[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΑΠ’ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ Δεν τα πίστευα εγώ αυτά τα πράγματα. Ούτε τάματα, ούτε δαιμόνια, ούτε ψυχές πνιγμένων. Τα άκουγα από μικρός και τα άφηνα στους γέρους. Εκείνοι τα έλεγαν, εκείνοι τα...

25#

Πλήρες Κείμενο:

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΑΠ’ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ Δεν τα πίστευα εγώ αυτά τα πράγματα. Ούτε τάματα, ούτε δαιμόνια, ούτε ψυχές πνιγμένων. Τα άκουγα από μικρός και τα άφηνα στους γέρους. Εκείνοι τα έλεγαν, εκείνοι τα πίστευαν. Ώσπου εκείνο το καλοκαίρι, στα Καπετανιανά, είδα κάτι που δεν χωρούσε στη λογική μου. Πήγα μονάχος. Είχα κουραστεί από τη δουλειά, από τα τηλέφωνα, από ανθρώπους που μιλούσαν πολύ και δεν έλεγαν τίποτα. Ήθελα λίγες μέρες σιωπή. Να μη με ζητά κανείς. Να μη ζητώ κι εγώ τίποτα. Είχα να πατήσω στο χωριό πάνω από δέκα χρόνια. Το πατρικό μου ήταν πέτρινο, θεόκλειστο. Το ξεκλείδωσα, άνοιξα τα παράθυρα και τίναξα όπως όπως τη σκόνη. Ο αέρας μέσα μύριζε χρόνια κλεισμένα. Το βράδυ κάθισα στην αυλή. Από κάτω απλωνόταν η σκοτεινή μεριά των Αστερουσίων. Πιο πέρα, εκεί που δεν φαινόταν πια ο δρόμος, άρχιζε η κάθοδος για τη θάλασσα. Ο αέρας από εκείνη τη μεριά ήταν αλλιώτικος. Όχι μόνο αρμυρός. Έφερνε κάτι παλιό, βαρύ, σαν φύκια που είχαν ξεκολλήσει από τον βυθό και σάπιζαν μέρες στα νερά. Την πρώτη νύχτα δεν έγινε τίποτα. Ούτε τη δεύτερη. Την τρίτη, λίγο πριν τις τρεις, ξύπνησα. Δεν άκουσα θόρυβο. Αυτό ήταν το παράξενο. Δεν με ξύπνησε κάτι. Με ξύπνησε η έλλειψη ήχου. Ούτε τριζόνια. Ούτε σκυλιά. Ούτε φύλλο. Το σπίτι ήταν τόσο ήσυχο, που άκουγα το αίμα μου στα αυτιά. Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Το φεγγάρι ήταν γεμάτο. Το φως του έπεφτε πάνω στις πέτρες και στους χαμηλούς τοίχους χωρίς να τους μαλακώνει. Το χωριό έμοιαζε άδειο. Σαν να είχαν φύγει όλοι από χρόνια και να είχα μείνει τελευταίος εγώ, χωρίς να το ξέρω. Τότε γάβγισε το σκυλί του Μαθιού. Μία φορά. Ύστερα σώπασε. Όχι όπως σωπαίνει ένα σκυλί που κουράστηκε. Σαν να του έκλεισε κάποιος το στόμα. Βγήκα έξω. Δεν θυμάμαι αν φόρεσα παπούτσια. Θυμάμαι μόνο την πέτρα κρύα κάτω από τα πόδια μου και τη μυρωδιά που δυνάμωνε. Θάλασσα, μούχλα, ιδρώτας παλιός. Κάτι που δεν ερχόταν από ζωντανό σώμα. Και τότε τους είδα. Έρχονταν από τη μεριά της ακτής. Ήταν τρεις. Ψηλοί, στεγνοί, μαύροι από την αρμύρα ή από κάτι άλλο που δεν ήθελα να ξέρω. Περπατούσαν σκυφτοί, μα δεν έδειχναν αδύναμοι. Δεν έψαχναν τον δρόμο. Τον ήξεραν. Ο πρώτος προχωρούσε λίγο μπροστά. Ο δεύτερος είχε το κεφάλι γυρισμένο πλάγια, σαν να άκουγε κάτι κάτω από τη γη. Ο τρίτος κρατούσε σακί. Το σακί ήταν βαρύ, μα δεν κρεμόταν νεκρό στο χέρι του. Κάθε τόσο άλλαζε λίγο το βάρος του, σαν κάτι μέσα του να θυμόταν πως κάποτε είχε σχήμα. Έκανα να φωνάξω. Δεν βγήκε φωνή. Ο ένας σταμάτησε. Δεν γύρισε όλο το σώμα. Μόνο το κεφάλι. Αργά. Εκείνη η κίνηση με πάγωσε περισσότερο από όλα. Δεν είχε βιασύνη. Δεν είχε απορία. Σαν να ήξερε ήδη ότι ήμουν εκεί. Δεν είδα μάτια. Είδα μόνο δυο βαθουλώματα εκεί που θα έπρεπε να υπάρχουν μάτια. Και μέσα σ’ εκείνο το κενό ένιωσα κάτι να τραβάει. Όχι να με κοιτάζει. Να με θυμάται. Τότε κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να τους κοιτάζω. Έκανα ένα βήμα πίσω. Το χώμα έτριξε κάτω από το πόδι μου. Οι τρεις στάθηκαν. Για λίγες στιγμές δεν κινήθηκε τίποτα. Ούτε αυτοί. Ούτε εγώ. Ούτε ο αέρας. Ύστερα ο πρώτος σήκωσε το χέρι του και έδειξε προς το ξωκκλήσι της Αγιάς Μαρίνας. Δεν ήταν κάλεσμα. Ήταν υπενθύμιση. Συνέχισαν τον δρόμο τους. Αργά. Χωρίς να μιλούν. Χωρίς να αφήνουν πατημασιές. Τους είδα να χάνονται πίσω από τα χαμηλά πετρόχτιστα μαντριά, εκεί που ο δρόμος γέρνει προς το εκκλησάκι. Έμεινα όρθιος μέχρι που άρχισε να γκριζάρει ο ουρανός. Το πρωί κατέβηκα στην Αγιά Μαρίνα. Δεν ήθελα να πάω. Τα πόδια μου όμως είχαν πάρει απόφαση πριν από μένα. Η πόρτα της εκκλησίας ήταν κλειστή. Στο σιδερένιο χερούλι κρεμόταν ένα σκοινί. Παλιοσκοινί, θαλασσοφαγωμένο, με κόμπους σφιγμένους τόσο, που έμοιαζαν να είχαν γίνει ένα με τις ίνες. Πάνω του ήταν δεμένο ένα μαύρο μαντίλι. Στην αρχή νόμισα πως είχε λεκέδες. Μετά είδα τα γράμματα. Ήταν κόκκινα. Δεν ήθελα να σκεφτώ από τι. Έγραφε: ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ Κάθισα στο πεζούλι. Δεν μπορούσα να φύγω. Η εκκλησία μύριζε κερί σβησμένο και πέτρα βρεγμένη, παρόλο που δεν είχε βρέξει. Έτσι με βρήκε ο γέρο-Κωστής. Δεν τον άκουσα να έρχεται. Ξαφνικά στεκόταν πίσω μου, με το μπαστούνι στο χέρι και το καπέλο χαμηλωμένο στα μάτια. — Είδες, ε; είπε. Δεν ρώτησε. Το ήξερε. Τον κοίταξα. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. — Τι ήταν αυτοί; Ο γέρος κάθισε δίπλα μου. Δεν κοίταξε την πόρτα της εκκλησίας. Κοίταζε χαμηλά, εκεί που το χώμα κρατούσε ακόμα τη νυχτερινή υγρασία. — Εκείνοι που δεν βρήκαν γη, είπε. — Άνθρωποι; Χαμογέλασε πικρά. — Κάποτε. Περίμενα. Εκείνος έβγαλε αργά ένα μαντήλι από την τσέπη του και σκούπισε τα χείλη του. — Δούλοι απ’ το Μισίρι, έλεγαν οι παλιοί. Τους φέρανε νύχτα. Δούλεψαν νύχτα. Κι όταν τελείωσαν, τους έστειλαν πίσω. Σταμάτησε. — Έτσι είπαν. Ο αέρας πέρασε χαμηλά από το χώμα και σήκωσε λίγη σκόνη. Το μαύρο μαντίλι δεν κουνήθηκε. — Πνίγηκαν; ρώτησα. — Άλλοι πνίγονται κι άλλους τους πνίγουν. Δεν είπα τίποτα. Ο γέρος έσκυψε λίγο προς το μέρος μου. — Η θάλασσα δεν κρατά όλα όσα της δίνουν. Κάποια τα γυρίζει πίσω. Ένιωσα το δέρμα μου να σφίγγει. — Και το σακί; Ο Κωστής ακούμπησε το μπαστούνι ανάμεσα στα πόδια του. — Το είδες κι αυτό; — Το είδα. — Τότε πρόσεχε τι θα θυμάσαι από δω και πέρα. — Τι είχε μέσα; Ο γέρος άργησε να απαντήσει. — Δεν είναι πάντα πράγμα. Καμιά φορά είναι όνομα. Καμιά φορά είναι χρέος. Καμιά φορά είναι άνθρωπος που δεν κατάλαβε πότε τον διάλεξαν. Σηκώθηκα απότομα. Ένιωσα πως αν έμενα άλλο εκεί, κάτι θα άκουγα πίσω από την πόρτα. — Γιατί βγαίνουν τώρα; Ο γέρος με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια. — Γιατί κάποιος έλυσε αυτό που ήταν δεμένο. Έδειξε το μαύρο μαντίλι. — Το μαντίλι; — Το μαντίλι δεν είναι στολίδι. Είναι υπόσχεση. Και το σκοινί δεν είναι σκοινί. Είναι όριο. Όσο υπάρχει, μένουν εκεί που πρέπει. Όταν λείψει, θυμούνται τον δρόμο. — Αυτά είναι ιστορίες, είπα. Η φωνή μου δεν έμοιαζε δική μου. Ο Κωστής σηκώθηκε αργά. — Ιστορίες είναι όλα, μέχρι να χτυπήσουν την πόρτα σου. Έκανε λίγα βήματα και σταμάτησε. — Μη ρωτήσεις ποιος το έλυσε πέρσι. — Γιατί; — Γιατί μπορεί να σου πουν. Κι άμα σου πουν, μετά θα πρέπει να κάνεις κάτι. Πήρε τον ανήφορο για το χωριό. Περπατούσε αργά, μα ούτε μια φορά δεν γύρισε πίσω. Εκείνο το απόγευμα δεν βγήκα από το σπίτι. Κλείδωσα την πόρτα, έσυρα το τραπέζι μπροστά της και κάθισα στην καρέκλα μέχρι που νύχτωσε. Δεν άναψα φως. Δεν ήθελα να φαίνεται από έξω ότι κάποιος ήταν μέσα. Κατά τις τρεις, άκουσα πάλι τη σιωπή. Όχι ήχο. Σιωπή. Ύστερα κάτι ακούμπησε στη γρίλια του παραθύρου. Μία φορά. Έπειτα δεύτερη. Δεν πλησίασα. Το ξανακούμπησε. Όχι δυνατά. Σαν να μη βιαζόταν. Σαν να ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα κοιτούσα. Έμεινα ακίνητος, με την πλάτη στον τοίχο και τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα, μα απ’ έξω στεκόταν κάτι σκοτεινότερο από τη νύχτα. Δεν έβλεπα πρόσωπο. Μόνο ένα μακρύ σώμα, ακίνητο, με το κεφάλι γερμένο προς τη γρίλια, σαν να άκουγε την ανάσα μου. Τότε ακούστηκε κάτι χαμηλά. Όχι φωνή. Πιο πολύ σαν λέξη που την έφερε νερό. «Το μαντίλι.» Δεν ξέρω αν το άκουσα ή αν το σκέφτηκα. Το πρωί βρήκα στην αυλή τρία κομμάτια φύκι. Ξερά. Μαύρα. Τοποθετημένα στη σειρά μπροστά στην πόρτα. Σαν σημάδι. Πήγα ξανά στον Κωστή. Με περίμενε στο καφενείο. Δεν σήκωσε το κεφάλι όταν μπήκα. — Δεν έφυγες, είπε. Κάθισα απέναντί του. — Τι θέλουν από μένα; — Δεν ήρθαν για σένα. — Τότε γιατί στάθηκαν στο σπίτι μου; — Γιατί τώρα ξέρεις τον δρόμο τους. Το είπε ήσυχα. Χωρίς απειλή. Αυτό με τρόμαξε περισσότερο. — Και τι πρέπει να κάνω; Ο γέρος έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι μαύρο ύφασμα. Το ακούμπησε στο τραπέζι. Ύστερα έβγαλε κι ένα μικρό σκοινί, δεμένο σε τρεις κόμπους. — Θα πας πριν νυχτώσει στην Αγιά Μαρίνα. Θα το δέσεις στην πόρτα. Δεν θα πεις προσευχή, αν δεν την πιστεύεις. Δεν τους νοιάζει αυτό. Θα πεις μόνο ότι τους θυμάσαι. — Μα δεν τους ξέρω. — Δεν χρειάζεται να ξέρεις τον πεθαμένο για να τον χρωστάς. Πήρα το μαντίλι. Ήταν κρύο. — Κι αν δεν πάω; Ο Κωστής με κοίταξε κουρασμένα. — Τότε θα μάθεις τον δρόμο τους από μέσα. Δεν ρώτησα άλλο. Πριν δύσει ο ήλιος, κατέβηκα στο ξωκκλήσι. Ο δρόμος μού φάνηκε πιο μακρύς από το πρωί. Οι πέτρες γλιστρούσαν χωρίς λόγο. Δυο φορές νόμισα πως άκουσα βήματα πίσω μου. Μα όταν γύριζα, δεν υπήρχε κανείς. Στην πόρτα της Αγιάς Μαρίνας το παλιό μαντίλι ήταν ακόμα εκεί. Μόνο που τα γράμματα είχαν αλλάξει. Δεν έγραφε πια «Υπάρχουμε». Έγραφε: ΕΙΔΕΣ Τα γόνατά μου λύγισαν. Για λίγο σκέφτηκα να φύγω. Να γυρίσω στο σπίτι, να μπω στο αυτοκίνητο και να κατεβώ χωρίς ανάσα μέχρι το Ηράκλειο. Να αφήσω πίσω χωριό, θάλασσα, γέρους και ιστορίες. Μα τότε άκουσα κάτι μέσα από την εκκλησία. Ένα σύρσιμο. Σαν βρεγμένο ύφασμα που το τραβούν αργά πάνω στην πέτρα. Έδεσα το νέο μαντίλι πάνω από το παλιό. Τα δάχτυλά μου δεν με υπάκουαν. Έκανα τους τρεις κόμπους όπως μου είχε δείξει ο Κωστής. Ύστερα είπα χαμηλά: — Σας θυμάμαι. Η πόρτα της εκκλησίας έτριξε. Δεν άνοιξε. Μόνο έτριξε. Από το άνοιγμα κάτω από την πόρτα βγήκε λίγο νερό. Θαλασσινό. Το κατάλαβα από τη μυρωδιά. Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Την άλλη μέρα μάζεψα τα πράγματά μου. Πριν φύγω, πέρασα από το καφενείο να βρω τον Κωστή. Δεν ήταν εκεί. — Πού είναι ο γέρος; ρώτησα τον καφετζή. — Ποιος γέρος; — Ο Κωστής. Με το μπαστούνι. Καθόταν πάντα στη γωνία. Ο καφετζής με κοίταξε λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. — Εδώ Κωστή δεν έχουμε. — Χτες εδώ ήταν. Καθόταν μαζί μου Άφησε κάτω το ποτήρι που σκούπιζε. — Χθες καθόσουν μόνος. Αν όμως λες τον Κωστή του Μανούσου, εκείνος χάθηκε παλιά. — Πού; Ο καφετζής κοίταξε προς την πόρτα. — Στην Αγιά Μαρίνα. Πνίγηκε. Δεν είπε τίποτα άλλο. Δεν ρώτησα τίποτα. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Ούτε στη μάνα μου. Ούτε σε φίλους. Ούτε στον εαυτό μου καλά καλά. Για χρόνια έλεγα ότι ήταν κούραση, φεγγάρι, φαντασία. Ότι ο νους του ανθρώπου φτιάχνει εικόνες όταν φοβάται. Όταν νιώθει μοναξιά. Μόνο που κάθε χρόνο, την ίδια νύχτα, ξυπνάω λίγο πριν τις τρεις. Έτσι χωρίς λόγο. Πρώτα έρχεται η σιωπή. Ύστερα η μυρωδιά. Θάλασσα. Φύκια. Βρεγμένο σκοινί. Και μετά τους νιώθω, χωρίς να τους βλέπω, ότι οι τρεις περνούν πάλι κάτω από το παράθυρό μου. Ο ένας μπροστά. Ο δεύτερος με το κεφάλι γυρισμένο πλάγια. Ο τρίτος με το σακί. Δεν ξέρω τι κουβαλούν. Δεν ξέρω ποιον ψάχνουν. Από τότε έχω πάντα ένα μαύρο μαντίλι δεμένο στη γρίλια. Δεν το λύνω ποτέ. Ανδρέας Μαρολαχάκης 6/3/23 Χαραδρα 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences