[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

– Μαμά, ήρθα! – φώναξε δυνατά η Κατερίνα καθώς μπήκε στο διαμέρισμα και άφησε προσεκτικά το σακίδιό της δίπλα στην πόρτα. Πήρε βαθιά ανάσα προσπαθώντας να μετριάσει την αγωνία της: το να επιστρέφει...

25#

Πλήρες Κείμενο:

– Μαμά, ήρθα! – φώναξε δυνατά η Κατερίνα καθώς μπήκε στο διαμέρισμα και άφησε προσεκτικά το σακίδιό της δίπλα στην πόρτα. Πήρε βαθιά ανάσα προσπαθώντας να μετριάσει την αγωνία της: το να επιστρέφει από το σχολείο ήταν πάντα αγχωτικό – ποτέ δεν ήξερε τι διάθεση θα είχε η μητέρα της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόταν μην πεταχτεί έξω απ’ το στήθος, ενώ οι παλάμες της ίδρωσαν αθέλητα. Μέσα στη σιγαλιά του σπιτιού ακούστηκε η κοφτή, σχεδόν μαστιγωτή φωνή της μητέρας: – Λοιπόν; Τι έγινε πάλι; Πάλι κακό βαθμό έφερες; Η Κατερίνα τινάχτηκε ολόκληρη και κατέβασε τα μάτια της, καρφώνοντας το βλέμμα στα πολυφορεμένα της αθλητικά. Δώδεκα χρονών κιόλας, είχε μάθει πλέον αυτό τον τόνο — της ηχούσε στ’ αυτιά καθημερινά, κάνοντάς την να κουλουριάζεται μέσα της και να κρύβει τα συναισθήματά της βαθιά, λες κι έθαβε τα πάντα κάπου μακριά. Ένα σφίξιμο στο στήθος και μια αίσθηση ότι κάποιος της πάγωνε την καρδιά, ενώ η ανάσα της έσπαγε σε κομμάτια. – Όχι, μαμά... Πήρα τέσσερα στα μαθηματικά, – ψιθύρισε η Κατερίνα, προσπαθώντας να αποφύγει τα μάτια της μητέρας. Η φωνή της έτρεμε, φανερώνοντας το φόβο της. – Μόνο λίγο έλειπε για το πέντε... Η Μαρία τινάχτηκε από τον καναπέ – ξεφύλλιζε ως τότε λάιφσταϊλ περιοδικό – και βάδισε με βαριά βήματα προς το μέρος της κόρης της. Το πρόσωπό της στράβωσε απ’ το θυμό· τα φρύδια συναντήθηκαν ακριβώς ανάμεσα στα μάτια, το στόμα της σφίχτηκε και τα μάτια της έλαμψαν με σκληρότητα. – Τέσσερα; Σοβαρολογείς; – φώναξε εκνευρισμένη η μητέρα. – Η κόρη μου δεν γίνεται να παίρνει τεσσάρια! Έχεις ιδέα τι λέει ο κόσμος; Θα νομίζουν ότι είμαι κακή μάνα, ότι δεν κατάφερα να σε μεγαλώσω σωστά! – Προσπάθησα... – ψέλλισε η Κατερίνα, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό. – Η άσκηση ήταν πολύ δύσκολη… Χτες δούλεψα δυο ώρες πάνω της... – Δύσκολη! – τη χλεύασε η μητέρα με ειρωνικό χαμόγελο. – Μόνο που βαριέσαι! Πάλι πάνω στο κινητό ήσουν! Συνέχεια διασπάσαι σε χαζομάρες! Άρπαξε το σακίδιο της Κατερίνας, το τίναξε δυνατά, και τα πάντα χύθηκαν στην είσοδο – τα τετράδια σκορπίστηκαν σαν τρομαγμένα πουλιά, το κασετίνα άνοιξε και τα στυλό με τα μολύβια κύλησαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Κατερίνα έμεινε κοκαλωμένη, με κόπο κρατώντας τα δάκρυά της. Δεν είχε υπάρξει στιγμή που να μην είχε προσπαθήσει ειλικρινά, κάνοντας ασκήσεις επί ώρες, διαβάζοντας το βιβλίο, ψάχνοντας για παραδείγματα στο ίντερνετ... Χωρίς να ακούσει καμία διαμαρτυρία, η μητέρα την έσπρωξε έξω απ’ το διαμέρισμα: – Μέχρι να μάθεις να λύνεις τέτοιες ασκήσεις, να μη γυρίσεις πίσω! Και τέλος με τα τεσσάρια! Κατάλαβες; Η πόρτα έκλεισε πίσω της με πάταγο, και το αντίλαλο έσχιζε την ψυχή της Κατερίνας με αιχμηρό πόνο. Έμεινε εκεί, κρατώντας μόνο ένα τετράδιο που είχε προλάβει να περισώσει. Τα δάκρυα έτρεχαν ζεστά στα μάγουλά της, στάζοντας πάνω στο εξώφυλλο και αφήνοντας σκοτεινά στίγματα. «Γιατί πάντα έτσι;» σκεφτόταν, κατεβαίνοντας αργά τα σκαλιά, λες και κάθε σκαλί ήταν κάποιο αόρατο εμπόδιο. Αγκαλιάστηκε προσπαθώντας να ζεσταθεί — το μπουφάν της έμεινε μέσα, κι ο κρύος αέρας τρύπωνε ως το κόκαλο. Πόσο της έλειπε ο πατέρας της! Ο πατέρας της ήξερε πάντα πώς να ηρεμήσει τη μαμά, έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις, ελάφρωνε το κλίμα με ένα αστείο ή μια γλυκιά κουβέντα. Όμως τώρα ήταν μακριά – δούλευε σε εργοτάξιο στη Βόρεια Ελλάδα, σε ένα μικρό χωριό κοντά στην Κοζάνη, βοηθώντας σε μια νέα μονάδα της ΔΕΗ. Της τηλεφωνούσε κάθε βδομάδα· ρωτούσε για τα νέα της, της υποσχόταν δώρα… Όμως το κενό της απουσίας του, της βάραινε στους ώμους σαν πέτρα. Η πρώτη φορά που η μητέρα της είχε φωνάξει, ήταν πριν χρόνια. Ήταν εννιά όταν πήρε τη χειρότερη βαθμολογία στα Νέα Ελληνικά. Τότε η μητέρα της φώναξε, τη γραπωσε από το χέρι και πόνεσε τόσο που της άφησε κόκκινο σημάδι: – Με ντροπιάζεις μπροστά σε όλους! Πώς να αντικρίσω τις γειτόνισσες; Θα πουν ότι είμαι άχρηστη μάνα! Η Κατερίνα το είχε εξομολογηθεί στον πατέρα της τότε. Εκείνος είχε εξοργιστεί, προσπάθησε να εξηγήσει στη Μαρία ότι οι βαθμοί δεν είναι το παν. Την επόμενη μέρα, όταν έφυγε ο Παναγιώτης για τη δουλειά, η μητέρα της φώναξε την Κατερίνα στο δωμάτιο. – Αν ξαναπείς κουβέντα στον πατέρα σου, – της ψιθύρισε σκληρά, πιέζοντας τον ώμο της τόσο που θα μείνουν μελανιές, – θα περάσεις χειρότερα. Μην τολμήσεις ποτέ να τον ενοχλήσεις με παιδικές ανοησίες! Από τότε η Κατερίνα έμαθε να σωπαίνει. Έκανε τα πάντα τέλεια για να είναι αόρατη, όμως πάντα η μητέρα της έβρισκε αφορμή για να της κάνει παρατήρηση. Κάθε πρωί ξεκινούσε με εξονυχιστικό έλεγχο του ημερολογίου, κάθε βράδυ με ανάκριση για τους βαθμούς. Καμιά φορά φοβόταν ακόμα και να μπει στο σπίτι, λες και περπατούσε σε πάγο που έτοιμος είναι να ραγίσει. Μια μέρα, ενώ καθάριζε το δωμάτιό της, άκουσε τυχαία τη μητέρα της να μιλά ανοιχτά στο κινητό με τη φίλη της, την Όλγα. Η Κατερίνα στάθηκε σιωπηλή πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα. – Δεν ήθελα παιδί, Όλγα, αλλά ο Παναγιώτης επέμενε. Έλεγε πως οικογένεια χωρίς παιδί δεν είναι οικογένεια. Φοβόμουν μην τον χάσω. Είχα ελπίσει να ήταν αγόρι, να είναι πιο κοντά σ’ εκείνον… Και βγήκε η Κατερίνα... Κι αυτός όλο μαζί της ασχολείται, εμένα με ξέχασε εντελώς! – Ζηλεύεις την ίδια σου την κόρη; – ακούστηκε απορημένη η Όλγα. – Δεν είναι ζήλια, αλλά… τα χαλάει όλα! Για εκείνη μαλώνουμε! Καλύτερα να μην υπήρχε… – τα λόγια της μάνας χτύπησαν την Κατερίνα σαν μαχαίρι. Η Κατερίνα έμεινε ακίνητη, κι ένιωσε τη ψυχή της να τυλίγεται σφιχτά· ένας κόμπος στο λαιμό και μάτια που έκαιγαν. Αναχώρησε αθόρυβα, πήγε στο δωμάτιό της και βούτηξε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι για να πνίξει τα κλάματά της. Από τότε έγινε ακόμα πιο αόρατη, όμως δεν έπιανε – η μητέρα της πάντα έβρισκε λόγο να ξεσπάσει… ~~~~~~~~~~~~ – Κατερίνα; Τι κάνεις εκεί παιδί μου; – ακούστηκε πίσω της μια ζεστή, ήρεμη φωνή. Η Κατερίνα γύρισε. Μπροστά της στεκόταν η κυρία Αλεξάνδρα, η γειτόνισσα απ’ το ισόγειο. Μια γλυκιά κυρία με γκρίζες μπούκλες, προσεγμένη κόμμωση και βαθιά κουρασμένα αλλά ζεστά μάτια. Φορούσε ρόμπα με λουλούδια και αφράτες παντόφλες που έμοιαζαν κομμένες και ραμμένες για την άνεση του σπιτιού. – Με πέταξε έξω η μαμά... – ψιθύρισε η Κατερίνα, με σπασμένη φωνή να προδίδει τον όλο της πόνο. – Πάλι για βαθμούς; – αναστέναξε η Αλεξάνδρα, την κοίταξε με τόση κατανόηση που η Κατερίνα παραλίγο να ξεσπάσει ξανά. – Έλα μέσα, παιδί μου, κάνει κρύο απόψε, θα βραχείς. Της έπιασε το χέρι – ζεστό και απαλό – και την πήρε στο δικό της σπιτικό. Εκεί μύριζε βανίλια και φρέσκο τσάι, κι απ’ το περβάζι ανθούσαν φούξιες γεράνιες κόντρα στον ουρανό της Αθήνας. – Κάτσε, να σου φτιάξω μερικά τοστάκια – είπε η Αλεξάνδρα, βάζοντας το βραστήρα να ζεστάνει. – Πες μου, τι έγινε πάλι; Είμαι εδώ για σένα. Η Κατερίνα κάθισε στο τραπέζι, κοιτώντας το τραπεζομάντηλο με ζωγραφισμένες μαργαρίτες. Τα χέρια της ακόμα έτρεμαν, ο κόμπος στο λαιμό εκεί. – Απλώς πήρα τέσσερα, – ξέσπασε σε λυγμό. – Λέει ότι την ντροπιάζω. Ότι είμαι τεμπέλα και άχρηστη. Ότι εξ’ αιτίας μου φαίνεται κακή μητέρα... – Μη δίνεις σημασία, – απάντησε αυστηρά η Αλεξάνδρα, κόβοντας το ψωμί με ήρεμες κινήσεις. – Είσαι έξυπνο, υπέροχο παιδί, η μητέρα σου μάλλον κάτι άλλο κουβαλάει μέσα της, για αυτό ξεσπά σε σένα. Θες να της μιλήσω; Να της εξηγήσω ότι αυτό δεν είναι σωστό; – Όχι... – τραύλισε η Κατερίνα, σκουπίζοντας τα μάτια της με το μανίκι. – Μόνο ο μπαμπάς θα μπορούσε να βοηθήσει, αλλά λείπει... Η Αλεξάνδρα της χάιδεψε τα μαλλιά με τρυφερότητα και η Κατερίνα ένιωσε ότι για πρώτη φορά κάποιος όντως την καταλαβαίνει. Έφαγε λίγο απ’ τα τοστάκια–ήταν υπέροχα, με πικάντικο κασέρι και λεπτή καπνιστή γαλοπούλα – κι ήπιε λίγο τσάι που μύριζε δυόσμο και φλαμούρι. – Ο μπαμπάς σου δεν θα σε αφήσει, – της είπε. – Αν δεν γυρίσει, τουλάχιστον να του μιλήσεις σοβαρά. Σε αγαπάει, φαίνεται! Η Κατερίνα μετά από καιρό, ένοιωσε κάπως καλύτερα. Μια μικρή ελπίδα άνθιζε μέσα της. ************************* Δύο εβδομάδες μετά, κάτι αναπάντεχο συνέβη. Η Κατερίνα γύρισε από το σχολείο και έμεινε ακίνητη: στην είσοδο είδε τα παπούτσια του μπαμπά – γεμάτα χωματόνερο απ’ την επαρχία, ταλαιπωρημένα στα δάχτυλα. Είχε έρθει νωρίτερα; Η καρδιά της σκιρτούσε από λαχτάρα κι αγωνία. Από το σαλόνι ακούγονταν φωνές: – Δεν μπορείς απλώς να σηκωθείς να φύγεις! Είμαστε οικογένεια! – ούρλιαζε η μητέρα. – Οικογένεια; – απαντούσε ήρεμα αλλά αποφασιστικά ο Παναγιώτης. – Τι ονομάζεις οικογένεια όταν τρομοκρατείς το ίδιο σου το παιδί; Μίλησα με τους δασκάλους, με την κυρία Αλεξάνδρα. Τα ξέρω όλα, Μαρία. Για κάθε φωνή, για κάθε προσβολή, για το πώς την κάνεις να νιώθει σκουπίδι. – Αυτά σου είπε η κόρη σου; Αυτή λέει ψέματα! – Ξέρω πώς της φέρεσαι. Την τρομάζεις, την υποτιμάς, της καταστρέφεις τα παιδικά χρόνια. Φοβάται να μπει στο σπίτι· της έχεις απαγορεύσει να μου μιλάει! – Την κακομαθαίνεις! Πρέπει να ξέρει ότι τίποτα δεν χαρίζεται! – Όχι όμως με τίμημα τη ψυχική της υγεία! – η φωνή του Παναγιώτη πήρε τόνο αλύγιστου. – Δεν θα αφήσω να την τσακίσεις πλέον… – Αν φύγεις, δεν θα σε αφήσω να τη βλέπεις! – καταρρέοντας έσταζε η Μαρία. – Ποιός σου είπε ότι θα μείνει μαζί σου; – απάντησε παγωμένα ο Παναγιώτης, κοιτώντας τη γυναίκα του χωρίς καμία λύπηση. – Δεν είσαι μάνα! Δε θα σε αφήσω ξανά να βλάψεις την Κατερίνα! Βγήκε στον διάδρομο, είδε την Κατερίνα και όλο το πρόσωπό του άλλαξε — γεμάτο τρυφερότητα. Ξαπόστασε μπροστά της, της πήρε τα χέρια: ζεστά και σίγουρα, σαν οικεία φωλιά. – Κοριτσάκι μου, δεν θα σε αφήσω ποτέ. Στ’ ορκίζομαι. Τα πάντα είναι έτοιμα. Την αγκάλιασε, κι η Κατερίνα για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια ένιωσε πραγματική ασφάλεια. Δεν είχε κουράγιο να του πει ακόμα όσα κουβαλούσε μέσα της, αλλά αρκούσε να στέκεται δίπλα του και να νιώθει πως δεν ήταν μόνη. – Μπαμπά, – ψιθύρισε, χώνοντας το πρόσωπο στον ώμο του, – θα μείνουμε ποτέ οι δυο μας; – Και βέβαια! – της χαμογέλασε πλατιά. – Βρήκα κιόλας διαμέρισμα στα Πατήσια κι έπιασα δουλειά τριγύρω. Θα συνεχίσεις το ίδιο σχολείο κι εμείς θα ζούμε μαζί· θα φτιάχνουμε μαζί βραδινό, θα βλέπουμε ταινίες, θα γελάμε όσο θέλουμε. Συμφωνείς; Η Κατερίνα έγνεψε χαμογελώντας με δάκρυα – μια νέα ελπίδα ξεμυτούσε σαν πρώτο μπουμπούκι. Τον αγκάλιασε σφιχτά· το στρες των χρόνων έφευγε σιγά σιγά από πάνω της. – Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά. Ο Παναγιώτης την χάιδεψε απαλά. – Εγώ σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Θα κάνω τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη. Όξω είχε σταματήσει η βροχή κι οι πρώτες ηλιαχτίδες έμπηκαν χρυσαφένιες από το παράθυρο. Η Κατερίνα χαμογέλασε – πρώτη φορά εδώ και καιρό πίστεψε πως κάτι καλό την περιμένει. Εκείνη τη στιγμή, η Μαρία πετάχτηκε από το σαλόνι, τα μάτια της έλαμπαν από κακία, το στόμα της έσταζε πίκρα. – Θα το μετανιώσετε! – σφύριξε τρέμοντας απ’ το θυμό. – Νομίζετε ότι θα ξεμπερδέψετε μ’ εμένα έτσι εύκολα; Θα δείτε τι σημαίνει πραγματική τιμωρία! Ο Παναγιώτης στάθηκε μπροστά απ’ την Κατερίνα, αποφασισμένος αυτή τη φορά να μην υποχωρήσει σε τίποτα. – Μαρία, – σταθερά της είπε, – τελειώσαμε. Εγώ και η Κατερίνα θα ζήσουμε μόνοι μας. Δεν είναι παράκληση· είναι απόφαση. – Θα σας διαλύσω! – τραύλισε η Μαρία, κι η φωνή της θρυμμάτιζε τη σιγή του σπιτιού. – Θα παρακαλάτε για έλεος! Η Κατερίνα έσφιξε τον μπαμπά της όσο πιο δυνατά μπορούσε, ένιωσε όμως το χέρι του να την στηρίζει και να διώχνει το φόβο. – Έλα, Κατερίνα μου. Εδώ δεν έχουμε πια δουλειά. Την κράτησε από το χέρι κι άνοιξε την πόρτα. Η Μαρία έμεινε παγωμένη στο κατώφλι, τα χέρια της σφιγμένα. – Θα το μετανιώσετε! – ωρυόταν πίσω τους καθώς η πόρτα κλείνει κόβοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν. ********************** Οι επόμενες μέρες θύμιζαν παραμύθι για την Κατερίνα και τον Παναγιώτη — σχεδόν λες και είχαν μεταφερθεί σε άλλον κόσμο, χωρίς φωνές και φόβο. Μετακόμισαν σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στα Άνω Πατήσια: φωτεινό, με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν σε αυλή με πλατάνια. Ο Παναγιώτης δούλευε σε τοπική τεχνική εταιρεία – οι γνώσεις του ως μηχανικού ήταν ανάρπαστες. Τα πρωινά ξεκινούσαν με ζεστό χαμόγελο και κοινό πρωινό· η Κατερίνα έκοβε φρούτα, εκείνος τηγάνιζε ομελέτες. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ γέμιζε το σπίτι. Τα βράδια βόλτες στο πάρκο, τάισμα πάπιες στη λιμνούλα, επιτραπέζια παιχνίδια, κινηματογραφικές βραδιές τυλιγμένοι σε κουβέρτα. Η Κατερίνα, πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένιωσε ελεύθερη πραγματικά. Μια μέρα του έδειξε το ημερολόγιο με χέρια που έτρεμαν ελαφρώς. – Κοίτα, μπαμπά! Πέντε στα μαθηματικά! – η φωνή της έτρεμε από χαρά και περηφάνια. Ο Παναγιώτης χαμογέλασε πλατιά, της χάιδεψε το κεφάλι: – Μπράβο κορίτσι μου! Βλέπεις τι γίνεται όταν δεν σε βασανίζει το άγχος; Είμαι τόσο περήφανος! Η Κατερίνα τον αγκάλιασε ευτυχισμένη. Δεν είχε πια να φοβηθεί, να δικαιολογείται ή να κρύβεται. – Μπαμπά, – ψιθύρισε – μπορούμε να πάμε μία μέρα στο Αττικό Πάρκο; Θέλω τόσο να δω τις καμηλοπαρδάλεις… Και τις μαϊμούδες – είναι τόσο αστείες! – Φυσικά. Το σαββατοκύριακο πάμε! Θα πάρουμε τοστ, θα ταΐσουμε περιστέρια και θα περάσουμε τέλεια! Θα βγάλουμε και φωτογραφίες μαζί! – Γιούπι! – φώναξε η Κατερίνα γελώντας με όλη της την ψυχή. *************************** Εν τω μεταξύ, η Μαρία τριγυρνούσε μόνη στο τυφλό, αδειανό σπίτι. Η σιωπή την έπνιγε, της θύμιζε ότι έμεινε τελείως μόνη. Ο θυμός κι η ζήλια κατέτρωγαν τα σωθικά της. Μηχανικά, σχεδίαζε πώς να εκδικηθεί τον Παναγιώτη και την Κατερίνα, νεκρώνοντας τη λογική της. «Ο πρώτος του χτύπημα θα είναι στην δουλειά... Έχω άκρες στους εργολάβους, θα τους πω ότι είναι ανίκανος. Στην Κατερίνα θα βάλω κάτι στο σακίδιό της και θα την κατηγορήσω για κλοπή... Ή θα στείλω ανώνυμα γράμματα στο σχολείο...» Άπλωσε ένα μπλοκάκι και άρχισε να γράφει μανιασμένα τα σχέδια εκδίκησης, τόσο έντονα που το στυλό λύγισε. Δεν κατάλαβε πότε μπήκε η μητέρα της, η κυρα-Όλγα: μια μικρόσωμη γυναίκα με γκρίζα μάτια γεμάτα κατανόηση. – Μαρία, τι κάνεις; – τη ρώτησε τρυφερά, διαβάζοντας τις σημειώσεις. Η φωνή της έβραζε από ανησυχία. Η Μαρία τινάχτηκε, έκλεισε απότομα το μπλοκάκι. – Τίποτα, μαμά... οργανώνω τη βδομάδα… – ψιθύρισε με δυσκολία. – Τέτοια γράφεις για οργάνωση; – η Όλγα έριξε μια γρήγορη ματιά κι έγινε χλωμή από την αγωνία. – Σοβαρά σκέφτεσαι … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences