[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο Άρειος Πάγος δεν «κλείνει» απλώς την υπόθεση των υποκλοπών. Της προσφέρει εκείνη την ύστατη, σχεδόν ευγενική, θεσμική ταφή που στην Ελλάδα ονομάζεται διαδικασία. Δεν λέει ότι δεν έγινε τίποτε. Λέει...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Ο Άρειος Πάγος δεν «κλείνει» απλώς την υπόθεση των υποκλοπών. Της προσφέρει εκείνη την ύστατη, σχεδόν ευγενική, θεσμική ταφή που στην Ελλάδα ονομάζεται διαδικασία. Δεν λέει ότι δεν έγινε τίποτε. Λέει κάτι πολύ αποτελεσματικότερο: ότι δεν υπάρχει πια κάτι αρκετά νέο ώστε να ενοχλήσει το παλιό. Και έτσι το σκάνδαλο μεταφέρεται στο αρχείο, δηλαδή σε εκείνο το λευκό, ψυχρό, άψογο νομικό νεκροτομείο όπου η δημοκρατική αλήθεια αρχίζει να φυλάσσεται, ταξινομημένη, άκακη, ανενεργή. Το αρχείο, σε αυτή την υπόθεση, δεν είναι τόπος φύλαξης. Είναι καθαρή τεχνική εξαφάνισης. Εκεί δεν μπαίνουν μόνο έγγραφα, καταθέσεις, πορίσματα, αριθμοί πρωτοκόλλου. Μπαίνουν στόματα, αυτιά, τηλέφωνα, εκείνη η μικρή ιδιωτική δόνηση του ανθρώπου που νομίζει ακόμη ότι μιλά μόνος του, ότι γράφει μόνος του, ότι φοβάται μόνος του. Το κράτος μπήκε στο αυτί, στην τσέπη, στο χέρι που κρατούσε το κινητό, στη νυχτερινή συνομιλία, στην ανασφάλεια του δημοσιογράφου, του πολιτικού, του πολίτη και τώρα η υψηλή θεσμική τάξη μάς ζητά να θαυμάσουμε την ψυχραιμία της, επειδή μπορεί να μετατρέπει την εισβολή σε φάκελο και τον φάκελο σε σιωπή. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη ελληνική ειρωνεία: όλοι είναι αθώοι επειδή τίποτε δεν φωτίστηκε αρκετά για να γίνει ένοχο. Η Δικαιοσύνη, ως ιδέα, παραμένει ιερή, ο δικαστικός μηχανισμός, όμως, όταν λειτουργεί σαν μηχανή παραγωγής ακινησίας, γίνεται κάτι πιο επικίνδυνο από απλή αδράνεια. Γίνεται η καθωσπρέπει γλώσσα της μη απάντησης. Δεν χρειάζεται να προστατεύσει κανέναν φανερά, αρκεί να κατασκευάσει ένα περιβάλλον όπου η ευθύνη εξαχνώνεται, όπου το πολιτικό κέντρο δεν κατονομάζεται ποτέ ως κέντρο, όπου το Μαξίμου παραμένει όχι κατηγορούμενο αλλά σκιά: παντού παρόν ως ερώτημα, πουθενά παρόν ως λογοδοσία. Να λοιπόν η πιο ώριμη μορφή συγκάλυψης: όχι η ωμή, αδέξια εξαφάνιση στοιχείων, αλλά η ευρωπαϊκά ευπρεπής μετατροπή του σκανδάλου σε θεσμική κόπωση. Να κουραστεί η κοινωνία να ρωτά. Να κουραστούν οι λέξεις «Predator», «ΕΥΠ», «παρακολούθηση», «εθνική ασφάλεια». Να γίνει το έκτακτο συνηθισμένο, το συνηθισμένο βαρετό, το βαρετό ανενεργό. Και ύστερα να εμφανιστεί η εξουσία με τη γνωστή της σοβαρότητα, να μας μιλήσει για κράτος δικαίου, ευρωπαϊκή κανονικότητα, θεσμική αυτοπεποίθηση, σαν να μη στήθηκε ολόκληρη αρχιτεκτονική σιωπής πάνω στο πιο απλό και πιο τρομακτικό ερώτημα: ποιος άκουγε; Η Ελλάδα θέλει να ανήκει στην Ευρώπη ως θεσμική βιτρίνα, αλλά χειρίζεται ένα σκάνδαλο ευρωπαϊκού βάθους σαν εσωτερική ενόχληση που πρέπει να περάσει χωρίς πολλή φασαρία. Θέλει να μοιάζει ώριμη δημοκρατία, ενώ κάνει αυτό που κάνουν οι κουρασμένες δημοκρατίες όταν φοβούνται τον εαυτό τους: δεν αρνούνται την αλήθεια κατά μέτωπο· την αφήνουν να περιφέρεται μέχρι να χάσει το βάρος της. Την εξαντλούν. Την κάνουν υπόθεση ειδικών, πορισμάτων, αρμοδιοτήτων, εισαγγελικών κρίσεων, μέχρι ο πολίτης να νιώσει ότι το ίδιο του το δικαίωμα να μάθει είναι κάτι σχεδόν υπερβολικό, σχεδόν αδιάκριτο. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ότι ένα κράτος παρακολούθησε. Είναι ότι το ίδιο κράτος, με τη συνδρομή μιας θεσμικής σκηνογραφίας που ξέρει να φορά το ένδυμα της νομιμότητας, επιχειρεί τώρα να παρακολουθήσει και την αλήθεια μέχρι να σωπάσει. Να την ακολουθήσει από επιτροπή σε επιτροπή, από πόρισμα σε πόρισμα, από εισαγγελικό γραφείο σε αρχείο, ώσπου να μην απομένει πια σκάνδαλο, αλλά μόνο μια κουρασμένη χώρα που έχει μάθει να συγχέει την απουσία απαντήσεων με την ολοκλήρωση της έρευνας. Δηλαδή μια Δημοκρατία που κάποτε άκουγε τα πάντα, τώρα παριστάνει ότι δεν ακούει τίποτε. 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences