Αθήνα, Σάββατο βράδυ Ακόμα μια μέρα κύλησε με ανησυχία. Μου φαίνεται πως γράφω αυτό το ημερολόγιο απλώς για να αδειάσω κάπου τα βάρη που δε λέγονται. Σήμερα, ο Πέτρος στάθηκε απέναντί μου, σκυμμένος...
Αθήνα, Σάββατο βράδυ Ακόμα μια μέρα κύλησε με ανησυχία. Μου φαίνεται πως γράφω αυτό το ημερολόγιο απλώς για να αδειάσω κάπου τα βάρη που δε λέγονται. Σήμερα, ο Πέτρος στάθηκε απέναντί μου, σκυμμένος ελαφρώς προς τα εμπρός και με παρακαλούσε να του τα πω όλα. Προσπάθησε να φανεί ήρεμος, σχεδόν τρυφερός, λες και φοβόταν μήπως και με πληγώσει με μια κακή λέξη. – Σε παρακαλώ, Ειρήνη, πες μου. Σ’ το υπόσχομαι, δε θα νευριάσω, μου είπε, αλλά το βλέμμα του ακτινοβολούσε δυσπιστία. Ένιωσα το γνωστό κάψιμο στη σπονδυλική μου στήλη, το ίδιο αίσθημα που πάντα με έκανες να τραβιέμαι πίσω. Κι άλλωστε – τότε ήμασταν χωρισμένοι, πρόσθεσε πιο σιγανά. Πήρα βαθιά ανάσα, έσφιξα τα δόντια. Η κούραση μου χτύπαγε τη σκέψη: Πόσο ακόμα να αντέξω; Πόσες φορές το ίδιο ερώτημα, οι ίδιες αμφιβολίες; Έσφιξα τα χείλη, προσπάθησα να μην υψώσω τη φωνή μου, μα τελικά βγήκε πιο έντονη απ’ όσο ήθελα: – Τίποτα! Δεν έγινε τίποτα! Φτάνει πια μ’ αυτό, κάθε μέρα τα ίδια! Σκέφτηκα ανόρεχτα γιατί είπα κάποτε το ναι στο να δοκιμάσουμε ξανά. Όλοι μου έλεγαν πως άνθρωποι σαν τον Πέτρο δύσκολα αλλάζουν, αλλά τότε πίστευα πως η αγάπη μας θα τα άλλαζε όλα. Τώρα μόνο ζύγισε πίκρα. Η φωνή του Πέτρου έγινε ξαφνικά κοφτερή: – Θα ρωτήσω τη Μαρίνα, είπε ασφαλείας. – Η κόρη μας δε θα μου πει ψέματα. Αυτά τα λόγια μ’ έκαναν έξαλλη – ένιωσα το αίμα να ζεσταίνει τα μάγουλά μου. – Ναι, να τη ρωτήσεις! Μόνο να θυμάσαι ότι είναι μόλις πέντε χρονών και όλο τον περασμένο χρόνο, άλλη τη φύλαγε, άλλος την πήγαινε παιδική χαρά! Δούλευα για να τη μεγαλώσω, το καταλαβαίνεις; Τι έχει πάρει τόσο στραβά; Με ποιους συναντήθηκα, με ποιους μίλησα... Δεν αφορά εσένα! Πέτρο, με έχεις φτάσει στα όριά μου! Μία φορά σου γύρισα την πλάτη, σκέφτεσαι πως δεν μπορώ και δεύτερη; Έμεινε ακίνητος για λίγο, με κοίταξε ξαφνιασμένος, ύστερα, με μια ειρωνία λέει: – Έχεις λεφτά για εισιτήριο; Κι αμέσως, σαν να συνειδητοποίησε τι είπε, αναδιπλώθηκε: – Συγγνώμη, δεν το εννοούσα έτσι. Απλώς είναι απίστευτη η επιμονή σου. Και σου είπα, δε θα ζηλεύω. Σκέψου το σε παρακαλώ. Δεν σκέφτηκα δευτερόλεπτο – άρπαξα το πρώτο που βρήκα μπροστά μου, ένα διακοσμητικό μαξιλάρι από τον καναπέ, και το εκσφενδόνισα πάνω του. Τον χτύπησε ελαφρώς στο μπράτσο, απλώς πληγώθηκε μάλλον το εγωισμό του. Πήγε να αντιδράσει, μα τότε εμφανίστηκε στην πόρτα η Μαρίνα. Η κορούλα μου, με το σομόν φορεματάκι και τα γεμάτα ενθουσιασμό μάτια, έτρεξε στην αγκαλιά του: – Μπαμπά, γύρισες! Μου έλειψες πολύ! Το βλέμμα του Πέτρου γέμισε υπεροψία – γύρισε και με κοίταξε για να μου δείξει ποιον αγαπάει η κόρη περισσότερο. Μετά, πήρε Μαρίνα αγκαλιά, τη σήκωσε ψηλά, και ξεκίνησαν τα γέλια. Η φωνή του ξανά τρυφερή. – Πάμε, καρδιά μου, να παίξουμε. Άσε τη μαμά να ξεκουραστεί λιγάκι. Κρατούσα ακόμα το πανί της κουζίνας σφιχτά, τα δάχτυλα άσπρα. Ήθελα να ουρλιάξω – τώρα χρησιμοποιεί και τη Μαρίνα για να με πολεμήσει; Έκανα προσπάθεια να κρατηθώ, να μη βουρκώσω. Τέλος, αρκετά. Τώρα πια πρέπει να φύγω. Το ‘χα πάρει απόφαση ήδη. Σε μια βδομάδα τελειώνουν τα μαθήματα, παίρνω το πιστοποιητικό μου και αγοράζω αεροπορικά εισιτήρια για όπου να ‘ναι, αρκεί να φύγω μακριά. Ο Πέτρος γελάει αν νομίζει πώς δεν έχω χρήματα – είμαστε στον 21ο αιώνα, δουλειά βρίσκεται παντού, ειδικά αν έχεις διάθεση και γνώσεις. Από το παράθυρο της κουζίνας κοίταξα κάτω: η οδός Ιπποκράτους γεμάτη κόσμο, αμάξια να περνούν ασταμάτητα, στα βιτρινάκια άρχισαν ν’ ανάβουν τα φώτα. Ψιθύρισα: – Τουλάχιστον αυτό έχει καλό η Αθήνα, τα χαρτιά εδώ μετράνε παντού. Δε θα δυσκολευτώ για μια καλή δουλειά, όπου και να πάω. Μια ανάσα ανακούφισης βγήκε αυθόρμητα. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα αυτοπεποίθηση, όχι απελπισία. Αποφάσισα: περιμένω το χαρτί μου και φεύγω...
Γιατί δέχτηκα να δώσω δεύτερη ευκαιρία; Ακόμα αναρωτιέμαι. Μάλλον επειδή τότε πραγματικά πίστευα πως μπορούσε να αλλάξει – γιατί μου το έλεγε με τόση ειλικρίνεια, με μάτια γεμάτα προσδοκία. Με είχε κατακλύσει ελπίδα για μια ενωμένη οικογένεια· να κάνουμε βόλτες όλοι μαζί στο πάρκο, να γιορτάζουμε Πάσχα όλοι μαζί, να ονειρευόμαστε. Γρήγορα όμως όλα ξαναγύρισαν όπως παλιά. Στην αρχή ο Πέτρος φερόταν άψογα, με βοηθούσε με τη Μαρίνα, μαγείρευε, με περίμενε με χαμόγελο. Μετά, τα ίδια τα παλιά: υποψίες, ατέλειωτες ερωτήσεις – “πού ήσουν;”, “σε ποιον μιλούσες;”, “γιατί άργησες;”. Δεν είχα κάνει τίποτα – ούτε εγώ, ούτε εκείνος. Η ζήλια ήταν το πρόβλημα. Ζήλευε το κάθε τι. Δεν τολμούσα να βρω δουλειά – “στο γραφείο είναι άντρες, θα φλερτάρουν” έλεγε. Να πάω χωρίς εκείνον στους γονείς μου; “ο ανύπαντρος γείτονας σου προσέχει τη μαμά” – γελούσα πικρά. Με τις φίλες μου; Την πρώτη φορά που ζήτησα να βγω, έκανε τον δύσκολο, μετά μούτρωσε κι έβγαλε κακία: – Τις φίλες σου μόνο ένα πράγμα τις νοιάζει, σχολίαζε ειρωνικά. Μονίμως σερφάρουν γύρω από άντρες! – Είναι ελεύθερες, έχουν αυτό το δικαίωμα, του έλεγα. Και με πείραζε που δεν άφηνε ούτε να χαρώ λίγο με τις δικές μου γυναίκες. – Να το κάνουν μόνες! Δεν χρειάζεται εσύ να παίρνεις παραδείγματα, έλεγε αυταρχικά. Γρήγορα οι φίλες σπάνιζαν – μετά σταμάτησε το τηλέφωνο τους. Δε μπορούσαν να καταλάβουν: “Τι σημαίνει δε σε αφήνει να βγεις;”. Έμεινα μόνη, χωρίς να έχω σε ποιον να μιλήσω. Οι γονείς μου στη Χαλκίδα, φίλοι τίποτα πια, ούτε συνάδελφοι. Κι εγώ με ένα μικρό παιδί, να παλεύω μόνη. Ένα βράδυ, την ώρα του δείπνου, μου πέταξε: – Ήρθε η ώρα να κάνουμε και δεύτερο παιδί! Έμεινα με το κουτάλι στο χέρι. Είχα μόλις πείσει τη Μαρίνα να φάει δυο μπουκιές – εκείνη γκρίνιαζε, έστριβε το στόμα, έριξε την κρέμα κάτω και γέλασε. Σήκωσα το βλέμμα στον Πέτρο· έβλεπε πολύ καλά ότι δεν αντέχω, αλλά το είπε σαν να είναι κάτι φυσιολογικό. Πώς μπορεί να ζητά δεύτερο παιδί τώρα που με το ζόρι τα βγάζω πέρα; – Βλέπω, έχεις άφθονο χρόνο τώρα, συνέχισε σαρκαστικά και πήρε πόζα “πως όλα είναι στο χέρι του”. Είδε ότι θέλεις να πας σε σεμινάρια; Γιατί; Αφού δε θα δουλέψεις ποτέ. Κατάπια με το ζόρι. Μόνο για λίγη εξέλιξη ήθελα, τίποτα παραπάνω. – Θέλω να εξελιχθώ, ποιο είναι το κακό; του είπα, νιώθοντας τα δάκρυα να με πιάνουν. – Θα το ξεχάσεις όταν έρθει ο γιος. Μετά δε θα έχεις καιρό για χαζομάρες, απάντησε σκληρά. Ταράχτηκα. Δεν αντέχεται πια. Έπρεπε να σκεφτώ λύση μόνη μου, ακίνητα. Η τελευταία σταγόνα ήρθε όταν απαγόρευσε να πάω στα γενέθλια του αδερφού μου. “Θα έχει άντρες, δεν είναι σωστό” φώναζε με μίσος. Του εξηγούσα – μόνο συγγενείς, μα δεν καταλάβαινε. Κι έτσι έφυγα. Μια μέρα που ήταν στη δουλειά, πήρα τα πράγματα μας, μάζεψα τα ρούχα της μικρής, πήρα τηλέφωνο τον αδερφό μου – δεν ήθελε εξήγηση, αμέσως συμφώνησε να βοηθήσει, βρήκε μέχρι και βανάκι για τα πράγματα. Φύγαμε αθόρυβα. Το μόνο που άφησα ήταν ένα σημείωμα στον πάγκο: “Δεν αντέχω άλλο. Θέλω η Μαρίνα να μεγαλώσει με ηρεμία”. Και εκείνη τη μέρα υπέβαλα αίτηση διαζυγίου. Στο δικαστήριο, ο Πέτρος φώναζε· δεν ήθελε, με κατηγορούσε, διέκοπτε, με έβγαζε ενοχλητική μάνα. Η δικαστής – μια κυρία αρκετά μεγάλη, με βαρύ βλεμμα, τον ‘έκοψε’ πολλές φορές: – Δεν βλέπω μέλλον σε αυτό τον γάμο, είπε απλά. Σας συμπονώ, κυρία Ειρήνη. Πέντε χρόνια σε τέτοιο άγχος δεν το αντέχει κανείς εύκολα. Ένιωσα, επιτέλους, πως έβγαλα μια τεράστια πέτρα από την καρδιά μου. Μετά το διαζύγιο πήγα με τη Μαρίνα στους γονείς. Βρήκα δουλειά, πέτυχα σιγά σιγά να ξαναχαμογελάσω. Η μετακόμιση ήταν δύσκολη – ταξίδι, εξηγήσεις σε όλους… Μα, όταν πέρασα το κατώφλι του μαμαδοσπιτού, ένιωσα όσο ποτέ ασφαλής. Γράφτηκα σε μαθήματα γραφιστικής – κάτι που πάντα ήθελα, αλλά ο Πέτρος έλεγε πως είναι “χαζά γυναικεία πράγματα”. Τώρα ασχολούμουν ώρες με σχέδια, πειραματιζόμουν με χρώματα και γραμματοσειρές· άρχισα να φτιάχνω το δικό μου χαρτοφυλάκιο. Η μάθηση με γέμιζε ενέργεια· ένιωθα ότι προχωράω. Δημιουργήθηκαν καινούριες γνωριμίες: συμμαθήτριες, γνωστές στο πάρκο, μια μαμά από την τάξη της Μαρίνας. Πρόσεξα πως χαμογελούσα πιο συχνά. Κάποιες φορές πήγαινα για καφέ με μια νέα παρέα – ανένταχτη, ελεύθερη από απαγορεύσεις και φόβους. Τα απογεύματα, καθόμουν στη μικρή αυλή του σπιτιού, έπινα δροσερό τσάι δυόσμο και παρατηρούσα τη Μαρίνα να κυνηγά τα ξαδέρφια της, να ταΐζει περιστέρια, να χτίζει σπιτάκια με καλαμάκια. Το γέλιο της ακούγονταν ξέγνοιαστο – ένιωθα ζεστασιά μέσα μου. “Έτσι πρέπει να είναι η ζωή”, σκεφτόμουν. “Χαρά, ηρεμία, να βλέπεις το παιδί σου να ευτυχεί.” Είχα αρχίσει να ελπίζω. Έφτιαχνα πλάνα: δουλειές γραφιστικής, να νοικιάσω μικρό σπίτι κοντά στου γονείς, να ξαναρχίσω απ’ την αρχή. Όμως ο Πέτρος παρουσιάστηκε ξανά ξαφνικά, έναν χρόνο μετά. Ήταν ημέρα στη Λαϊκή της Κυψέλης. Αγόραζα φρέσκα μήλα για πίτα. Γυρνούσα ανάμεσα στους πάγκους, διάλεγα προσεκτικά, και τότε το αισθανθηκα – ένα βλέμμα επίμονο στο σβέρκο. Γυρνάω και τον βλέπω: είχε αλλάξει, είχε αδυνατίσει, πρόσωπο πιο σκληρό. Κάτω από τα μάτια, μαύροι κύκλοι. Ήταν όμως το ίδιο παλιό βλέμμα – αυτό που με ζύγιζε διαρκώς. – Ειρήνη…, μουρμούρισε και προχώρησε. – Σε έψαχνα. Έκανα ένα βήμα πίσω, έσφιξα το καλάθι μου· έτρεμαν τα χέρια μου. – Γιατί; ψέλλισα όσο ήρεμα μπορούσα. – Άλλαξα, είπε σταθερά, κι έμεινε με μια δόση φόβου να με πλησιάσει. Τώρα κατάλαβα τι έχασα. Δεν μπορώ χωρίς εσάς. Ένιωσα ένα τράνταγμα στην ψυχή. Στιγμές παλιές με πλημμύρισαν – οι πρώτες βόλτες μας, τα γέλια της Μαρίνας όταν είδε ουράνιο τόξο, βράδια δίπλα στο τζάκι. Έκλεισα τα μάτια. – Δώσε μου μια ευκαιρία, παρακάλεσε. Μόνο μία. Θα αλλάξω. Στο υπόσχομαι. Έπεισε, με κάποιον τρόπο, για την ειλικρίνειά του – ήταν και η Μαρίνα που τον ζητούσε τόσο. Είχε ζωγραφίσει αμέτρητα σχέδια με τον μπαμπά να κρατιέται από χέρι μαζί μας. Δεν άντεχα άλλο να τη βλέπω λυπημένη. Συμφώνησα λοιπόν – με τον όρο ότι για τα επόμενα χρόνια δε θα ξαναμιλάμε για γάμο. Ήθελα ελεύθερη επικοινωνία με φίλους και συγγενείς, να δουλεύω και να ανασαίνω όπως θέλω. – Εντάξει, συμφωνώ! είπε βιαστικά – η ζήλος του μ’ έκανε να υποψιαστώ. Και μας πήρε στην Πάτρα – άγνωστη πόλη για μένα. Στην αρχή ένιωθα ανακούφιση – καινούρια αρχή! Μα εκεί ήταν η παγίδα. Μόνη, χωρίς φίλους, η ώρα με τους γονείς ελάχιστη πλέον. Και πάντα ο Πέτρος ήθελε να ακούει τι ειπώθηκε στο τηλέφωνο με τη μαμά: – Θέλεις να πάρουμε τους δικούς σου; Τώρα ξημερώνει στην Αθήνα. Πάντοτε “έτυχε” να είναι κοντά. Πάντα ήλεγχε, ερευνούσε ποιον μιλούσα. Κυρίως όμως, την ιδέα πως στον χρόνο του χωρισμού είχα βρει άλλον. Το απαιτούσε λεπτομέρειες – πότε, πού, πώς: – Πες αλήθεια. Δεν θα θυμώσω. Απλώς πες μου ποιος ήταν. Τα λόγια του δεν τα πίστευα· ήξερα πως ποτέ δε θα αποδεχόταν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί. Άνοιγε το κινητό μου, ήλεγχε τα μηνύματα, όποιος με χαιρέταγε στην πολυκατοικία έμπαινε στο στόχαστρο: – Γιατί τόσο ώρα συζητούσες; Τι σου είπε; Ήρεμα προσπαθούσα να εξηγήσω – απ’ τον ταχυμεταφορέα ως τη γειτόνισσα που μου ζήτησε να μαζέψω τα γράμματά της όταν θα λείπει. Μα εκείνος γκρίνιαζε πάντα: – Πάρα πολλά συμπτώσεις… Ένα βράδυ, η κορύφωση: – Πάλι με κάποιον μιλάς! ξέσπασε, τραβώντας το κινητό από τα χέρια μου, ενώ μιλούσα με την Κατερίνα. – Δώσε το τώρα! φώναξα. – Η Κατερίνα είναι! Αύριο πάμε τα παιδιά στο πάρκο. Σου το είπα! – Κατερίνα, ναι, γελάστηκε. Κι αυτά τα γελάκια τι είναι; Φλερτάρεις; – Τι σου φταίει; ξέφυγα, με το ζόρι να μη φωνάξω γιατί κοιμόταν η Μαρίνα δίπλα. – Γιατί δεν μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη; Εκείνη τη στιγμή αναγνώρισε στο βλέμμα μου ότι κάτι άλλαζε. Πήγε να με πιέσει ξανά – “Άνοιξε το κινητό, αν δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς”. Δεν υπέκυψα. – Όχι. Τέλος. Σου προειδοποίησα, καθόλου άλλος έλεγχος, καλά; – Πού θα πας; έκανε ένα βήμα επιθετικό. Δεν έχεις λεφτά, δεν έχεις δουλειά, δεν μπορείς να πληρώσεις νοίκι! – Κάνεις λάθος, του λέω και δεν κατέβασα το βλέμμα. Έχω τελειώσει τα μαθήματα γραφιστικής, έχω portfolio, η Κατερίνα ήδη μου βρήκε τα πρώτα projects. Και να σου πω κάτι; Δε φοβάμαι πια. Ξέρω πώς γίνεται να τα καταφέρνεις μόνη σου. Κεινες τις στιγμές μου φάνηκε πως ήταν αποφασισμένος ν’ ακούσει τα όρια. Από το παιδικό άκουσα τη φωνούλα της Μαρίνας: – Μαμά; Γιατί φωνάζεις; Έτρεξα αμέσως να τη σφίξω αγκαλιά. – … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
24#Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους