«Τι κάνεις όλη μέρα;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, γεμάτη απορία και μια δόση ειρωνείας. Κάθομαι στην άκρη του καναπέ, με το μωρό στην αγκαλιά, τα μάτια μου βαριά από την αϋπνία. Τα...
25#
Πλήρες Κείμενο:
«Τι κάνεις όλη μέρα;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, γεμάτη απορία και μια δόση ειρωνείας. Κάθομαι στην άκρη του καναπέ, με το μωρό στην αγκαλιά, τα μάτια μου βαριά από την αϋπνία. Τα πιάτα στοιβαγμένα στον νεροχύτη, το πάτωμα γεμάτο παιχνίδια και πάνες. Η Μαρία, η πεθερά μου, περνάει από το σαλόνι και ρίχνει μια ματιά γεμάτη κριτική. «Παλιά, εμείς τα προλαβαίναμε όλα», μου λέει σιγανά, αλλά αρκετά δυνατά για να το ακούσω. Σφίγγω τα δόντια μου. Θέλω να φωνάξω, να της πω ότι δεν είναι τα πράγματα όπως παλιά. Ότι δεν έχω βοήθεια, ότι ο Νίκος δουλεύει πολλές ώρες, ότι η κόρη μας, η μικρή Ελένη, ξυπνάει κάθε δύο ώρες τη νύχτα. Αλλά δεν λέω τίποτα. Καταπίνω τα λόγια μου, όπως καταπίνω και τα δάκρυά μου κάθε βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται κι εγώ μένω ξύπνια, να σκέφτομαι αν κάνω κάτι λάθος. Το κινητό μου χτυπάει. Είναι η φίλη μου η Σοφία. «Πώς τα πας;» με ρωτάει. Θέλω να της πω την αλήθεια, να της πω ότι νιώθω αόρατη, ότι κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι μόνη με ένα μωρό. Αλλά λέω μόνο: «Καλά, κουρασμένη λίγο». Δεν θέλω να φανώ αδύναμη. Δεν θέλω να νομίζουν ότι δεν τα καταφέρνω. Το βράδυ, όταν ο Νίκος γυρίζει σπίτι, τον περιμένω με μια αμυδρή ελπίδα ότι θα με ρωτήσει πώς ήταν η μέρα μου, ότι θα δει την κούραση στα μάτια μου. Αντί γι’ αυτό, αφήνει τα κλειδιά στο τραπέζι και ρωτάει: «Τι έχουμε για φαγητό;» Κοιτάζει γύρω του, βλέπει το χάος και σηκώνει τα φρύδια. «Δεν πρόλαβες να μαζέψεις λίγο;» «Δεν πρόλαβα, Νίκο. Η Ελένη δεν με άφησε λεπτό. Έκλαιγε, ήθελε αγκαλιά, μετά άλλαγμα, μετά πάλι αγκαλιά. Δεν πρόλαβα ούτε να φάω», του λέω, προσπαθώντας να συγκρατήσω τη φωνή μου να μην τρέμει. «Μα τι κάνεις όλη μέρα;» Η ερώτησή του με διαπερνά σαν μαχαίρι. Θέλω να ουρλιάξω. Θέλω να του δείξω τα χέρια μου, που τρέμουν από την κούραση, τα μάτια μου, που έχουν ξεχάσει πώς είναι να κοιμούνται. Θέλω να του πω ότι νιώθω μόνη, ότι φοβάμαι πως χάνω τον εαυτό μου. Αλλά δεν λέω τίποτα. Πηγαίνω στο δωμάτιο, κλείνω την πόρτα και αφήνω τα δάκρυα να κυλήσουν. Τις επόμενες μέρες, η κατάσταση δεν αλλάζει. Η Μαρία συνεχίζει να σχολιάζει, ο Νίκος συνεχίζει να μην καταλαβαίνει. Μια μέρα, καθώς αλλάζω την Ελένη, ακούω τη φωνή της πεθεράς μου από το σαλόνι: «Δεν είναι δουλειά αυτή, να κάθεται όλη μέρα με το παιδί. Εμείς δουλεύαμε στα χωράφια και μεγαλώναμε και πέντε παιδιά!» Αυτή τη φορά δεν αντέχω. Βγαίνω από το δωμάτιο με την Ελένη στην αγκαλιά. «Μαρία, δεν είναι εύκολο. Δεν είναι όπως παλιά. Είμαι μόνη μου, δεν έχω βοήθεια. Το παιδί θέλει συνέχεια φροντίδα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνη μου!» Με κοιτάζει με ένα βλέμμα που δεν μπορώ να διαβάσω. «Έτσι είναι η ζωή, κορίτσι μου. Πρέπει να αντέχεις.» Το βράδυ, όταν ο Νίκος γυρίζει, του λέω: «Θέλω να με βοηθήσεις. Δεν αντέχω άλλο μόνη μου. Νιώθω ότι δεν με βλέπεις, ότι δεν καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι.» Με κοιτάζει ξαφνιασμένος. «Νόμιζα ότι περνάς καλά στο σπίτι. Ότι ξεκουράζεσαι.» 👇😮 Η αλήθεια αποκαλύπτεται πιο κάτω… συνέχισε 👇 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους