Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρές επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται ως αόρατοι της οικονομίας δεν είναι απλώς μια κοινωνική κατηγορία που αισθάνεται υποεκπροσωπούμενη αλλά ένα πολυεπίπεδο...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρές επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται ως αόρατοι της οικονομίας δεν είναι απλώς μια κοινωνική κατηγορία που αισθάνεται υποεκπροσωπούμενη αλλά ένα πολυεπίπεδο οικονομικό φαινόμενο που συνδέεται ταυτόχρονα με τη δομή του παραγωγικού μοντέλου, τη φορολογική αρχιτεκτονική, την ψηφιακή μετάβαση, τη διαχρονική σχέση κράτους πολίτη και την ίδια τη στατιστική απεικόνιση της οικονομικής δραστηριότητας. Διότι στην πράξη ένα μεγάλο μέρος αυτής της ομάδας λειτουργεί σε ένα φάσμα που εκτείνεται από πλήρως δηλωμένη και διαφανή δραστηριότητα μέχρι μερικώς καταγεγραμμένη ή οικονομικά υποεκτιμημένη δραστηριότητα, όχι απαραίτητα λόγω πρόθεσης φοροδιαφυγής αλλά συχνά λόγω πολυπλοκότητας, εποχικότητας, χαμηλής ρευστότητας και ασυνεπούς εισοδήματος, πράγμα που δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα μοντελοποίησης για το κράτος το οποίο καλείται να εφαρμόσει ενιαία εργαλεία σε μη ενιαίες πραγματικότητες, με αποτέλεσμα οι φορολογικές πολιτικές να καταλήγουν είτε υπέρ γενικευμένες είτε Υπέρ τεκμαρτές, και αυτό με τη σειρά του ενισχύει την αίσθηση αδικίας. Γιατί ένας επαγγελματίας με πραγματικά χαμηλό καθαρό εισόδημα μπορεί να αντιμετωπίζεται όπως κάποιος με υψηλότερη ρευστότητα αλλά παρόμοια τυπική κατηγορία δραστηριότητας. Την ίδια στιγμή το κράτος προσπαθεί να μειώσει τη φοροδιαφυγή, να διευρύνει τη βάση εσόδων και να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά, δημιουργώντας έτσι ένα συνεχές tension μεταξύ ελέγχου και ευελιξίας, το οποίο στην πράξη μεταφράζεται σε πολιτικές όπως ψηφιακά βιβλία, ηλεκτρονικές συναλλαγές, τεκμαρτά εισοδήματα, ελάχιστα όρια φορολόγησης και αυξημένη διασύνδεση δεδομένων, όλα εργαλεία που θεωρητικά αυξάνουν τη διαφάνεια αλλά πρακτικά συχνά δεν αποτυπώνουν τις πραγματικές μικροοικονομικές διακυμάνσεις, ειδικά σε επαγγέλματα όπου το εισόδημα δεν είναι σταθερό αλλά κυμαίνεται έντονα ανά μήνα ή εποχή, όπως στον τουρισμό, στις υπηρεσίες, στις δημιουργικές βιομηχανίες ή στην τοπική εμπορική δραστηριότητα, και έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση όπου όσο πιο πολύ προσπαθεί το κράτος να «δει» αυτή την οικονομία μέσω τυποποιημένων εργαλείων, τόσο περισσότερο αυτή η οικονομία αισθάνεται ότι παραμορφώνεται μέσα από τους δείκτες που τη μετρούν, ενώ παράλληλα υπάρχει και η διάσταση της κοινωνικής αντίληψης, όπου οι μισθωτοί συχνά θεωρούν τους ελεύθερους επαγγελματίες πιο ευέλικτους ή φορολογικά ευνοημένους και αντίστροφα οι επαγγελματίες θεωρούν ότι φέρουν δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις πραγματικές τους δυνατότητες, δημιουργώντας ένα είδος διπλής ασυμμετρίας αντίληψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η έννοια της αορατότητας δεν σημαίνει απουσία από τα δεδομένα αλλά συχνά κακή ευθυγράμμιση μεταξύ δεδομένων και πραγματικότητας, γιατί οι φορολογικές κατηγορίες δεν έχουν προσαρμοστεί πλήρως στη σύγχρονη οικονομία όπου συνυπάρχουν παραδοσιακά επαγγέλματα, ψηφιακές υπηρεσίες, υβριδικά μοντέλα εργασίας και διεθνείς ροές εισοδήματος, με αποτέλεσμα να απαιτείται όχι απλώς μια επιφανειακή μεταρρύθμιση αλλά μια βαθύτερη ανασχεδίαση του τρόπου με τον οποίο το κράτος ταξινομεί, μετρά και φορολογεί την οικονομική δραστηριότητα, κάτι που όμως συγκρούεται με την ανάγκη απλότητας στη διοίκηση και με τους περιορισμούς ελέγχου. Αρα στο τέλος η συζήτηση δεν είναι μόνο για το αν κάποιοι είναι εκτός κάδρου αλλά για το αν το ίδιο το κάδρο έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να μπορεί να χωρέσει μια οικονομία που είναι ήδη πολύ πιο πολύπλοκη, πιο κατακερματισμένη και πιο δυναμική από τα παραδοσιακά εργαλεία πολιτικής που χρησιμοποιούνται για να τη διαχειριστούν. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους