[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Γιαγιά, γιατί μου έδωσες μόνο εκατό ευρώ;» Η φωνή του μικρού μου εγγονού, του Νικόλα, αντήχησε στο σαλόνι, γεμάτη απορία και μια αδιόρατη πίκρα. Είχα μόλις τελειώσει να μαζεύω τα πιάτα από το...

25#

Πλήρες Κείμενο:

«Γιαγιά, γιατί μου έδωσες μόνο εκατό ευρώ;» Η φωνή του μικρού μου εγγονού, του Νικόλα, αντήχησε στο σαλόνι, γεμάτη απορία και μια αδιόρατη πίκρα. Είχα μόλις τελειώσει να μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι των γενεθλίων του, όταν τον είδα να κάθεται μόνος του στη γωνία, με το φάκελο στο χέρι. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Εγώ ήξερα πολύ καλά τι είχα βάλει μέσα στον φάκελο: πεντακόσια ευρώ, για να πάρει το κινητό που τόσο ήθελε και για το οποίο μάζευε χρήματα εδώ και μήνες. «Τι εννοείς, αγόρι μου;» τον ρώτησα, προσπαθώντας να κρύψω την ανησυχία μου. «Έδωσα στον μπαμπά σου πεντακόσια ευρώ να σου τα δώσει, μαζί με μια ευχή.» Ο Νικόλας με κοίταξε με μάτια γεμάτα αθωότητα και σύγχυση. «Στον φάκελο είχε μόνο εκατό ευρώ και το χαρτάκι με την ευχή σου, γιαγιά. Ο μπαμπάς μου είπε ότι αυτά του έδωσες.» Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Ο γιος μου, ο Μάρκος, πάντα ήταν ειλικρινής μαζί μου. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. Από τότε όμως που παντρεύτηκε τη δεύτερη γυναίκα του, την Ελένη, κάτι είχε αλλάξει. Η Ελένη, μια γυναίκα με ψυχρό βλέμμα και πάντα προσεγμένη εμφάνιση, είχε φέρει μια αδιόρατη απόσταση ανάμεσά μας. Δεν ήμουν ποτέ σίγουρη αν με συμπαθούσε ή αν απλώς με ανεχόταν για χάρη του Μάρκου και του Νικόλα. Το ίδιο βράδυ, όταν έφυγαν όλοι και το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή, κάθισα στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι τσάι. Οι σκέψεις μου έτρεχαν. Μήπως έκανα λάθος; Μήπως μπέρδεψα τα χρήματα; Όχι, θυμόμουν ξεκάθαρα τη στιγμή που έβαλα τα πεντακοσάρικα στον φάκελο. Θυμόμουν ακόμα και το τρέμουλο στα χέρια μου, από τη συγκίνηση που θα έβλεπα το χαμόγελο του εγγονού μου. Την επόμενη μέρα, πήρα τηλέφωνο τον Μάρκο. «Γιε μου, ήθελα να σε ρωτήσω για τα χρήματα που σου έδωσα για τον Νικόλα. Του τα έδωσες όλα;» Η φωνή του ήταν ψυχρή, σχεδόν αμυντική. «Μαμά, φυσικά. Του έδωσα ό,τι μου έδωσες. Μην αρχίζεις τώρα...» «Μάρκο, σε παρακαλώ. Ξέρω τι έβαλα στον φάκελο. Ο Νικόλας μου είπε ότι βρήκε μόνο εκατό ευρώ.» Ακούστηκε μια παύση, και μετά η φωνή της Ελένης στο βάθος. «Τι συμβαίνει;» Ο Μάρκος χαμήλωσε τη φωνή του. «Μαμά, δεν είναι ώρα για τέτοια. Θα μιλήσουμε άλλη στιγμή.» Και το τηλέφωνο έκλεισε απότομα. Έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό, με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά μου. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς έγινε ο γιος μου ξένος; Η Ελένη είχε μπει στη ζωή μας σαν αέρας που σβήνει το φως. Δεν ήταν ποτέ αγενής, αλλά πάντα υπήρχε μια απόσταση, μια ψυχρότητα. Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, καθόταν δίπλα στον Μάρκο και σπάνια μιλούσε. Όταν μιλούσε, ήταν πάντα για πρακτικά θέματα: το σχολείο του Νικόλα, τα ψώνια, τα οικονομικά. Ποτέ για συναισθήματα, ποτέ για παλιές ιστορίες. Τις επόμενες μέρες, ο Νικόλας με πήρε τηλέφωνο. «Γιαγιά, ο μπαμπάς είναι θυμωμένος. Η Ελένη δεν θέλει να μιλάω για τα χρήματα. Μου είπε να μην ανακατεύομαι σε τέτοια.» Η φωνή του ήταν σβησμένη. Ένιωσα την οργή να φουντώνει μέσα μου. Πώς τολμούσε η Ελένη να του πει να μην μιλάει; Ήταν το παιδί μου, το εγγόνι μου! Ποιος της έδωσε το δικαίωμα να βάζει όρια ανάμεσά μας; Αποφάσισα να πάω από το σπίτι τους. Χτύπησα το κουδούνι με τα χέρια να τρέμουν. Η Ελένη άνοιξε την πόρτα, με το γνωστό της παγωμένο χαμόγελο. «Καλησπέρα, κυρία Μαρία. Ο Μάρκος λείπει. Θέλετε κάτι;» «Θέλω να δω τον εγγονό μου και να μιλήσω με τον γιο μου. Είναι μέσα ο Νικόλας;» Η Ελένη δίστασε, αλλά τελικά με άφησε να περάσω. Ο Νικόλας ήρθε τρέχοντας και με αγκάλιασε. Η καρδιά μου μαλάκωσε για λίγο. Καθίσαμε στο σαλόνι, με την Ελένη να μας παρακολουθεί διακριτικά από την κουζίνα. «Γιαγιά, δεν θέλω να μαλώνετε για μένα...» ψιθύρισε ο Νικόλας. «Δεν μαλώνουμε, αγόρι μου. Απλώς θέλω να ξέρω τι έγινε.» 👀 Η ιστορία συνεχίζεται ακριβώς από κάτω 👇 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences