Αλέκος Παπαναστασίου PROTAGON (28.04.2026): Το ΠΑΣΟΚ, η καλή και η κακή Δικαιοσύνη «Οταν ανέλαβα την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, είχα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Η εμπειρία μου αυτά τα χρόνια έχει...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Αλέκος Παπαναστασίου PROTAGON (28.04.2026): Το ΠΑΣΟΚ, η καλή και η κακή Δικαιοσύνη «Οταν ανέλαβα την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, είχα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Η εμπειρία μου αυτά τα χρόνια έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη μου, και προς την εξουσία, το κράτος, τον Πρωθυπουργό και προς τη Δικαιοσύνη»: Αυτά δήλωνε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Νίκος Ανδρουλάκης, πριν από 14 μήνες, τον Φεβρουάριο του 2025, και, από τότε, μοιάζει να μην έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεχίζει να μην εμπιστεύεται την ελληνική Δικαιοσύνη. Ο αείμνηστος Σταύρος Τσακυράκης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, υποστήριζε πάντοτε ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να κρίνουν τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης με επιχειρήματα και ότι αυτή η κριτική δεν πλήττει το κύρος της. Δεν αναφερόταν, ωστόσο, σε ισοπεδωτικούς χαρακτηρισμούς, στους οποίους εύκολα διακρίνει κανείς όχι μόνον τον δημαγωγικό χαρακτήρα τους, αλλά και την υπόσχεση μιας αντεπίθεσης –σχεδόν αντεκδίκησης– εναντίον ανώτατων δικαστικών λειτουργών, επειδή δεν άρεσαν οι αποφάσεις τους. Το ζήτημα των υποκλοπών ίσως να μην αποδίδει πλέον τα αναμενόμενα επικοινωνιακώς. Εντούτοις, η απόφαση του Αρείου Πάγου να μη διατάξει την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο υπήρξε χθες το πραγματικό πολιτικό γεγονός. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα. Διότι άλλο είναι να ασκεί κανείς κριτική σε μια δικαστική κρίση και άλλο να μεταχειρίζεται τη Δικαιοσύνη ως όργανο πολιτικής επιβεβαίωσης: καλή όταν μας δικαιώνει, ύποπτη όταν μας διαψεύδει. Δεν είναι «άγγελος» ο δικαστής που επέβαλε τις βαριές ποινές για τις υποκλοπές, ούτε είναι «πιασμένη» η ηγεσία του Αρείου Πάγου επειδή έκρινε ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία για περαιτέρω έρευνα. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή α λα καρτ. Ούτε μπορεί ένα κόμμα εξουσίας να πανηγυρίζει όταν μια απόφαση εξυπηρετεί το αφήγημά του και να μιλά για συγκάλυψη όταν η επόμενη απόφαση δεν το εξυπηρετεί. Η δημαγωγία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου το προς απόδειξη παρουσιάζεται ως ήδη αποδεδειγμένο. Εκεί όπου η υποψία βαφτίζεται στοιχείο, η πολιτική εικασία γίνεται δικαστικό δεδομένο και η άρνηση του δικαστή να συμμετάσχει σε αυτή τη λογική εμφανίζεται ως απόδειξη συνενοχής. Είναι παλαιό τέχνασμα. Δεν χρειάζεται να πείσεις ότι υπάρχει συγκάλυψη· αρκεί να επαναλαμβάνεις ότι «κουκουλώνεται» κάτι. Δεν χρειάζεται να δείξεις το νέο στοιχείο· αρκεί να καταγγείλεις ότι κάποιοι δεν θέλουν να το δουν. Κατά τα γνωστά, ο κ. Ανδρουλάκης, αφού είπε όσα είπε για την απόφαση του Αρείου Πάγου, ζήτησε τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής. Θα φανεί τις επόμενες ημέρες αν θα συγκεντρωθούν οι 120 ψήφοι που απαιτούνται. Αλλά και τούτο έχει τη σημασία του. Διότι η μεταφορά μιας υπόθεσης από τη δικαστική κρίση στο κοινοβουλευτικό θέατρο δεν είναι πάντοτε ένδειξη θεσμικής επιμονής. Ενίοτε είναι ομολογία ότι η δικαστική οδός δεν έφερε το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Πίσω από αυτή τη ρητορική διακρίνεται και κάτι ακόμη βαρύτερο. Οχι απλώς η αμφισβήτηση μιας απόφασης, αλλά η προαναγγελία λογαριασμών που θα ανοίξουν εκ νέου αν και εφόσον αλλάξει ο συσχετισμός της εξουσίας. Τούτο υπήρξε, άλλωστε, το ύφος μιας ολόκληρης περιόδου: Τσίπρας, Παππάς, Παπαγγελόπουλος, Θάνου… Η Δικαιοσύνη ως πεδίο πολιτικής αναμέτρησης, ως μηχανισμός επανόρθωσης πολιτικών ηττών, ως μέσο αποδόσεως «ιστορικής δικαιοσύνης» από τους εκάστοτε νικητές. Το ΠΑΣΟΚ, αν θέλει πράγματι να διαφέρει, οφείλει να μη διολισθήσει σε αυτή την παράδοση. Η ουσία της διάταξης Τζαβέλλα, όπως παρουσιάζεται, είναι απλή: για να ανασυρθεί μια αρχειοθετημένη υπόθεση πρέπει να υπάρχουν νέα ουσιώδη στοιχεία. Οχι εντυπώσεις, όχι δημοσιογραφικές βεβαιότητες, όχι πολιτικές υποψίες. Στοιχεία. Και ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός έκρινε ότι τέτοια στοιχεία δεν εισφέρθηκαν από την ακροαματική διαδικασία. Ειδικώς ως προς την κατασκοπεία, κρίθηκε ότι δεν προέκυψε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου υπό την έννοια του νόμου. Επιπλέον, η διάταξη δεν έκρινε εκ νέου την πολιτική ουσία της υπόθεσης, ούτε επιχείρησε να απονείμει πιστοποιητικά αθωότητας στην κυβέρνηση. Εκρινε ένα συγκεκριμένο δικονομικό ζήτημα: αν τα πρακτικά της δίκης και όσα εισφέρθηκαν εκεί συνιστούν νέα στοιχεία, ικανά να ανατρέψουν προηγούμενη αρχειοθέτηση. Αυτή είναι λεπτή, αλλά κρίσιμη διάκριση. Διότι αν η ανάσυρση μιας δικογραφίας μπορούσε να γίνεται με βάση πολιτική πίεση, δημοσιογραφικό θόρυβο ή κομματική ανάγκη, τότε η ποινική διαδικασία θα μετατρεπόταν σε μηχανισμό διαρκούς πολιτικού εκβιασμού. Εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ πολιτικής και Δικαιοσύνης. Η πολιτική μπορεί να ζει από τις υποψίες. Η Δικαιοσύνη, όμως, οφείλει να κινείται με αποδείξεις. Η πολιτική μπορεί να υπαινίσσεται. Η Δικαιοσύνη πρέπει να τεκμηριώνει. Η πολιτική μπορεί να απαιτεί νέους γύρους διερεύνησης μέχρι να παραχθεί το επιθυμητό συμπέρασμα. Η Δικαιοσύνη, όμως, δεν μπορεί να εισέρχεται σε ατέρμονα κύκλο επαναλήψεων χωρίς νέο ουσιώδες υλικό. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο το έχουμε ξαναδεί. Οταν καταδικάστηκε ο Νίκος Παππάς, το ΠΑΣΟΚ επικαλέστηκε τη Δικαιοσύνη ως τεκμήριο πολιτικής κρίσεως. Οταν η Novartis προσέφερε στον ΣΥΡΙΖΑ πεδίο πολιτικής δικαίωσης, η δικαστική διαδικασία στα πρώιμά της στάδια (που ανατράπηκαν στη συνέχεια με αθωώσεις και αρχειοθετήσεις) εμφανίστηκε ως οριστική απάντηση στους αντιπάλους. Όταν όμως οι αποφάσεις δεν υπηρετούν το προσδοκώμενο συμπέρασμα, τότε ανακαλύπτονται «κουκουλώματα», «μεθοδεύσεις», «συγκαλύψεις». Αυτή είναι η επικίνδυνη ευκολία της εποχής. Ο σεβασμός στους θεσμούς παύει να είναι αρχή και γίνεται εργαλείο. Σηκώνεται ως σημαία όταν βολεύει και καταπατείται όταν ενοχλεί. Και το χειρότερο: η δυσπιστία προς τη Δικαιοσύνη δεν εκφέρεται πλέον από αγανακτισμένους πολίτες στα καφενεία ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά από αρχηγούς κομμάτων που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν. Εν τέλει, κανείς δεν ζητεί από το ΠΑΣΟΚ να σιωπήσει. Η αντιπολίτευση έχει δικαίωμα, και καθήκον, να ελέγχει. Αλλά όταν η κριτική μετατρέπεται σε συνολική απαξίωση της Δικαιοσύνης, τότε δεν πλήττει μόνον την κυβέρνηση που αντιμάχεται. Πλήττει και το θεσμικό έδαφος πάνω στο οποίο θα μπορούσε αύριο να ζητήσει να σταθεί η ίδια. Και αυτό, για ένα κόμμα που θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη σοβαρότητας, δεν είναι μικρό σφάλμα. Είναι πολιτική διολίσθηση. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους