ΠΕΘΕΡΑ Η Άννα Παπαδοπούλου άφησε το μεγάλο ταψί με τη γεμιστή πάπια πάνω στο όμορφα στρωμένο τραπέζι και αναστέναξε. Από λεπτό σε λεπτό θα έφταναν οι γιοι της με τις γυναίκες τους. Πρόσφατα είχε...
25#
Πλήρες Κείμενο:
ΠΕΘΕΡΑ Η Άννα Παπαδοπούλου άφησε το μεγάλο ταψί με τη γεμιστή πάπια πάνω στο όμορφα στρωμένο τραπέζι και αναστέναξε. Από λεπτό σε λεπτό θα έφταναν οι γιοι της με τις γυναίκες τους. Πρόσφατα είχε παντρευτεί ο μικρότερός της, ο Νίκος. Ο γάμος ήταν σεμνός και λιτός, όπως το συνηθίζουν οι νέοι σήμερα. Εκείνη όμως θα το γλεντούσε με άλλη χάρη, αν περνούσε από το χέρι της. Όταν παντρεύτηκαν με τον σύζυγό της, είχαν πάει μια βόλτα μέχρι το δημαρχείο. Τα δαχτυλίδια τα αγόρασαν μετά από ένα χρόνο, δύο λεπτές χρυσές βέρες. Τα παιδιά της ήθελε να το κάνουν όπως ήθελαν, να χαρούν. Αλλά αφού έτσι το αποφάσισαν τα ίδια, δεν είπε τίποτα παραπάνω. «Ένα ελάττωμα μόνο έχει – είναι υπερβολικά περιποιημένη!», είχε εκμυστηρευτεί η πεθερά στη φίλη της. Η νύφη, η Ελένη, είχε όμως αποφασίσει να συζητήσει μαζί της ανοιχτά. Η Ελένη, κατά τα άλλα, καλόκαρδη κοπέλα, ευγενική, είχε βοηθήσει τον γιο της τον Νίκο να βρει καλή δουλειά. Στηρίζει να προοδεύει, να βελτιώνεται, επιτέλους να νοιάζεται για τη ζωή του. Πριν τα τριάντα, ο Νίκος ζούσε με τα έτοιμα, αδιάφορος. Η Άννα είχε αρχίσει να ανησυχεί, όμως όλα άλλαξαν προς το καλύτερο. Μόνο ένα πράγμα τη χάλαγε στην Ελένη – αφιερώνει πολύ χρόνο και χρήμα στην προσωπική της φροντίδα. Κομμωτήρια, μανικιούρ, μασάζ, καλλυντικά – πολλά ευρώ φεύγουν έτσι… Και παντρεμένη κοπέλα, με πρώτο μέλημα την οικογένεια, δεν είναι αυτά για εκείνη. «Άμα κάνετε παιδιά, θα πας για πεντικιούρ και ο Νίκος θα μείνει χωρίς καινούρια παπούτσια;» σκεφτόταν η Άννα. Εκείνη πάντα περνούσε την οικογένεια πάνω από όσα ήθελε η ίδια. Ιδίως μετά τον χαμό του άντρα της – ακόμα κι όταν οι γιοι της ήταν μεγάλοι, συχνά χρειάζονταν οικονομική υποστήριξη. Οι σκέψεις της Άννας διακόπηκαν από το κουδούνι – ήρθε η νεολαία. Η Ελένη μπήκε σαν σταρ στο σαλόνι. Τα μαλλιά της χτενισμένα, τα νύχια προσεγμένα, το πρόσωπο σχεδόν αμακιγιάριστο, χάρη στην κοσμετολόγο της. – Ελένη μου, πόσο όμορφη είσαι! – της είπε η πεθερά με ειλικρίνεια, με μια ανεπαίσθητη νότα παραπόνου. – Και το ταγέρ, καινούριο μάλλον; – Ναι, το αγόρασα χθες, – χαμογέλασε η Ελένη. – Μας έδωσαν μπόνους στη δουλειά. – Ε, να βάζεις τα λεφτά στην άκρη, – δεν κρατήθηκε η Άννα. – Τα μπόνους, τα έξτρα, τα δώρα των Χριστουγέννων – για ώρα ανάγκης. Πάντα χρειάζονται! Η Ελένη δεν απάντησε. Της άρεσε η πεθερά της – απλή γυναίκα, αφοσιωμένη στην οικογένεια. Αλλά πίστευε μέσα της πως το χειρότερο έρχεται όταν το περιμένεις αγωνιωδώς. Το βράδυ κύλησε όμορφα. Κι όμως η Άννα έβαλε δυο-τρεις φορές τη συζήτηση στις «σπατάλες». Η Ελένη το κατάλαβε αμέσως. – Εσείς, κυρία Άννα, τελευταία φορά που πήγατε για μανικιούρ; – ρώτησε τελικά. – Εγώ; – κομπίασε η μητέρα του Νίκου. – Ποτέ. Στο σπίτι κάνω κάτι, μόνο να μείνουν καθαρά τα χέρια. Αυτά μου φτάνουν. Τα υπόλοιπα μέλη της παρέας δεν κατάλαβαν τίποτα. Η Ελένη όμως, ως γυναίκα, στενοχωρήθηκε. Να έχεις μεγαλώσει δυο παιδιά, τώρα πλέον να έχεις ένα σωστό εισόδημα και να τσιγκουνεύεσαι λίγα χρήματα μόνο για σένα; – Νίκο, η μητέρα σου κάνει ποτέ κάτι για τον εαυτό της; – ρώτησε τον άντρα της φεύγοντας. – Δεν νομίζω... Μαγειρεύει, στρώνει, βλέπει λίγο τηλεόραση, πάει και στις γειτόνισσες. Τι να κάνει παραπάνω; – Έχετε σκεφτεί να τη βγάλετε έξω; Ένα σινεμά, ένα θέατρο, ένα γεύμα κάπου όμορφα; – Μπα, δεν τα χρειάζεται αυτά, μην ανησυχείς. Η Ελένη σώπασε. Θυμήθηκε τη δική της μητέρα, που όσο δύσκολα και να τα έβγαζαν οικονομικά, πάντα περιποιούνταν τον εαυτό της – και ένα ωραίο κούρεμα, και ένα καινούριο φόρεμα, και ένα εισιτήριο στο θέατρο για ευχαρίστηση. Ένιωσε πως έπρεπε να βοηθήσει και τη δική της πεθερά να τολμήσει να γευτεί κάτι για τον εαυτό της, να μη μένει μόνο μπροστά στην τηλεόραση περιμένοντας τα εγγόνια της. Μετά από λίγες μέρες πήρε τηλέφωνο την Άννα Παπαδοπούλου και την προσκάλεσε για βόλτα και καφέ. Της πρότεινε να πάνε και λίγο στο κέντρο αισθητικής – εκείνη ήθελε να δει την κοσμετολόγο, και πρότεινε στην πεθερά της όποια υπηρεσία ήθελε. – Έλα, βρε Άννα, πήγαινε. Μην περιμένεις απ’ έξω τόση ώρα, μια ώρα να χαρείς τον εαυτό σου. Διστακτικά η Άννα συμφώνησε. Η Ελένη κάλεσε το γνωστό της σαλόνι, τους εξήγησε και ζήτησε να περιποιηθούν την πεθερά της όπως ξέρουν – και αν ρωτήσει για τιμές, να πουν πως έχει ήδη τακτοποιηθεί από την ίδια. Στο σαλόνι, η Αννα όλο ρωτούσε: «Μισή ωρίτσα μόνο, ε; Και πόσο κάνει;». Η υπάλληλος την παρέλαβε ευγενικά και η Ελένη κάθισε στο λόμπι με το κινητό της. Βγήκε η Άννα μετά από δύο ώρες, ανανεωμένη! Οι αισθητικοί της πρόσφεραν καφέ κι αφεψήματα, και τη φρόντισαν όπως της άξιζε. – Ελένη, μου κάνανε τόσα πολλά… Τι να σου πω! Φοβάμαι, θα στοίχισε μια περιουσία! – Σήμερα έχουμε προσφορά! – είπε ζωηρά η υπεύθυνη. – Όποια φέρει φίλη, τη φροντίζουμε δωρεάν. Πήγαν μαζί για καπουτσίνο σε ένα ζεστό καφέ. Η Άννα ήπιε την πρώτη γουλιά ξεκουράζοντας τη μέση της αναπαυτικά. – Να το κάνουμε συχνότερα, τι λες; Εδώ προσφέρουν πάντα ωραίες εκπτώσεις στις τακτικές πελάτισσες. Σου άρεσε; – Πολύ. Δεν ήξερα πως μπορεί να είναι τόσο ευχάριστο. – Έπρεπε να το δοκιμάσετε νωρίτερα! – Νωρίτερα… Τα παιδιά μου ήταν μικρά, ο άντρας μου, ο καημένος ο Κώστας, πάντα μετρημένος, άστα… – Μα τώρα είναι η στιγμή! Να… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους