ χασα μ’ όλο αυτό. Ο Νίκος ήρεμα παίρνει το λόγο: – Η ζήλια σε έφαγε εσωτερικά, όμως διάλεξες να πληγώσεις άλλους αντί να ζητήσεις βοήθεια. Δεν είναι σωστό. Η Σοφία λυγίζει. Τα δάκρυα της ξεφεύγουν, τα σκουπίζει γρήγορα: – Συγγνώμη. Δεν ήθελα να φτάσουμε ως εδώ, – λέει χαμηλόφωνα. – Χρόνια κρατούσα μέσα μου τον θυμό, το άδειασμα, τη ρουτίνα… Δεν αντέχω άλλο. Η Ελένη νιώθει μέσα της να ταράζεται. Την πληγώνει η πράξη, όμως νιώθει και λύπηση για τη φίλη της, που δείχνει αδύναμη, εξαντλημένη από μοναξιά, όχι κακιά. Θυμάται παλιότερη κουβέντα τους στο ίδιο καφέ όταν η Σοφία, κοιτώντας ανέκφραστα την κούπα της, είπε: … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences