[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ανάρτηση της Άννας Διαμαντοπούλου πάσχει, πρωτίστως, από σύγχυση: συγχέει την πολιτική επιθυμία της Αντιπολίτευσης για περαιτέρω διερεύνηση με τις δικονομικές δυνατότητες ανάσυρσης μιάς ήδη...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Η ανάρτηση της Άννας Διαμαντοπούλου πάσχει, πρωτίστως, από σύγχυση: συγχέει την πολιτική επιθυμία της Αντιπολίτευσης για περαιτέρω διερεύνηση με τις δικονομικές δυνατότητες ανάσυρσης μιάς ήδη αρχειοθετημένης ποινικής υπόθεσης. Η Δικαιοσύνη, όμως, δεν λειτουργεί με βάση την ένταση των συναισθημάτων ούτε με βάση την επικοινωνιακό βάρος μιάς υπόθεσης, αλλά με βάση συγκεκριμένους κανόνες της ποινικής δικονομίας, οι οποίοι δεσμεύουν εξίσου τους εισαγγελείς, τα δικαστήρια, τους διαδίκους και την πολιτική εξουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας δεν "έκλεισε" αυθαιρέτως την υπόθεση ούτε αρνήθηκε αφηρημένα την αναζήτηση της αλήθειας. Έκρινε, επί συγκεκριμένου δικονομικού ζητήματος, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ για ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. Το σκεπτικό του ήταν ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν συνιστούν "νέα στοιχεία" ικανά να ανατρέψουν τα συμπεράσματα του προηγούμενου εισαγγελικού πορίσματος. Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης. Η ανάσυρση μιάς αρχειοθετημένης δικογραφίας δεν αποτελεί πολιτικό δικαίωμα, ούτε θεσμικό αυτοματισμό, ούτε πράξη καθησυχασμού της κοινής γνώμης. Αποτελεί εξαιρετική δικονομική δυνατότητα, η οποία προϋποθέτει την εμφάνιση νέων πραγματικών περιστατικών ή νέων αποδεικτικών στοιχείων. Άν τα στοιχεία είχαν ήδη αξιολογηθεί ή αν δεν μεταβάλλουν το αποδεικτικό υλικό, η νέα έρευνα δεν είναι θεσμική ευαισθησία, αλλά κίνδυνος μετατροπής της ποινικής διαδικασίας σε μιά ατέρμονη ανακύκλωση υπονοιών. Η φράση "η Δικαιοσύνη στο απόσπασμα;" είναι εντυπωσιακή ως σύνθημα, αλλά νομικά απελπισμένη. Η Δικαιοσύνη δεν τίθεται στο απόσπασμα όταν εφαρμόζει τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας· αντιθέτως, τίθεται σε κίνδυνο όταν καλείται να ενεργήσει υπό την πίεση πολιτικών αξιώσεων ή κομματικών προσδοκιών. Η θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις της είναι αποδεκτές μόνο όταν συμπίπτουν με την πολιτική γραμμή ενός κόμματος. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να αποφασίζει ακόμη και εναντίον του κλίματος, εφόσον αυτό επιβάλλει ο νόμος. Επίσης, ο ισχυρισμός ότι "οι υποθέσεις δεν κλείνουν με διατάξεις" είναι παραπλανητικός. Στο ελληνικό ποινικό δικονομικό σύστημα, οι εισαγγελικές διατάξεις αποτελούν κανονικό και προβλεπόμενο τρόπο περάτωσης ή μη περαιτέρω διερεύνησης μιάς υπόθεσης, όταν δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για άσκηση ή συνέχιση της ποινικής δίωξης. Δεν υπάρχει κανένας κανόνας του κράτους δικαίου που να επιβάλλει ότι κάθε πολιτικά φορτισμένη υπόθεση πρέπει υποχρεωτικά να φθάνει σε ανάκριση ή στο ακροατήριο. Αντιθέτως, το κράτος δικαίου απαιτεί φίλτρα νομιμότητας, αποδεικτικής επάρκειας και δικονομικής τάξης. Ακόμη πιό προβληματική είναι η επίκληση των παραγραφών ως επιχείρημα κατά της εισαγγελικής κρίσης. Το ΠΑΣΟΚ και ο Χρήστος Κακλαμάνης έχουν πράγματι υποστηρίξει δημόσια ότι παραγράφονται ή παραγράφηκαν 31 επιμέρους πράξεις, δηλαδή επιθέσεις με μηνύματα Predator που φέρονται να εστάλησαν σε πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφους και άλλους στόχους. Όμως η παραγραφή, όσο θεσμικά δυσάρεστη και άν είναι σε υποθέσεις υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο των δικονομικών προϋποθέσεων. Δεν μπορεί δηλαδή να ειπωθεί ότι "επειδή κινδυνεύουν να παραγραφούν πράξεις, πρέπει να ανασυρθεί η δικογραφία ακόμη και χωρίς νέα στοιχεία". Αυτό θα υπονόμευε τη λογική του ΚΠΔ και θα μετέτρεπε την παραγραφή από έννομη συνέπεια σε εργαλείο δικονομικού εξαναγκασμού. Η κ. Διαμανυοπούλου παρουσιάζει ως αυτονόητο ότι η άρνηση ανάσυρσης ισοδυναμεί με καθυστέρηση της έρευνας. Όμως, κατά το δημοσιευμένο σκεπτικό, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν καθυστέρησε μιά νόμιμα επιβεβλημένη έρευνα· έκρινε ότι δεν υπάρχει νόμιμη βάση για την εκκίνησή της στο συγκεκριμένο δικονομικό πλαίσιο. Άλλο πράγμα είναι η πολιτική κριτική για την επάρκεια των προηγούμενων ερευνών και άλλο πράγμα η ακύρωση μιάς εισαγγελικής πράξης επειδή δεν ικανοποιεί τις πολιτικές προσδοκίες της αντιπολίτευσης. Ιδίως η διατύπωση ότι η κυβέρνηση έχει "μηχανευτεί κάθε είδους συγκάλυψη" εισάγει ένα άτοπο εντελώς πολιτικό συμπέρασμα χωρίς να το διακρίνει από το αντικείμενο της συγκεκριμένης εισαγγελικής κρίσης. Ο εισαγγελέας δεν αποφάσισε επί της πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης, ούτε επί της θεσμικής ποιότητας της διαχείρισης της υπόθεσης, ούτε επί της ηθικής απαξίας των παρακολουθήσεων. Αποφάσισε επί του στενού ερωτήματος άν τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του είναι "νέα" και επαρκή για ανάσυρση αρχειοθετημένης δικογραφίας. Η μετατροπή αυτού του τεχνικού, αλλά κρίσιμου, δικονομικού ερωτήματος σε απόδειξη "συγκάλυψης" αποτελεί λογικό άλμα και πολιτικοποίηση της έννομης διαδικασίας. Εξίσου αντιφατική είναι η κλισέ πλέον επίκληση της φράσης "υπάρχουν δικαστές είς τάς Αθήνας". Η φράση αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιείται επιλεκτικά, δηλαδή υπέρ των δικαστών όταν η κρίση τους ευνοεί το πολιτικό μας αφήγημα και εναντίον τους όταν το ανατρέπει. Άν υπάρχουν πράγματι "δικαστές είς τάς Αθήνας", τότε υπάρχουν και όταν ένας ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός αποφαίνεται ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για νέα έρευνα. Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν είναι αλά κάρτ αρετή. Η Δημοκρατία δεν προστατεύεται όταν η ποινική διαδικασία υποτάσσεται στις πολιτικές επιθυμίες, αλλά όταν η πολιτική αποδέχεται τα όρια της ποινικής διαδικασίας. Η διερεύνηση σκανδάλων είναι αναγκαία· η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών είναι πυλώνας του κράτους δικαίου. Όμως τίποτε από αυτά δεν νομιμοποιεί την παράκαμψη των εγγυήσεων της ποινικής δικονομίας. Η θεσμική σοβαρότητα απαιτεί να ξεχωρίζουμε την ανάγκη πολιτικής λογοδοσίας από την απαίτηση ποινικής ευθύνης. Η πρώτη μπορεί να επιδιωχθεί με πολιτικά μέσα, κοινοβουλευτικό έλεγχο και δημόσια αντιπαράθεση· η δεύτερη απαιτεί αποδείξεις, νέα στοιχεία, νόμιμη διαδικασία και αυστηρή τήρηση των προϋποθέσεων του ΚΠΔ. Έτσι, η εισαγγελική διάταξη δεν μπορεί να παρουσιάζεται, χωρίς περαιτέρω αποδείξεις, ως "εκτροπή" ή "ενταφιασμός" της Δημοκρατίας. Μπορεί να κριθεί, να αναλυθεί, να αμφισβητηθεί επιστημονικά. Αλλά η αμφισβήτησή της οφείλει να γίνει με νομικούς όρους: ποιό ακριβώς στοιχείο ήταν νέο; Γιατί δεν είχε αξιολογηθεί προηγουμένως; Πώς μεταβάλλει το αποδεικτικό υλικό; Ποιά συγκεκριμένη αιτιολογία της εισαγγελικής πράξης είναι εσφαλμένη; Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, οι καταγγελίες περί συγκάλυψης παραμένουν πολιτικό σύνθημα, όχι νομικό επιχείρημα. Η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στην απαίτηση "να ανοίξει ξανά" μία υπόθεση. Εξίσου δημοκρατική είναι η απαίτηση να μην ανοίγει ξανά μία ποινική υπόθεση χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις. Διότι το κράτος δικαίου δεν είναι μόνο η τιμωρία των ενόχων· είναι και η άρνηση να κατασκευασθούν διαδικασίες όταν ο νόμος δεν τις επιτρέπει. Η ανάρτηση της Άννας Διαμαντοπούλου έχει πολιτικό πάθος, αλλά ασθενή νομικά θεμέλια. Αντιλαμβάνεται την ποινική διαδικασία ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ αυτή είναι θεσμικά οριοθετούμενη διαδικασία. Η διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν απαντά στο άν η υπόθεση των υποκλοπών έχει πολιτικά εξαντληθεί· απαντά στο άν υπάρχουν νέα δικονομικά στοιχεία για ανάσυρση της δικογραφίας. Και στο ερώτημα αυτό η απάντηση, κατά την εισαγγελική κρίση, ήταν αρνητική. Όποιος θέλει να την αντικρούσει σοβαρά, οφείλει να προσκομίσει νομικά επιχειρήματα επί των προϋποθέσεων του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ· όχι να παρουσιάζει κάθε δυσάρεστη εισαγγελική κρίση σαν απόδειξη θεσμικής κατάρρευσης. Σε κάθε περίπτωση, από την κ. Διαμαντοπούλου, μιά σοβαρή πολιτικό με μακρά και αξιοσημείωτη μεταρρυθμιστική διαδρομή, θα ανέμενε κανείς ψύχραιμες, νηφάλιες και θεσμικά ακριβείς τοποθετήσεις, όχι συνθήματα και αποστροφές που καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος μόλις υποβληθούν στη βάσανο της νομικής επεξεργασίας... 😥 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences